1neb57a

Η ναυμαχία στο Ναβαρίνο, στις 20 Οκτωβρίου του 1827, αποτέλεσε τον καταλύτη για τη δημιουργία Ελληνικού κράτους.

Η Δ’ Εθνική Συνέλευση συγκλήθηκε στο Άργος τον Ιούλιο του 1829. Ενέκρινε ψηφίσματα που αναφέρονταν στην οργάνωση της δημόσιας διοίκησης και συγκρότησε τη Γερουσία, σώμα που ουσιαστικά αντικατέστησε το «Πανελλήνιον».
Η πολιτική του Καποδίστρια, παρά τα αρκετά θετικά αποτελέσματά της ως προς την ανασυγκρότηση του κράτους, λαμβανομένης υπόψη και της σύντομης διάρκειας της εξουσίας του, απέτυχε, γιατί ο συγκεντρωτικός χαρακτήρας της διακυβέρνησης αντιμετώπισε τη δυσπιστία των ισχυρών τάξεων, είτε αυτές ανήκαν στους παραδοσιακά ισχυρούς παράγοντες του ελληνισμού (πρόκριτοι) είτε στους εμφορούμενους από δημοκρατικές αντιλήψεις ανερχόμενους αστούς. Η δολοφονία του στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 ανέκοψε την προσπάθεια. Η μοναρχική λύση κρίθηκε αναπόφευκτα ως απαραίτητη. Το θάνατο του Καποδίστρια ακολούθησε μία περίοδος αναρχίας και εμφύλιας σύγκρουσης, που είχε ως στόχο της την εξισορρόπηση των πολιτικών δυνάμεων ενόψει της άφιξης του βασιλιά, που οι τρεις Εγγυήτριες Δυνάμεις θα επέλεγαν για την Ελλάδα.


