Από ΣΑ/ΣΝΔ

Απόσπασμα από το βιβλίο του Αλεξάνδρου Λ. Ζαούση:
ΟΙ ΔΥΟ ΟΧΘΕΣ: 1939-1945 (τόμοι 3, εκδ. Παπαζήσης, 1987)

***

IV
ΚΑΛΠΑΚΙ! ΜΙΑ ΕΠΟΠΟΙΙΑ, ΙΣΩΣ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΙΝΔΟ…
Η ΜΕΡΑΡΧΙΑ ΤΖΟΥΛΙΑ ΦΤΑΝΕΙ ΣΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ 6 ΩΡΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΣΟΒΟ! ΤΟ ΠΥΡΟΒΟΛΙΚΟ ΜΑΣ ΣΤΟ ΚΑΛΠΑΚΙ ΚΑΙ ΟΙ «ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΕΙΕΣ» ΠΟΡΕΙΕΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣ ΠΙΝΔΟ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ ΑΝΑΤΡΕΠΟΥΝ ΤΗΝ ΕΙΣΒΟΛΗ. ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ!

Το έμβλημα της 8ης Μεραρχίας Πεζικού (VIII ΜΠ)

Στη σημερινή, καινούρια «εθνική οδό» από Γιάννενα προς Κόνιτσα, υπάρχει πάντα το χωριό Καλπάκι. Λίγο πιο πριν, στα δεξιά του δρόμου το μάτι ενός παρατηρητικού ταξιδιώτη πέφτει πάνω σ’ ένα περίεργο σήμα στρατιωτικής μονάδας. Στο κέντρο του σήματος ένας… ταύρος. Είναι το σημερινό έμβλημα της VIII Μεραρχίας, της Ηπείρου. Κοντά στο σήμα ένα απλό σπιτάκι με μια ισόγεια αίθουσα, πολύ λιτή. Το σπιτάκι στεγάζει το «πολεμικό μουσείο» για τη μάχη του Καλπακίου! Ο δεκανέας -ξεναγός μπορεί, αν το επιθυμεί ο επισκέπτης, να γυρίσει ένα διακόπτη… Και σ’ ένα μεγάλο φωτεινό πίνακα με την υπόκρουση εκρήξεων, πολυβολισμών και τον ανατριχιαστικό ήχο από ερπύστριες, ξαναζωντανεύει το έπος!

Έχοντας υπηρετήσει το 1950 ως έφεδρος ανθυπίατρος στην VIII Μεραρχία, δεν μπορούσα παρά να σταματήσω όταν περνούσα από κει, πριν από μερικά χρόνια. Με τράβηξε το έμβλημα με τον ταύρο… Και θυμήθηκα, ότι ίσως γι’ αυτό όσοι υπηρετούσαμε στη μεραρχία αυτή την είχαμε βαφτίσει «βοϊδομεραρχία»! Στο «Μουσείο» υπήρχαν λάφυρα, χάρτες και φωτογραφίες κρεμασμένες στους τοίχους. Οι τελευταίες μου επιφύλασσαν μια έκπληξη, φοβερά συγκινητική… Ήταν μια φωτογραφία που έδειχνε έναν εύζωνο με το όπλο του ανηρτημένο και δίπλα του μια αδελφή του Ερυθρού Σταυρού με τη μπέρτα της ριγμένη στους ώμους να του μιλάει… Ο δεκανέας-ξεναγός πρόσεξε, ότι είχα σταθεί πολλή ώρα μπρος στη φωτογραφία. Και μου εξήγησε: «Είναι μια αδελφή του Ερυθρού Σταυρού. Νομίζω τη λέγαν Μεσολωρά…» Η επεξήγηση ήταν περιττή. Από την πρώτη στιγμή είχα αναγνωρίσει την αδελφή της μητέρας μου! Τη Μεγάλη Αδελφή, όπως τη λένε στον Ερυθρό Σταυρό, την Αθηνά Μεσολωρά.

