Από entopios.gr

Αναστάσιος Μ. Μπουλγούρης

«H διεκδικητική πολιτική, η νέα στρατηγική πολιτική της Ελλάδος προς την π.Γ.Δ.Μ»

Αν τα νότια σύνορα της αρχαίας Μακεδονίας είναι λίγο πολύ ξεκαθαρισμένα και έχουν προσδιοριστεί και ανταποκρίνονται στα σημερινά, πραγματικός πονοκέφαλος για τους ιστορικούς αποτέλεσαν τα Βόρεια σύνορα της Μακεδονίας τα οποία λόγω της μερικής έλλειψης πηγών παραμένουν ακόμη μέχρι και σήμερα στο φάσμα της προσέγγισης.

Ως βόρεια σύνορα της Μακεδονίας μπορούμε να εννοήσουμε μια νοητή γραμμή ως όριο προσδιορισμού ενός γεωγραφικού χώρου εντός του οποίου, οι κάτοικοι, όχι οπωσδήποτε ως κυριαρχία των εκάστοτε μακεδονικών βασιλικών οίκων επί των διαφόρων φυλετικών ομάδων, αλλά όταν αυτές οι ίδιες φυλετικές ομάδες αυτοπροσδιορίζονταν ως εθνικά Μακεδόνες συμμετέχοντας οργανικά στο μακεδονικό πολιτικό – πολιτιστικό – οικονομικό γίγνεσθαι.

Την σχετική έλλειψη των πηγών, όσον αφορά τον προσδιορισμό των βορείων συνόρων, που δηλαδή τελείωνε «η μακεδονική γη» και που ξεκινούσε η ιλλυρική ή δαρδανική ή θρακική, έρχεται να καλύψουν εν μέρει η επιγραφική, η νομισματική, η αρχαιολογία, όπως επίσης η ονοματολογία τοπωνυμίων, τα οποία βεβαίως δεν μπορούν να θεωρηθούν επαρκή για να αποτυπώσουν μια ολοκληρωμένη εικόνα του προβλήματος του προσδιορισμού δηλαδή των βορείων συνόρων της αρχαίας Μακεδονίας.

Μεγάλη δυσκολία των ιστορικών – εθνογράφων που προσπάθησαν να προσεγγίσουν όσο το δυνατόν πληρέστερα αυτή τη νοητή γραμμή των προς Βορρά μακεδονικών συνόρων που θα μπορούσε να ανταποκρίνεται στην αλήθεια των πραγμάτων του 6ου αι., όταν αρχίζει να έχουμε τις πρώτες διηγηματικές αναφορές, βρέθηκαν αντιμέτωποι με την ταύτιση των διαφορετικών ονομασιών που έφεραν ανά εποχές τα διάφορα φυσικά όρια όπως τα όρη, οι ποταμοί και οι λίμνες μεταξύ των κρατών και των φυλών που έδρασαν στην περιοχή. Όσον αφορά τις διάφορες επιγραφές που βρέθηκαν μέχρι σήμερα από την αρχαιολογική σκαπάνη, το μεγαλύτερο μέρος αυτών είναι στην ελληνική γλώσσα και χρονολογούνται από τον 3ο αι. π.χ. Τα δε νομίσματα που βρέθηκαν και που βρίσκονται σε διάφορες συλλογές χρονολογούνται από τις αρχές του 5ο αι. π.χ.

Πληροφορίες που μπορούμε να συλλέξουμε από γραπτές πηγές των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, πάντα σε σχέση με τα σύνορα της Μακεδονίας, είναι: Ο Εκαταίος (500 π.χ) στο έργο του «Γης Περίοδος» και στο κεφάλαιο «Περιήγησις Ευρώπης» όπου εκεί αναφέρεται ότι οι Εγχελαίοι – Εγχελείς περί της λίμνης της Αχρίδος συνόρευαν προς Νότο με το ηπειρωτικό φύλο των Χαόνων Να σημειώσουμε εδώ ότι κατά τον Εκαταίο οι Ορέστες, οι Ελιμαίοι και οι Πελαγόνες συγκαταλέγονταν στα Ηπειρωτικά φύλα και όχι στα μακεδονικά.