Το Σεπτέμβριο του 1828 έφτασαν στον Πόρο οι πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων που ήσαν διορισμένοι στην Κωνσταντινούπολη. Είχαν οδηγίες να διαπραγματευτούν τον καθορισμό των συνόρων του νέου κράτους, αλλά οι οδηγίες αυτές δεν ανταποκρίνονταν στις επιδιώξεις της Ελλάδας. Η αγγλική πολιτική της εποχής εκφράστηκε με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 4/16 Νοεμβρίου 1828. Κύριος όρος του Πρωτοκόλλου διατύπωνε τα εξής: «Η Πελοπόννησος, αι παρακείμεναι νήσοι και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες, να τεθώσιν υπό την προσωρινήν εγγύησιν των τριών Αυλών, έως ότου να αποφασισθή οριστικώς η τύχη της Ελλάδος με την συγκατάθεσιν της Πύλης, χωρίς να εννοούν ότι με τούτο να προαποφασίσουν εις το παραμικρόν το περί των οριστικών ορίων της Ελλάδος ζήτημα…». Με την ανησυχία ότι η Ελλάδα θα περιοριζόταν στην Πελοπόννησο και τα νησιά, ο Καποδίστριας υπέβαλε υπόμνημα όπου ανάπτυσσε την επιχειρηματολογία του για συνοριακή γραμμή Παγασητικού-Αμβρακικού, στη Ρωσία και τη Γαλλία. Η Ρωσία, στο σημείο αυτό, άρχισε να προσανατολίζεται προς την αναγνώριση της ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους. Το Μάρτιο του 1829 η διάσκεψη του Λονδίνου για το ελληνικό ζήτημα ξανάρχισε τις εργασίες της. Ύστερα από αμοιβαίες υποχωρήσεις, το Πρωτόκολλο υπογράφηκε και υιοθετούσε τη γραμμή Παγασητικού-Αμβρακικού, περιλαμβάνοντας στα όρια του ελληνικού κράτους την Εύβοια και τις Κυκλάδες. Καθόριζε ακόμη τον ετήσιο φόρο υποτέλειας προς το σουλτάνο και τις αποζημιώσεις των μουσουλμάνων. Προβλεπόταν κληρονομικός ηγεμόνας της Ελλάδας, χριστιανός και ξένος προς τις βασιλικές οικογένειες των Εγγυητριών Δυνάμεων. Ακόμα, αναγγελλόταν γενική αμνηστία στους Έλληνες επαναστάτες.
Ακολούθησε η τελευταία περίοδος του Αγώνα και η νικηφόρα μάχη της Πέτρας. Η οθωμανική κυβέρνηση εξαιτίας της πίεσης του Pωσοτουρκικού Πολέμου (28 Απριλίου 1828-14 Σεπτεμβρίου1829) από τον Αύγουστο του 1829 άρχισε να υποχωρεί σταδιακά. Οι όροι της συνθήκης του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827) έγιναν τελικώς αποδεκτοί από το σουλτάνο με τη Συνθήκη της Αδριανούπολης της 14ης Αυγούστου 1829, όπου βάσει του άρθρου 10, η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποδεχόταν, πέραν της αναφερόμενης συνθήκης, και το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (10/22 Μαρτίου 1829).
Έτσι, για πρώτη φορά η Οθωμανική Αυτοκρατορία ρητά και επίσημα αναγνώριζε ως κράτος την Ελλάδα. Στις 22 Ιανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1830, η Διάσκεψη του Λονδίνου διακήρυξε την πολιτική ανεξαρτησία της Ελλάδας, πράξη η οποία συνιστούσε διεθνή αναγνώριση του ελληνικού κράτους, και κατά συνέπεια την ίδρυση και την έναρξη της ύπαρξής του από την άποψη της διεθνούς κοινότητας. Η συνοριακή γραμμή του Πρωτοκόλλου της 3ης Φεβρουαρίου 1830 κρατούσε έξω από το ελληνικό έδαφος ένα μεγάλο τμήμα της Στερεάς. Επιπλέον, καθοριζόταν η πολιτειακή μορφή του νέου κράτους και παρεχόταν στις Δυνάμεις το δικαίωμα εκλογής του βασιλιά χωρίς να ερωτηθεί ο ελληνικός λαός. Δόθηκε πλήρης αμνηστία και προβλεπόταν δικαίωμα μετανάστευσης από ή και προς «τόπον Οθωμανικόν».
«Ηγεμών Άρχων της Ελλάδος» ορίστηκε ο Λεοπόλδος του Σαξ-Κόμπουργκ, ο οποίος όμως αρνήθηκε το θρόνο. Ορίστηκε, με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου, να αποκατασταθούν οι εμπορικές δραστηριότητες και η ναυτιλία.
Οι Έλληνες, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1830, είδαν την απαρχή του ελεύθερου πολιτικού βίου του έθνους. Η ελληνική Επανάσταση είχε τελειώσει και άρχιζε να υφίσταται επίσημα στη διεθνή κοινότητα το ελληνικό κράτος.
Οι Δυνάμεις ασχολήθηκαν αργότερα με την επιλογή νέου βασιλιά, τον οποίο βρήκαν στο πρόσωπο του Όθωνα, δευτερότοκου γιου του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α’. Το ζήτημα των συνόρων λύθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, στις 27 Ιουνίου/9 Ιουλίου 1832, μεταξύ των τριών Δυνάμεων και της Υψηλής Πύλης, που επανέφερε τα σύνορα στην οροθετική γραμμή, όπως είχε ρυθμιστεί με το Πρωτόκολλο του Μαρτίου 1829 (συνοριακή γραμμή Aμβρακικού-Παγασητικού). Η Κρήτη και η Σάμος δεν περιλαμβάνονταν στο ελληνικό κράτος. Προβλεπόταν ότι οι εμπορικές και ναυτιλιακές σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας θα ρυθμίζονταν με την
υπογραφή εμπορικής σύμβασης. Οι αντιπρόσωποι των Δυνάμεων και της Πύλης αναγνώριζαν ότι «[…] αι μακραί διαπραγματεύσεις […] επερατώθησαν οριστικώς, του Ελληνικού Ζητήματος λυθέντος αμετακλήτως». Για τους Έλληνες όμως η Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης είχε προσωρινό χαρακτήρα, καθώς μεγάλο μέρος του ελληνισμού παρέμενε αλύτρωτο.

http://www.parliament.gr