Στις 1 και 2 Νοεμβρίου, όταν οι Ιταλοί επιχείρησαν με άρματα και πυροβολικό «την διάρρηξιν της τοποθεσίας Ελαίας (Καλπάκι)», ο στρατηγός Κατσιμήτρος διέθετε πέραν της επιθυμίας του να αποδείξει ότι «οι Ιταλοί δεν θα περάσουν» κι ένα μεγάλο ατού. Το πυροβολικό της μεραρχίας του. Τις δύο προηγούμενες μέρες οι Ιταλοί είχαν ήδη λάβει μια πρόγευση. Στις αναμνήσεις του ο τότε αρχιστράτηγος Βισκόντι Πράσκα [20] ομολογεί για τις τρεις πρώτες μέρες του πολέμου, ότι το «εχθρικόν πυροβολικόν είναι ανώτερον του ιδικού μας εις διαμέτρημα και ακτίνα δράσεως…» και σε άλλο σημείο, όπου σημειώνει την ευστοχία του πυροβολικού μας, αποκαλύπτει ότι οι πυροβολαρχίες μας ήταν κρυμμένες ακόμα και σε σπήλαια! Και έτσι δεν ήταν δυνατό να ανακαλυφθούν ούτε από ξηράς ούτε από αέρος… Και, τέλος, διαπιστώνει, ότι οι Έλληνες διέθεταν και μερικές πυροβολαρχίες μακρού βεληνεκούς, οι οποίες βρίσκονταν «μακράν της ακτίνος δράσεως του ιδικού μας πυροβολικού…» και συνεπώς δεν ήτο δυνατό να εξουδετερωθούν! Αυτά για τη δράση του πυροβολικού μας πριν ο Ιταλός χτυπήσει το Καλπάκι. Όταν έφτασε εκεί τον περίμεναν κι άλλες εκπλήξεις…

Στις 8 το πρωί της 2 Νοεμβρίου του ’40, ένας ασύρματός μας υπέκλεψε ένα σήμα προς τις ιταλικές αεροπορικές μονάδες από τον διοικητή του XII Σώματος Στρατού αντιστράτηγο Ρόσσι. Το σήμα διέτασσε τους αεροπόρους να «…επωφεληθούν του καλού καιρού και να πλήξουν σκληρώς τον εχθρό». Μια ώρα αργότερα, η ιταλική αεροπορία σε μια σαρωτική επίθεση, βομβάρδισε σφοδρότατα μια έκταση που άρχιζε από το Καλπάκι κι έφτανε μέχρι τα Γιάννενα. Ακόμα και οι άμαχοι των Ιωαννίνων πλήρωσαν τον φόρο αίματος στο έπος του Καλπακίου. Στις δώδεκα το μεσημέρι άρχισε ο «φραγμός πυροβολικού» των Ιταλών, που επικεντρώθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στη στενωπό του Καλπακίου. Για να εξουδετερωθεί το βαρύ πυροβολικό των Ελλήνων, οι Ιταλοί είχαν εσπευσμένα μεταφέρει στο μέτωπο μια «πυροβολαρχία θέσεων» βαρέος διαμετρήματος, των 145! Όταν τελείωσε το «μπαράζ» οι απώλειες των υπερασπιστών του Καλπακίου ήταν σχετικά μικρές. Το ελληνικό δαιμόνιο είχε και πάλι θαυματουργήσει… Η επινόηση, που χρησιμοποιήθηκε ήταν γνησίως Κολοκοτρωναίικη! Από τις πολλαπλές σειρές χαρακωμάτων, στις πιο εμφανείς δεν είχαν μπει φαντάροι κι έτσι τα βλήματα των Ιταλών έπεφταν στο κενό…

Η διάταξη δυνάμεων σε όλο το μέτωπο. Νοτιοδυτικά είναι ο τομέας ευθύνης της VII Μεραρχίας (μέχρι Σμόλικα) και στη συνέχεια του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας στο οποίο υπάγονταν και το Απόσπασμα Πίνδου του Συνταγματάρχη Κ. Δαβάκη

Το απόγευμα της 2ας Νοεμβρίου, μετά την από αέρος και ξηράς προπαρασκευή, επετέθη και το ιταλικό πεζικό. Η επίθεση καθηλώθηκε μπροστά στον δικό μας φραγμό, πυροβολικού και πεζικού. Αλλά οι Ιταλοί σημείωσαν μια πρόσκαιρη επιτυχία, εκτός της αμυντικής περιμέτρου του Καλπακίου. Στο δεξιό μας, στα βόρεια του Καλπακίου στις 8 το βράδυ ένα επίλεκτο τάγμα βοηθούμενο από ημιατάκτους Αλβανούς σκαρφάλωσε στην κακοτράχαλη Γκραμπάλα και ανέτρεψε τον ελληνικό λόχο, που κατείχε το ύψωμα. Καθώς πύκνωσε το σκοτάδι μια θύελλα πρωτοφανής με καταρρακτώδη βροχή κάλυψε την Γκραμπάλα, καθιστώντας αδύνατη την ανακατάληψη. Μόλις όμως κόπασε ο καιρός, στις 5 το πρωί μια ισχυρή ελληνική ομάδα υπό τον ταγματάρχη Πανταζή ξεκίνησε μέσα στο σκοτάδι. Από άνδρα σε άνδρα μια διαταγή και μόνο πέρασε: «Εμπρός δια της λόγχης…» Οι βράχοι της Γκραμπάλας αντήχησαν για πρώτη φορά από δύο χαρακτηριστικούς ήχους, ήχους που από κει κι έπειτα έμελλε να σκορπίσουν τον τρόμο στον εχθρό. Τον ανατριχιαστικό ήχο καθώς η μακριά ξιφολόγχη ανασπάται από τη θήκη και τον μεταλλικό ήχο όταν στεριώνεται στα μάνλιχερ… Σε μια θυελλώδη αντεπίθεση οι άνδρες του Πανταζή ξαναπαίρνουν την Γκραμπάλα. Αλλά το φοβερό αυτό ύψωμα που δέσποζε του Καλπακίου έμελλε ν’ αλλάξει χέρια πολλές φορές. Μέχρι να λήξει η μεγάλη μάχη.

