***

Μίμης Τραϊφόρος

«Όποιος γνώρισε από κοντά τον Μίμη Τραϊφόρο, δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει στη διαπίστωση πως ο εκλεκτός αυτός συγγραφεύς και στιχουργός είναι παράλληλα και ένας θαυμάσιος άνθρωπος με αισθήματα καλλιτεχνικά και ποιότητα σκέψεως αξιοζήλευτη. Όσο «αέρα» και όση άνεση έχει στη σκηνή – όταν εμφανίζεται και ως κομφερανσιέ – τόση ταπεινοφροσύνη και σεμνότητα έχει στη ζωή. Ευγενικός, απλός, καταδεκτικός, σχεδόν συνεσταλμένος, διακρίνεται για τη σεμνότητα του χαρακτήρος του και για την καλλιέργεια του πνεύματός του. Είναι ένας άλλος Τραϊφόρος από εκείνον που βλέπουμε στο θέατρο, ένας συγγραφέας στοχαστικός και μετριόφρων και ένας άνθρωπος πράος και καλοκάγαθος. Νομίζω πως η γυναίκα του, η Σοφία Βέμπο, η μεγάλη μας Σοφία Βέμπο, πρέπει να είναι ευτυχισμένη και υπερήφανη.

Σοφία Βέμπο

Θα σας εξομολογηθώ κάτι. Την κ. Σοφία – όπως τη λέμε την πρώτη τραγουδίστρια της χώρας μας – λίγο την ξέρω, αλλά πολύ την καταλαβαίνω. Είναι μία εντελώς ξεχωριστή φυσιογνωμία του τόπου μας, είναι μία πραγματικά μεγάλη καλλιτέχνις και ένας γλυκύτατος άνθρωπος. Βρίσκεται, ζει και κινείται σ’ ένα περιβάλλον που δε μπορεί να παρακολουθήσει, ακόμη και να εκτιμήσει – στο μέγεθος της αξίας της – την προσφορά της στο θέατρο και στο τραγούδι. Ερμηνεύτρια της χαράς και του πόνου, πομπός και δέκτης των αισθημάτων του λαού μας, η Σοφία Βέμπο, ξεπέρασε τα όρια αντιλήψεως του κοινού, που από ένστικτο τη θαυμάζει και την αγαπά και τραγουδά στο κενό. Έχει ξεπεράσει την εποχή της. Ίσως αργότερα οι ακροαταί της, να είμαστε σε θέση να απολαύσουμε τις λεπτομέρειες που μας χαρίζει η φαντασία της καλλιτέχνιδος αυτής. Ίσως να υπάρχουν και σήμερα μερικοί που να νιώθουν τα ρίγη της αισθητικής συγκινήσεως να διαπερνούν το πετσί τους, όταν η απαράμιλλη αυτή δεξιοτέχνις του τραγουδιού, ζωντανεύει τις άψυχες νότες και τους νεκρούς στίχους σε απίθανους χρωματικούς κυματισμούς, που σε μεταφέρουν σε κόσμους μακρινούς, σε κόσμους γαλήνης και περισυλλογής.

Ήταν λοιπόν, ένα πρόβλημα για το τραγουδιστικό αυτό ηφαίστειο, η ιδιωτική του ζωή. Ο σύντροφος του βίου της, ο άντρας της θα έπρεπε να βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο καλλιτεχνικής αναζητήσεως, στο ίδιο παρατηρητήριο ερεύνης.

Και ο σύντροφος αυτός βρέθηκε στο πρόσωπο του Μίμη Τραϊφόρου πριν από 19 ακριβώς χρόνια. Όμως πόσες διαδοχές ανοίξεως και φθινοπώρου δεν κράτησε αυτή η μνηστεία, ως που να δοθεί, προ διετίας μόλις, η φυσική λύσις του γάμου.

Ο σπόρος όμως της αγάπης και της «κατανοήσεως των ψυχών», άρχισε κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, στο θέατρο «Μοντιάλ». Αλλά καιρός είναι να δώσουμε το λόγο στον φίλτατο και αγαπημένο μου Μίμη Τραϊφόρο.

Η Σοφία – αρχίζει ο δημιουργός της φετινής θεατρικής επιτυχίας «Όταν γυρίζουν τα χελιδόνια» –  ήταν ρομαντζιέρα του «Μοντιάλ» και μου ζήτησε να γράψω ένα πολεμικό τραγούδι, πάνω στη μουσική της «Ζεχρά». Καταλαβαίνεις πόση συγκίνηση ένιωσα. Η Σοφία ήταν ήδη φτασμένη κι εγώ στο ξεκίνημά μου σχεδόν. Την κοίταξα από πάνω μέχρι κάτω, ύστερα σήκωσα το κεφάλι μου για να την αντικρύσω στα μάτια και είπα: «Σας ευχαριστώ για την υψηλή τιμή που μου κάνετε…».