Περισσότερες πληροφορίες για την «μακεδονική γη», όπως για πρώτη φορά αναφέρεται, αντλούμαι από το πέμπτο και έβδομο βιβλίο του συγγραφικού έργου του Ηροδότου «Ιστορίαι», όπου γίνεται λόγος για τα θρακικά, παιονικά φύλα και για μια μεγάλης από ιστορικής άποψης σπουδαιότητας λίμνη «Πρασία» στην κεντρική βορειοανατολική Μακεδονία για την οποία σε άλλο σημείο θα γίνει εκτενέστερη αναφορά. Ο Ηρόδοτος είναι ο πρώτος αρχαίος συγγραφέας που ασχολείται διεξοδικά με την καταγωγή και προέλευση των αρχαίων Μακεδόνων και δίδει γενικές πληροφορίες για τις περιοχές που κατοίκησαν οι αρχαίοι Μακεδόνες χρησιμοποιώντας πρώτος τον όρο «μακεδονική γη». Ακολούθως ο «πατέρας της ιστορίας», Θουκυδίδης, στο έργο του «Ξυγγραφαί», στο δεύτερο βιβλίο όπου περιγράφεται η επίθεση κατά των Μακεδόνων του βασιλιά των Οδρυσσών (θρακικό φύλο) Σιτάλκη, η οποία επήλθε ως αποτέλεσμα της συμφωνίας που είχε συνάψει με τον βασιλέα της Σπάρτης Βρασίδα, παραθέτει ακριβέστερες πληροφορίες από τον προκάτοχό του για τις περιοχές της Μακεδονίας. Ο Θουκυδίδης είναι ο πρώτος ιστορικός ο οποίος διακρίνει την «μακεδονική γη» του Ηροδότου σε Άνω Μακεδονία και

Κάτω Μακεδονία αποκαλύπτοντας έτσι τα βορειοδυτικά σύνορα της Μακεδονίας με την Ιλλυρία. Από τον ίδιο συγγραφέα αντλούμε επίσης, πολύ σπουδαίες πληροφορίες για τα κεντρικά βόρεια σύνορα της Μακεδονίας προς την Παιονία που έφθαναν μέχρι τις βόρειες όχθες του Στρυμόνα, στην σημερινή κοιλάδα της Κρέσνας και του ποταμού Πόντος. Όχι μακριά από τον ποταμό Στρυμόνα με κατεύθυνση τον Βορρά βρισκόταν η περιοχή Δόβηρος (Dobir) και το όρος Κερκίνη τα οποία αποτελούν τα σημαντικότερα σημεία οριοθέτησης των βορείων συνόρων της Μακεδονίας κατά τον 5ο αι.

Άλλες πηγές αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και μη που δίνουν πληροφορίες για τον καθορισμό των αρχαίων μακεδονικών συνόρων προς Βορρά μπορούν να αντληθούν από τα έργα: Σκύλακος «Περίπλους», Σκύμνονος «Orbis descriptio», Πτολεμαίου «Γεωγραφία», του οποίου το δεύτερο βιβλίο ασχολείται με τα ιλλυρικά φύλα, ενώ το τρίτο με τη Μακεδονία, τη Μοισία και την Θράκη.

Πολύ σημαντικό για το καθορισμό των βορείων συνόρων της Μακεδονίας είναι το έβδομο βιβλίο του έργου με την επωνυμία «Γεωγραφία» του Στράβωνος το οποίο περιγράφει τους λαούς της χερσονήσου του Αίμου, καθώς επίσης, τα δύο χειρόγραφα που φυλάσσονται στη βιβλιοθήκη του Βατικανού με το τίτλο «Χρηστομάθειαι των Στράβωνος γεωγραφικών». Να σημειωθεί ότι οι πληροφορίες του Στράβωνος είναι πολύ σημαντικές, διότι ο ρωμαίος ελληνόγλωσσος συγγραφέας χρησιμοποίησε ως πηγές όλους τους γνωστούς συγγραφείς της τότε εποχής και περισσότερο την ιστορία του Πολύβιου .