Στις 3 Νοεμβρίου το απόγευμα, η λόγχη παραχωρεί τη θέση της στη σύγχρονη, της εποχής εκείνης, τεχνολογία. Από τα προκεχωρημένα παρατηρητήρια της VIII Μεραρχίας φτάνει στον Σταθμό Διοικήσεως ένα σήμα: «Εχθρική φάλαγξ αρμάτων εκκινεί επί της οδού από Δολιανά προς Καλπάκι». Σε δύο φάλαγγες, μια με 25-30, η άλλη με 50 άρματα μάχης, οι «Κένταυροι» επιτίθενται και πλησιάζουν σε απόσταση βολής τις ελληνικές οχυρώσεις. Ακαριαία σχεδόν δέχονται τις πρώτες ομοβροντίες από το πεδινό πυροβολικό κι αναχαιτίζονται. Κι εκείνη την ώρα αιφνιδιάζονται… Τους παραλαμβάνει κι ένα «αντιαρματικό συγκρότημα» όλα-όλα τέσσερα αντιαρματικά των 37, που συναγωνίζονται προς το πεδινό και το βαρύ που βάλλει από πιο πίσω. Εννιά άρματα του εχθρού αχρηστεύονται. Όρθιοι στα χαρακώματα οι εύζωνοι ωρύονται. Θέλουν να εφορμήσουν με τη λόγχη, για να δικαιωθούν οι λαϊκές ζωγραφιές, που αργότερα θ’ απεικονίζουν έναν εύζωνο να κυνηγάει τα τανκς! Μέχρι τις 8 Νοεμβρίου οι επιθέσεις αρμάτων και πεζικού εναντίον του Καλπακίου συνεχίστηκαν σφοδρές. Χωρίς να καμφθεί το οχυρό του Κατσιμήτρου. Η Γκραμπάλα είδε μάχες ορμητικές, στις οποίες οι Ιταλοί επέδειξαν πείσμα και γενναιότητα. Αλλά στις εκ του συστάδην συγκρούσεις, στις οποίες ο αγώνας γινόταν με χειροβομβίδες και λόγχες δεν μπόρεσαν να υπερισχύσουν. Η Γκραμπάλα τελικά παρέμεινε στα χέρια των Ελλήνων. Στις 9 Νοεμβρίου η ηγεσία του στρατού εισβολής αντελήφθη επιτέλους ότι το μέτωπο της Ηπείρου δεν σπάει. Η μοναδική της ακόμα ελπίδα ήταν η προέλαση της ΣΙΕΝΑ στο άκρο αριστερό της παρατάξεως μας. Τμήματα ιππικού που συνόδευαν τη μεραρχία αυτή είχαν προωθηθεί μέχρι το ποτάμι των νεκροπομπών! Τον Αχέροντα… Από τις 6 Νοεμβρίου το απόγευμα ο ίδιος ο Παπάγος είχε τηλεφωνήσει στον Κατσιμήτρο. Είχε πια πειστεί, ότι το Καλπάκι κρατάει χάρη στην «ανυπακοή» του Κατσιμήτρου, αλλά ανησυχούσε για τη βαθύτατη διείσδυση των Ιταλών στον παραλιακό τομέα. Αν οι Ιταλοί προχωρούσαν λίγο ακόμα και αναστρέφονταν προς τα ανατολικά και βόρεια, μπορούσαν να πλευροκοπήσουν θανάσιμα το κέντρο της άμυνας μας στο Καλπάκι! Μπροστά στην τελευταία αυτή κρίση, ο Κατσιμήτρος δεν δίστασε ν’ αποσπάσει τμήματα από τη νικηφόρα φρουρά του Καλπακίου και να τα στείλει εσπευσμένα προς τον Αχέροντα [21].

