Lavoro-impresa-startup

Κείμενο βασισμένο σε εργασίες  του  Massimo Fini  και του Αναστασίου  Γιαννά

Μπορείτε να κατανοήσετε πόσο σημαντική αξία θεωρείται η εργασία στην σύγχρονη εποχή, εάν σκεφτείτε ότι υπάρχουν ευρωπαϊκές χώρες,  όπως η Ιταλία, που το Σύνταγμα τους αρχίζει με μία φράση γεμάτη επισημότητα: »Η Ιταλία είναι μία δημοκρατία βασισμένη στην εργασία». Όμως δεν ήταν πάντα έτσι. Στην προ- βιομηχανική εποχή η εργασία ήταν εάν όχι ακριβώς μία απαξία, τουλάχιστον ένας δυσάρεστος ιδρώτας στο μέτωπο.Σε άλλους πολιτισμούς  η εργασία δεν υπήρξε ποτέ μία αξία και σε μερικούς, εκείνους που γλύτωσαν από την επίθεση της οικονομίας μας, δεν το έγινε ποτέ. Στην Ευρώπη η εργασία ανάγεται σε αξία μόνον με την βιομηχανική επανάσταση. Τόσο για τους φιλελεύθερους όσο και για τους μαρξιστές. Για τον Μαρξ  είναι η »ουσία της αξίας» (δεν είναι τυχαίο ότι ο Stakhanov υπήρξε ένας ήρωας της Σοβιετικής Ένωσης), για τους φιλελεύθερους είναι εκείνος ο παράγοντας που, συνδυαζόμενος με το κεφάλαιο, δίνει την φημισμένη »υπεραξία».

 Στην φεουδαρχική και μεσαιωνική εποχή,  Ευγενής είναι όποιος δεν εργάζεται, και ο χωρικός και ο τεχνίτης εργάζονται μόνον όσο τους χρειάζεται, το υπόλοιπο είναι ζωή. [Πράγματι, στην Ευρώπη στα τέλη του μεσαίωνα οι μισές ημέρες του χρόνου ήταν εορτές, μη εργάσιμες ημέρες]. Αυτό δεν σήμαινε ότι ο χωρικός και ο τεχνίτης δεν αγαπούσαν το επάγγελμα τους-το αντίθετο, το αγαπούσαν περισσότερο, γιατί ήταν περισσότερο προσωπικό και δημιουργικό από αυτό του σημερινού βιομηχανικού εργάτη ή του υπάλληλου- αλλά δεν ήταν διατεθειμένοι να του θυσιάσουν πάρα πολύ από τον χρόνο τους. Διότι για εκείνους τους ανθρώπους η πραγματική αξία ήταν ακριβώς »ο χρόνος». Και, όταν εξασφάλιζαν τα αναγκαία για την ζωή, χρησιμοποιούσαν τον χρόνο για να ζήσουν και όχι για να γίνουν πλούσιοι. Φυσικά και σε εκείνους τους ανθρώπους άρεσε, όπως εξάλλου πάντα συνέβαινε στον κόσμο, ο πλούτος, αλλά σε κανέναν δεν πέρναγε από το μυαλό ότι έπρεπε να τον αποκτήσει δουλεύοντας και όχι κερδίζοντας ένα λαχείο ή ψάχνοντας για κάποιο θησαυρό.

Όπως αναφέρουν ο  Max Weber και ο Werner Sombart,  ο πλούτος διαμέσου της εργασίας είναι μία έννοια, πρωτάκουστη, που καθιερώνεται με τον ερχομό εκείνης της μεθοδικής, υπολογιστικής, ορθολογιστικής, τιμωρητικής και αυτό-τιμωρητικής, μαζοχιστικής αστικής τάξης, καθώς και από  το προλεταριάτο που την μιμείται, και από τις φιλοσοφίες που συνδέονται με αυτό. Με την βιομηχανική επανάσταση, αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο γίνεται αντιληπτός και νοιώθεται ο εργαζόμενος. Πριν από αυτήν, ο Κύριος, ο τεχνίτης μάστορας, ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού, δεν θεωρούσε τους εργαζόμενους ως ένα εμπόρευμα που μπορεί να πωληθεί και να αγοραστεί και ούτε αυτοί αισθάνονταν έτσι. Ο φεουδάρχης μπορεί να θεωρεί τον  εργάτη των χωραφιών του ιδιοκτησία του, αλλά πάντα ως πρόσωπο, όχι ως πράγμα, αντικείμενο, εμπόρευμα. Η δραστηριότητα του εργαζόμενου είναι ενσωματωμένη στην προσωπικότητα του και δεν μπορεί να διαχωριστεί.