Στον ίδιο αιώνα Ι-ΙΙ αι. μ.χ χρονολογούνται και τα πολύ σημαντικά έργα για τον προκαθορισμό των συνόρων της Μακεδονίας του Διονυσίου «Περιηγήσεις της γης» στο οποίο βασίστηκε ο Ευστάθιος που συνέγραψε το «Kommentarii» (12 αι. μ.Χ.). Τα στοιχεία που παραθέτει ο Διόνυσος στο έργο του είναι πολύ σημαντικά διότι γεννήθηκε στο Βυζάντιο και ήταν καλός γνώστης των περιοχών της Θράκης.

Από τους λατίνους συγγραφείς που έγραψαν στα λατινικά να αναφέρουμε τα έργα, Ρωμαϊκή ιστορία (Ab urbe condita libri) του Τίτου Λίβιου, «Naturalis Historiae» (VI βιβλίο) του Πλίνιου, το «Epitoma Historiarum Pfilippikarum» (VII, VIII, IX βιβλία) του Ιουστίνου και να κλείσουμε την αναφορά μας με τους λεξικογράφους της πρώτης χριστιανικής εποχής, τον Στέφανο Βυζάντιο «Περί πόλεων» ο οποίος χρησιμοποίησε όλους τους τότε γνωστούς συγγραφείς και περισσότερο το έργο του Θεομπόμπη «Φιλιππικά» και το «Περίπλους» του Αρτεμίδωρου του Εφέσιου.

1. F 103, Die Fragmente der griechischen Historiker, ed. F. Jakoby, (Berlin 1926 – 1929) γνωστό με τη συντομογραφία F.Gr.Η. «Εκαταίος» frag. 1, 103, και Στέφανος Βυζαντινός « Δέξαροι έθνος Χαόνων τοις Εγχελέαις προσεχείς», Hammond, A History of Macedonia ΙΙ, Oxford 1972,1979,1988, ελληνική έκδοση Μαλλιάρης Παιδεία Α.Ε 2007, Ι τομ. Σελ 191 «Είναι σαφές ότι Δέξαροι έδωσαν το όνομα τους στην περιοχή της Δασσαρέτιδος» Επίσης ταυτίζει το όρος Άμυρος με το όρος Τόμορ. Πολύβιος, Ιστορία, 5-108.8 εντάσσει με το εθνικό τους όνομα «Εγχελάνες» στο ελληνικό τύπο.
2. F.Gr.H, F 1074. Πολύς λόγος γίνεται στους διπλωματικούς και πανεπιστημιακούς κύκλους της Ελλάδος κατά διπλωματικές διεργασίες μεταξύ Ελλάδος και π.Γ.Δ.Μ στο αν η Άνω Μακεδονία του Θουκυδίδη μπορεί να προσδιορίζει την περιοχή που σήμερα καταλαμβάνει η π.Γ.Δ.Μ. Βεβαίως για τον Θουκυδίδη η Άνω Μακεδονία είναι η περιοχή της Εορδαίας, Λυγκιστίδος, Πελαγονίας
5. Tuk., ΙΙ, 99,4 «της δε Παιανίας παρά τον Αξιόν ποταμόν στενήν τινά καθήκουσαν άνωθεν μέχρι Πέλλης».
6. Tuk., ΙΙ, 98,1 «κερκίνης ερήμου όρους ο έστι μεθόριον Σιντών και Παιόνων»
7. «έτι φησί Πολύβιος» Δ΄ 208, Στράβωνος «Γεωγραφικά» έκδοση Γεωργιάδη, Αθήνα 2002, σελ. 10

Advertisements