Η νίκη στο Καλπάκι είχε τεράστια στρατιωτική σημασία και οι διάφορες πτυχές της, πέρα από τις λεπτομέρειες των μαχών,αγγίζουν επίσης πολλά αμφιλεγόμενα, όπως είδαμε, θέματα. Καταρχήν δικαιώθηκε ο πρωταγωνιστής της, ο στρατηγός Κατσιμήτρος, ο οποίος μάλιστα έχει εκφράσει το παράπονό του, ότι δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στην «εποποιία της Πίνδου». Η συλλογιστική του είναι αδιάσειστη. Ότι χάρη στη διατήρηση του Καλπακίου μπόρεσε να εξαπολυθεί και η μεγάλη αντεπίθεση στην Πίνδο, την οποία θα δούμε σε λίγο [22]. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι δύο μεγάλες αμυντικές μάχες, στην Πίνδο και το Καλπάκι, βρίσκονταν σε άμεση συνάρτηση και δεν είναι λογικό να βασίσουμε την κρίση μας σε θέματα που έχουν σχέση με την πικρία ή ευφροσύνη των τοπικών ηγητόρων. Ωστόσο, είναι βέβαιο, ότι αν ο Κατσιμήτρος επέλεγε τις «ελαστικότερες» από τις οδηγίες του Γενικού Στρατηγείου και απαγκιστρωνόταν από το Καλπάκι πάνω στην έναρξη της μάχης, η έκβαση των επιχειρήσεων μπορεί να ήταν δυσμενής για την ελληνική πλευρά. Θα είχε συμπτυχθεί στο Μέτσοβο με ένα τμήμα μόνο της μεραρχίας του και σ’ αυτή την περίπτωση οι ιταλικές δυνάμεις θα σχημάτιζαν μια λαβίδα, με τη ΤΖΟΥΛΙΑ από βορρά και τη θωρακισμένη μεραρχία συν τη ΦΕΡΡΑΡΑ από δυτικά. Που θα συνέκλιναν προς Μέτσοβο, πριν συμπληρωθεί η κινητοποίηση των ενισχύσεων. Ο Παπάγος [23] στο βιβλίο του παρουσιάζει τα πράγματα κάπως πρωθύστερα… Γράφει δηλαδή, ότι στις 5 Νοεμβρίου, όταν η αντεπίθεση στην Πίνδο πήρε ευνοϊκή τροπή, τότε το Στρατηγείο αποφάσισε, ότι η περιοχή Καλπάκι – Καλαμάς πρέπει να διατηρηθεί. Αλλά στις 5 Νοεμβρίου είχε γίνει ήδη αντιληπτό ότι το Καλπάκι δεν πέφτει με τίποτε…

Το Γενικό Στρατηγείο είχε φαίνεται εξαρχής μάλλον περιορισμένες ελπίδες για την ικανότητα άμυνας του Καλπακίου. Γι’ αυτό και οι ενισχύσεις που στάλθηκαν στον Κατσιμήτρο ήταν πολύ μικρές. Κυρίως το 39 Σύνταγμα Ευζώνων από την Άρτα. Αλλά η απαισιοδοξία του Στρατηγείου αποδείχτηκε υπερβολική. Το άλλο θέμα, που αφορά στη μάχη του Καλπακίου, είναι η έξοχη δράση του πυροβολικού μας. Και η δράση αυτή αποδεικνύει όχι μόνο την αξία των πυροβολητών μας αλλά επαληθεύει τη θεωρία μου, ότι ο στρατός μας δεν «οδηγήθηκε άοπλος» στον πόλεμο. Για την ακρίβεια στον Τομέα Καλπακίου, οι δυνάμεις μας διέθεταν επτά πυροβολαρχίες, πεδινού και ορειβατικού. Κι επιπλέον δύο πυροβολαρχίες βαρέος, μια των 85 και μια των 105, αυτές που προφανώς αναφέρει και ο Βισκόντι Πράσκα. Αριθμητικώς, υστερούσαν πολύ έναντι των Ιταλών, αλλά η δύναμη πυρός τους αποδείχτηκε εξαιρετικά αποτελεσματική. Από μια έρευνα που διεξήγαγα στα ειδικά κεφάλαια των βιβλίων του Κορόζη και Παπάγου αποκόμισα την εντύπωση, ότι το πλείστο του πυροβολικού που χρησιμοποιήθηκε στο Καλπάκι προερχόταν από παραγγελίες προ της δικτατορίας. Από το 1936 όμως και έπειτα, όταν ανέλαβε αρχηγός ΓΕΣ ο Παπάγος, εκτελέστηκαν και άλλες παραγγελίες όπως ήδη είδαμε και επετεύχθησαν ουσιώδεις βελτιώσεις και συμπληρώσεις του υλικού αυτού, ώστε να καταστεί αξιόμαχο. Τέλος, ενδιαφέρον είναι, ότι διατέθηκαν ακόμα και αντιαρματικά. Πριν από τον πόλεμο το Επιτελείο είχε προσπαθήσει να αποκτήσει από τη Μ. Βρετανία έναν αριθμό περίπου 1.800 «αντιαρματικών τυφεκίων». Προφανώς ένα πρόδρομο των μπαζούκας… Απ’ αυτά παραλήφθηκαν, λόγω ενάρξεως του Παγκόσμιου Πολέμου, μόνο 22! Και θα μπορούσαν να αποβούν πολύ αποτελεσματικά δεδομένου, ότι τα άρματα των «ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ», τύπου Μ 13/40 «CARRO ARMAΤΟ» είχαν ισχυρή και ταχεία δύναμη πυρός, αλλά η θωράκιση τους ήταν μάλλον ασθενής. Όπως και να έχει το πράγμα, το ελληνικό πυροβολικό είτε πεδινό, είτε ορειβατικό, είτε τα λίγα αντιαρματικά, ενταφίασε τις ελπίδες της θωρακισμένης μεραρχίας.