Εκείνη χαμογέλασε και πήγε στο καμαρίνι της. Εγώ κάθισα κι έστιψα το κεφάλι μου… Τα νέα από το μέτωπο ήταν συγκλονιστικά. Η ελληνική λεβεντιά έγραφε με το αίμα της σελίδες εθνικού μεγαλείου. Η ψυχή μου φτερούγισε από ενθουσιασμό και πατριωτικό μένος. Έπρεπε να γράψω κάτι καλό. Όμως ένιωσα αδύναμος να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις του θέματος και στην εμπιστοσύνη της Σοφίας. Πάντως στο τέλος, κάτι κατάφερα. Έγραψα το «Παιδιά της Ελλάδος, παιδιά, πού σκληρά πολεμάτε, πάνω στα βουνά…». Πήγα και της το διάβασα. Ενθουσιάστηκε. Την παρακολουθούσα στο βλέμμα. Μια υγρή συγκίνηση είδα να ξεπηδάει σε εκείνα τα μάτια. Όμως σταμάτησε στους δυο τελευταίους στίχους. Το τραγούδι τελείωνε με την εξής στροφή: «Αν δε βγείτε νικηταί, να μην έρθετε ποτέ…».

Μιχάλης Σουγιούλ

–  Δεν νομίζετε πως είναι σκληρό αυτό πού λέτε; με ρώτησε ευγενικά.»

Την πρόσεξα περισσότερο. Πόσο δίκιο είχε… Οι δυο τελευταίοι στίχοι μου ήταν βάναυσοι.

Ναι, ψιθύρισα. Σας ευχαριστώ. Είναι κάτι περισσότερο από σκληροί. Θα τούς διορθώσω. Τους έσβησα και τους αντικατέστησαν αμέσως με δυο «Με της νίκης τα κλαδιά σας προσμένουμε, παιδιά…».

Ήταν ή ώρα της στη σκηνή. Η Σοφία άρπαξε το χειρόγραφο και παρουσιάστηκε στο κοινό. Εγώ, έτρεξα και παρακολούθησα από τις κουίντες.  Η Σοφία, παλλόμενη από συγκίνηση και βουρκωμένη άρχισε να τραγουδά τους στίχους, «από χειρογράφου». Στην πλατεία ξέσπασε ένας ενθουσιασμός. Ένας καταρράκτης από χειροκροτήματα συγκλόνισαν την ατμόσφαιρα. Σε κάθε στροφή του τραγουδιού, η πλατεία και η γαλαρία εδονούντο από τον πανζουρλισμό των θεατών. Η Σοφία έμοιαζε με ιέρεια του πολέμου, μεγαλοπρεπής και παράλληλα ράκος από τη συγκίνηση. Μόνη και υπερήφανη, σάλπιζε τα πατριωτικά συνθήματα…

Συγκινημένος και ο Μίμης, έκοψε την αφήγησή του, άναψε τσιγάρο, χαμογέλασε και έκλεισε τη συνέντευξή μας με τα εξής λόγια: Από εκείνο το βράδυ άρχισαν και οι δικές μας αψιμαχίες, της Σοφίας και εμένα και μέχρι σήμερα συνεχίζεται ο εικοσαετής μας πόλεμος.

Ο Μίμης θέλησε να κλείσει ευτράπελα τη συζήτηση. Όμως από την κατακλείδα βγαίνει μια αλήθεια.  Ότι  η Σοφία και ο Μίμης εξακολουθούν να δίνουν τη μάχη της καλυτερεύσεως του θεάτρου μας.»

(περιοδικό «ΦΑΝΤΑΣΙΑ», τεύχος 7, 7 Οκτωβρίου 1959, σελ. 8).

***

ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΑΙΔΙΑ»
Μουσική : Μιχάλης Σουγιούλ
Στίχοι : Μίμης Τραϊφόρος
Πρώτη εκτέλεση: Σοφία Βέμπο

Μεσ’ στους δρόμους τριγυρνάνε / οι μανάδες και κοιτάνε / ν’ αντικρύσουνε
τα παιδιά τους π’ ορκιστήκαν / στο σταθμό όταν χωριστήκαν / να νικήσουνε.

Μα για ‘κείνους που ‘χουν φύγει / και η δόξα τους τυλίγει / ας χαιρόμαστε,
και ποτέ καμιά ας μην κλάψει / κάθε πόνο της ας κάψει  / κι ας ευχόμαστε

Παιδιά της Ελλάδος παιδιά / που σκληρά πολεμάτε πάνω στα βουνά
παιδιά στη γλυκιά Παναγιά / προσευχόμαστε όλες να ‘ρθετε ξανά.

Λέω σ’ όσες αγαπούνε / και για κάποιον ξενυχτούνε / και στενάζουνε,
πως η πίκρα κι η τρεμούλα / σε μια τίμια Ελληνοπούλα / δεν ταιριάζουνε.

Ελληνίδες του Ζαλόγγου / και της πόλης και του λόγγου / και Πλακιώτισσες
όσο κι αν πικρά πονούμε / υπερήφανα ας πούμε / σαν Σουλιώτισσες

Παιδιά της Ελλάδος παιδιά / που σκληρά πολεμάτε πάνω στα βουνά
παιδιά στη γλυκιά Παναγιά / προσευχόμαστε όλες να ‘ρθετε ξανά

Με της νίκης τα κλαδιά / σας προσμένουμε παιδιά

Το κείμενο προέρχεται από τη σελίδα http://www.e-orfeas.gr

Advertisements