Αντίθετα σήμερα το καθήκον και ο εργαζόμενος είναι ένα εμπόρευμα όπως όλα τα άλλα, γι’αυτό υπάρχει μία »αγορά εργασίας» έτσι όπως υπάρχει μία αγορά ζώων ή γαλακτοκομικών προϊόντων ή ρούχων κλπ (για να συγκαλυφθεί λίγο η εμπορευματοποίηση οι εργαζόμενοι αποκαλούνται σήμερα υποκριτικά »πόροι». Αλλά εάν είναι τέτοιοι πως και τους απολύουν με τόση προθυμία;). Εάν η εργασία είναι η υπέρτατη αξία, η ανεργία -που στην προ-βιομηχανική εποχή δεν υπήρχε γιατί σε κάθε νοικοκυριό ήταν εξασφαλισμένος ο δικός του, αν και περιορισμένος, ζωτικός χώρος- είναι το αρνητικό ομόλογο της, η απελπισία, ή φρίκη. Όμως σήμερα στις αναπτυγμένες κοινωνίες υπάρχουν εκατομμύρια άνεργοι που όμως έχουν να φάνε, να ντυθούν, κατέχουν ένα σπίτι κλπ .Το να ζεις χωρίς να εργάζεσαι -όπως είναι η περίπτωση αυτών των ανέργων- ήταν πάντα το όνειρο του ανθρώπου. Τουλάχιστον από όταν είχε το κεφάλι του. Αντίθετα αυτοί, βυθισμένοι μέσα σε μία κοινωνία της κατανάλωσης και της αφθονίας, υποφέρουν από μία δραματική απογοήτευση και αισθάνονται ταπεινωμένοι και ανάπηροι επειδή δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση στα καταναλωτικά αγαθά που οι άλλοι κατέχουν. Όμως δεν είναι μόνον η έλλειψη  της υπερκατανάλωσης που τους κάνει να νοιώθουν έτσι, αλλά και το σύστημα που τους δημιουργεί ενοχές, τους ασκεί ψυχολογική πίεση επειδή δεν είναι όπως όλοι οι άλλοι, διότι αυτό (το σύστημα) δεν επιθυμεί ανθρώπους με πολύ χρόνο στην διάθεση τους, δεν επιθυμεί ανθρώπους που δεν ενδιαφέρονται για τα υλικά αγαθά αλλά αναζητούν την πνευματική τροφή και γαλήνη. Αν κάποιοι από αυτούς τους ανέργους ήξεραν πώς να διαθέσουν τον χρόνο τους σε αναζητήσεις πέραν των κοινωνικά κατεστημένων αξιών, θα αισθάνονταν ότι αυτοί είναι οι πραγματικοί πλούσιοι, οι πραγματικά επιτυχημένοι.

 Από κάθε εποχή δεν κρατάμε τα χαμηλά και ανθρώπινα,  αλλά όλα εκείνα τα υψηλά  και εξευγενισμένα που ακόμη και ως ιδέες παρήγαγε. Έτσι λοιπόν το ιδεώδες σύστημα που το μεσαιωνικό πνεύμα δημιούργησε, μπορεί να συνοψιστεί με τις ακόλουθες φράσεις: « Δεν υπάρχει ποτέ βιασύνη στην εργασία. Δεν υπάρχει κανένα ενδιαφέρον στο να παραχθεί ένα αντικείμενο σε σύντομο χρόνο ή και πολλά να παραχθούν σ’ ένα ορισμένο χρόνο. Η διάρκεια της περιόδου παραγωγής καθορίζεται από δύο παράγοντες: απ’ τις ανάγκες της ανθεκτικότητας και της ποιότητας του προϊόντος και από τις φυσικές ανάγκες του εργαζόμενου. Η παραγωγή είναι δραστηριότητα προσώπων των οποίων η ύπαρξη πραγματώνεται στην εργασία· γι’ αυτό, αυτή (η παραγωγή) ακολουθεί τους νόμους υπάρξεων με σώμα, όπως η διαδικασία ανάπτυξης ενός δένδρου βρίσκει σκοπό και μέτρο στις εσωτερικές ανάγκες αυτών των ζωντανών υπάρξεων. Το μέγιστο ιδανικό εκείνης της εποχής, που εκφράστηκε στο ύψιστο επίπεδο τελειότητας στο θαυμαστό σύστημα του Αγίου Θωμά του Ακινάτη (San Tommaso), είναι η ατομική ψυχή που αναπαύεται επάνω στον εαυτό της και απ’ το βάθος της πραγματικότητάς της τείνει προς τον ουρανό, ως οργανικό συστατικό της ζώσας ανθρωπότητας. Σε αυτό το ιδανικό προσαρμόζεται κάθε ανάγκη και κάθε μορφή  ζωής».

http://theodotus.blogspot.gr

Advertisements