Στο θέμα της ισχνής αεροπορικής υποστηρίξεως του στρατού της Ηπείρου υπάρχουν απόψεις διισταμένες. Των Ιταλών, που ισχυρίζονται, ότι οι κινήσεις τους παρενοχλήθηκαν σοβαρότατα από τις επιθέσεις των αεροπλάνων μας και των Ελλήνων, που παρεπονούντο, ότι δεν βλέπαν ελληνικά φτερά… Είναι προφανές, ότι και εδώ οι λίγοι γενναίοι κάναν πολλά… Οι τολμηροί αεροπόροι μας, μια χούφτα αεροπλάνων, ενήργησαν τόσες επιδρομές, ώστε δώσαν στους Ιταλούς την εντύπωση μεγάλης ισχύος…

Τις τρεις πρώτες μέρες του Νοεμβρίου, καθώς η μάχη στο Καλπάκι έβαινε προς την κορύφωση της, το Γενικό Στρατηγείο έριξε όλο το βάρος του προς την Πίνδο. Οι ελληνικές δυνάμεις που είχαν μπει σε συναγερμό για τη σωτηρία του μετώπου της Πίνδου περιλάμβαναν την Ι Μεραρχία Πεζικού, της οποίας το επιτελείο είχε ήδη φτάσει στο Επταχώρι, την V Ταξιαρχία Πεζικού που κατευθυνόταν προς τις διαβάσεις του Γράμμου και δύο μονάδες ιππικού. Την Ταξιαρχία Ιππικού που εκινείτο από το Δούτσικο προς τη Σαμαρίνα και ολόκληρη τη Μεραρχία Ιππικού, η οποία με επίκεντρο την περιοχή Μετσόβου θ’ αντιμετώπιζε τον από βορρά κίνδυνο, δηλαδή το ενδεχόμενο να προωθηθούν οι Ιταλοί από τη Βωβούσα προς το ίδιο το Μέτσοβο. Κι ενώ οι δυνάμεις αυτές μετακινούνταν προς την Πίνδο, τμήματα της ΤΖΟΥΛΙΑ συνέχιζαν τη διείσδυση τους, φτάνοντας στο βαθύτερο και πιο επικίνδυνο σημείο. Στις 2 Νοεμβρίου κατέλαβαν το γραφικό «βλαχοχώρι», τη Σαμαρίνα, ανεστράφησαν προς νότο, πήραν το Δίστρατο και στις 3 Νοεμβρίου προχωρημένες μονάδες έκαναν την εμφάνιση τους στη Βωβούσα. Σε απόσταση 6 ωρών με τα πόδια ή με ζώα από το Μέτσοβο! [24,25]

Η κίνηση της Ιταλικής μεραρχίας ΤΖΟΥΛΙΑ εντός του Ελληνικού εδάφους

Τη Βωβούσα την έχω επισκεφτεί δύο φορές. Παρακινούμενος από την έντονη επιθυμία να δω με τα μάτια μου το σημείο στο οποίο έφτασε η αιχμή του δόρατος της ΤΖΟΥΛΙΑ…

Η Βωβούσα είναι ένα μικρό χωριό, που αντλεί τη γοητεία του πιο πολύ από τη φυσική ομορφιά της περιοχής. Κτισμένο εκατέρωθεν του Αώου, που στο σημείο αυτό έχει πια διογκωθεί σε μεγάλο ποτάμι, ξεχωρίζει στο μάτι από την απότομη, τοξωτή γέφυρα που ενώνει τις δύο όχθες του Αώου. Μια απ’ αυτές τις μοναδικές τούρκικες γέφυρες στρωμένες με πλάκες και πέτρες, όπως τα καλντερίμια. Ο ένας και μοναδικός χωροφύλακας που συνάντησα στο χωριό με πήγε προς τα υψώματα, στη βορειοανατολική παρυφή της Βωβούσας. Μου έδειξε τα υψώματα: «Πέσαν κορμιά», μου είπε απλά, «…αλλά τους σταμάτησαν!»

Η Βωβούσα δεν έχει οδική σύνδεση με το Μέτσοβο. Ούτε και σήμερα… Ρώτησα τους ντόπιους. Πάτε καμιά φορά στο Μέτσοβο. Ναι, μου απάντησαν, με μουλάρια ή πεζή. Και πόσες ώρες κάνετε; Ίσαμε 6 ώρες!

Η διοίκηση της μεραρχίας ΤΖΟΥΛΙΑ τελούσε σε ευφορία. Βρισκόντουσαν σε απόσταση αναπνοής από το Μέτσοβο. Λίγη προσπάθεια ακόμα και θα κόβαν τον κορμό της Ελλάδας στη μέση… Αλλά είχαν κάνει ένα σφάλμα τακτικής. Η «αυτοκάλυψη» του αριστερού της βαθύτατης σφήνας προς Σαμαρίνα ήταν επισφαλής. Προς το Επταχώρι οι ελληνικές ενισχύσεις από μικρές, συμβολικές στην αρχή, έφταναν τώρα «εν δυνάμει». Μια ολόκληρη μεραρχία, η Ι του Βραχνού. Οι πρώτες κρούσεις στο πλευρό τους άρχισαν με πυρήνα όσες ακόμα αξιόμαχες δυνάμεις είχε το ηρωικό «Απόσπασμα Πίνδου». Ο Δαβάκης ήθελε να προλάβει να νιώσει τη χαρά της αντεπιθέσεως πριν επέμβουν οι μεγάλες μονάδες. Συγκλονιστικές μάχες εκ του συστάδην άρχισαν σε υψώματα που σε λίγο θα έμπαιναν στην ιστορία… Ταμπούρι, Τσούκα-Ζούζουλης (σ5), Προφήτης Ηλίας Φούρκας. Εκεί πάνω στον Προφήτη Ηλία, στις 2 Νοεμβρίου ο Δαβάκης τραυματίστηκε βαριά από σφαίρα που διέτρησε τον δεξιό του πνεύμονα… Την ίδια νύχτα τέσσερα γεροδεμένα ζευγάρια χέρια κατέβασαν με στοργή ένα φορείο, πάνω στο οποίο κείτονταν ο λαβωμένος αρχηγός του «αποσπάσματος αυτοκτονίας». Ξύπνησε από τον λήθαργο την Κυριακή πρωί 3 Νοεμβρίου, για να μάθει με αγαλλίαση τα σπουδαία νέα. Η μεγάλη ελληνική επίθεση είχε πάρει διαστάσεις [26].

Το πώς έφτασαν οι λίγες στην αρχή και ισχυρές κατόπιν ενισχύσεις στην Πίνδο είναι μια απ’ αυτές τις εποποιίες που μόνο ο Έλληνας φαντάρος μπορεί να γράψει… Η επίσημη αφήγηση [27] σημειώνει: «…Αι μετακινήσεις αύται εγένοντο ως επί το πλείστον δια πορειών πεζή, ελάχιστοι δε τούτων δι’ αυτοκινήτων μέχρι Δούτσικον, ένθα έφθανε καρροποίητος οδός…!» Αλλά η ανεπίσημη αφήγηση μιλάει στην καρδιά. Το τάγμα είχε φτάσει στο Δούτσικο μ’ ένα σαραβαλιασμένο, επίτακτο λεωφορείο… Και από κει άρχισε η «ναπολεόντειος πορεία» για το Κεράσοβο. Δεκατέσσερις ώρες πορεία την πρώτη μέρα μέσα στη βροχή, χωρίς ούτε την καθιερωμένη δεκάλεπτη στάση για ανάπαυση. Τα λουριά του όπλου, του γυλιού βάραιναν τους ώμους… Πιο πολύ όμως τ’ άρβυλα, που ήταν στενά για τον ένα, φαρδιά για τον άλλο… «…Είχαν αρχίσει την πορεία με τραγούδια, μα γρήγορα τα σταμάτησαν… Τη δεύτερη μέρα της πορείας όλη η προσοχή των φαντάρων συγκεντρώθηκε στις πληγές των ποδιών. Κάθε βήμα κι ένας πόνος… Ωστόσο έσφιγγαν τα δόντια… Γρήγορα πήγαιναν, αφού ήξεραν πως η σωτηρία της Ελλάδας ήταν ζήτημα λίγων ωρών [28]…»

Από το πρωί της 3ης Νοεμβρίου, οι αλπινιστές κατάλαβαν, ότι η ευφορία που είχανε νιώσει ήταν πρόσκαιρη. Απ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα έβρεχε φωτιά και σίδερο. Οι «ναπολεόντειες» πορείες είχαν τελειώσει… Κι αυτοί οι ατσαλένιοι φαντάροι με τα πληγωμένα πόδια συναγωνίζονταν τώρα ποιος να χτυπήσει πρώτος την παγιδευμένη ΤΖΟΥΛΙΑ. Τα τμήματά της που είχαν προωθηθεί από το Κεράσοβο προς τη Σαμαρίνα αποκόπηκαν. Σαν αγρίμια προσπάθησαν πρώτα ν’ ανοίξουν δίοδο προς τ’ ανατολικά μήπως μπορέσουν να ξεχυθούν προς την κατεύθυνση των Γρεβενών… Αν ήταν δυνατόν. Κι όμως οι Ιταλοί πολέμησαν σαν θηρία. Όταν κατάλαβαν ότι η δίοδος αυτή είχε αποφραχτεί από την Ταξιαρχία Ιππικού, εξαπέλυσαν ένα τάγμα εναντίον της στο ύψωμα Σκούρτιζα. Και τότε έγινε ένα θαύμα… Επενέβη η μικρή ελληνική αεροπορία. Και βομβάρδισε τους Ιταλούς από χαμηλό ύψος βοηθώντας τους ιππείς! Την ίδια μέρα, στις 3 Νοεμβρίου, η Ταξιαρχία μας Ιππικού μπήκε στη Σαμαρίνα. Ο σιδερένιος κλοιός είχε αρχίσει να κλείνει… Η Ι Μεραρχία Πεζικού, η Ταξιαρχία Ιππικού και η Μεραρχία Ιππικού είχαν αποκαταστήσει επαφή. Ο θύλακας της ΤΖΟΥΛΙΑ είχε περισφιχθεί από βόρεια, ανατολικά και νότια. Του απέμενε μόνο μια οδός διαφυγής. Προς τα δυτικά. Στις 4 Νοεμβρίου τα ελληνικά τμήματα κατέλαβαν και τη Βωβούσα. Βρήκαν εκεί ένα μοναδικό ελληνικό λόχο που προσπαθούσε επί μέρες να κρατήσει τους Ιταλούς στα γύρω υψώματα. Η κύρια δύναμη των αλπινιστών αναστράφηκε τώρα προς το Δίστρατο. Οι περήφανοι αυτοί άνδρες που μια βδομάδα πριν είχαν εισβάλει με τον αέρα μιας από τις πιο επίλεκτες μονάδες του ιταλικού στρατού, μάχονταν τώρα για τη ζωή τους. Η φάκα είχε κλείσει για καλά κι άφηνε μόνο μια στενή διέξοδο. Την τελευταία. Προς τα δυτικά, προς τον δρόμο της άδοξης επιστροφής. Επί τρεις μέρες, οι αλπινιστές μάχονταν στο Δίστρατο για να οργανώσουν την υποχώρηση. Έπρεπε, ξεκινώντας από κει, να διασχίσουν «την στενήν και άξενον κοιλάδα του Αώου ποταμού», ανάμεσα στον φοβερό ορεινό όγκο του Σμόλικα και το φουσκωμένο ποτάμι. Η μοναδική αυτή διάβαση περνούσε από τα χωριά Άρματα και Ελεύθερο προς Κόνιτσα. Ρακένδυτοι, ταπεινωμένοι, πεινασμένοι οι αλπινιστές πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Αυτή τη φορά τα στοιχεία της φύσεως τους σώσανε και ας καταριόταν η ηγεσία τους από την πρώτη μέρα της εισβολής τις κακές καιρικές συνθήκες… Ανάμεσα στα Άρματα και Ελεύθερο στην περιοχή Βρυσοχωρίου τους περίμενε ένα καινούριο Απόσπασμα. Το «Απόσπασμα Αώου». Ένα συγκρότημα που είχε στηθεί εκ των ενόντων από το συμπτυγμένο Τάγμα Προκαλύψεως Κονίτσης και μια από τις ελάχιστες, τότε, «γενικές εφεδρείες» του Στρατηγείου. Το λεγόμενο «απόσπασμα Μετσόβου» (τάγμα συν πυροβολαρχία ορειβατικού) σταλμένο και αυτό εσπευσμένα στη νότια όχθη του Αώου. Αλλά το ποτάμι είχε πλημμυρίσει από τις συνεχείς βροχές. Το «Απόσπασμα Αώου» δεν μπόρεσε να το διαβεί. Και οι αλπινιστές πέρασαν. Ο πλημμυρισμένος Αώος εξουδετέρωσε την τελευταία ελληνική ενέδρα…

Φτάνοντας στην Κόνιτσα οι συντετριμμένοι αλπινιστές βρήκαν μια αναπάντεχη βοήθεια. Μια ολόκληρη μεραρχία, την ΜΠΑΡΙ, η οποία αρχικά προοριζόταν για απόβαση στην Κέρκυρα! Όταν η ιταλική ηγεσία συνειδητοποίησε το φιάσκο στην Πίνδο, έστειλε εσπευσμένα τη μεραρχία αυτή, για την ακρίβεια 47η Πεζικού, στην Κόνιτσα για να συγκρατήσει την κατάσταση.

Έτσι τελείωσε η «Εποποιία της Πίνδου». Υπάρχει γι’ αυτήν άλλη μια ξηρή, λιγόλογη στρατιωτική περιγραφή: «…Κατά την ημέραν ταύτην (3.11.40) εξεδηλώθη η δυσμενής κατάστασις των επιτιθεμένων (ελληνικών) Τμημάτων από απόψεως εφοδιασμού καθ’ όσον λόγω ελλείψεως μεταγωγικών μέσων των Μονάδων και των δυσμενών καιρικών συνθηκών ο εφοδιασμός αυτών εις τρόφιμα, νομήν και πυρομαχικά ήτο ελλιπέστατος. Δια την αντιμετώπισιν της καταστάσεως αυτής διετάχθη η συγκρότησις αγγαρειών εκ χωρικών ανδρών, γυναικών και παίδων δια την μεταφοράν επί των ώμων των εφοδίων του Στρατού [29]…» Η έκφραση «αγγαρείες» μπορεί στη στρατιωτική ορολογία να σημαίνει -πέραν της ποινής- μια εκτός προγράμματος χρησιμοποίηση πολιτών σε έργα του στρατού. Όμως για τη μάχη της Πίνδου αντηχεί σχεδόν υβριστικά… Διότι δεν επρόκειτο για αγγαρεία. Ολόκληρος ο πληθυσμός, από τους πιο φτωχούς και πεινασμένους της ορεινής Ελλάδας, ξεσηκώθηκε σαν ένας άνθρωπος. Κι αυτές οι μοναδικές, οι απαράμιλλες γυναίκες των χωριών. Που κάθε βράδυ γύριζαν στα χωριά ζαλωμένες με κλαριά και σακιά υποκατέστησαν στην Πίνδο τα μεταγωγικά! «…Οι γυναίκες κουβάλησαν τα πυρομαχικά ως την κορυφή της Γκαμήλας, 2.500 μέτρα ψηλά. Σκυφτές, λυγισμένες στα δύο από το βάρος της κάσας των φυσεκιών που τους βάραινε την πλάτη, ανέβαιναν με το ήσυχο, ακούραστο βήμα των ατσαλένιων τους ποδιών 18 σωστές ώρες κατά συνέχεια, ενώ πίσω ακολουθούσαν τα παιδιά τους, αυτά τα Ελληνικά θηρία, φορτωμένα ταγάρια με γεμιστήρες πολυβόλων ή μια οβίδα ορειβατικού. Στο γυρισμό κατέβαζαν τραυματίες για τα νοσοκομεία…» Ακόμα και κανόνια σύρανε με τις τριχιές των ζώων… Μια γέφυρα επισκευάστηκε από γυναικεία χέρια, που μπήκαν στο νερό μέχρι το στήθος… Και τη νύχτα, στα φτωχικά σπίτια της Πίνδου μπάλωναν τα μουσκεμένα ρούχα των φαντάρων [30].

Έτσι γράφτηκε η «Εποποιία της Πίνδου»!

Σημειώσεις

[20] Βισκόντι Πράσκα στον Κατσιμήτρο: σελ. 88
[21] Η περιγραφή της μάχης του Καλπακίου βασίστηκε κυρίως σε μια σταχυολόγηση από το βιβλίο του πρωταγωνιστή της, του στρατηγού Χ. Κατσιμήτρου, «Ήπειρος Προμαχούσα».
[22] Κατσιμήτρος Χ.: σελ. 144
[23] Παπάγος Α. (Ο Πόλεμος της Ελλάδος): σελ. 221
[24] Ζαφειρόπουλος Δ.: σελ. 46-49
[25] Παπάγος Α. (Ο Πόλεμος της Ελλάδος): σελ. 222-224
(σ5) Στο νεκροταφείο της Ζούζουλης βρίσκεται ένας απέριττος τάφος. Κάτω από τον σταυρό ένα όνομα που έμεινε στην ιστορία: «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΙΑΚΟΣ, υπολοχαγός πεζικού. 1 Νοεμβρίου 1940».
Ο Διάκος ήταν ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός που έπεσε μαχόμενος. Και το πιο συγκινητικό ήταν, ότι καταγόταν από την αλύτρωτη ακόμα Δωδεκάνησο.
[26] Βερνάρδος Ι.: σελ. 177
[27] Παπάγος Α. (Ο Πόλεμος της Ελλάδος): σελ. 220
[28] Ζαλοκώστας Χ. (Πίνδος): σελ. 9-10
[29] Ζαφειρόπουλος Δ.: σελ. 48
[30] Ζαλοκώστας Χ. (Πίνδος): σελ. 52-53

Advertisements