Από Ελευθεροτυπία

Mia yponpmeumeni AnoixiΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ [Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά «Μια υπονομευμένη Άνοιξη – Στις ρίζες της οικονομικής εξάρτησης», που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις]

Η εκθεμελιωτική οικονομική κρίση που βιώνει η Ελλάδα υπακούει σε μεγάλα διεθνή ρεύματα -κρίση της ηγεμονίας της Δύσης, μεταφορά του επικέντρου της παγκόσμιας συσσώρευσης από τη Δύση στην Ανατολή. Ωστόσο, αποτελεί παράλληλα συνέπεια και κορύφωση της παρασιτικής ένταξης της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας στη Δύση.

Η ημιαποικιακή ενσωμάτωση του ελληνικού κόσμου στη Δύση ολοκληρώθηκε στη διάρκεια μιας μακράς ιστορικής διαδρομής, που ξεκινά από τον 11ο αι., όταν ο βυζαντινός ελληνικός κόσμος άρχισε να υποτάσσεται οικονομικά στη Βενετία και τη Γένοβα. Σταθμοί σε αυτή την πορεία απώλειας της αυτονομίας μας -που θα συνεχιστεί με την κατάκτηση και το διαμελισμό του Βυζαντίου, μετά το 1204- υπήρξαν αρχικώς η Αλωση του 1453 και, εν συνεχεία, η ατελής και ανολοκλήρωτη εθνική μας χειραφέτηση. Μέσα από τη διαρκή οικονομική και στρατιωτική πίεση της Δύσης και την επεκτατική παρουσία της τουρκικής Ανατολής, η ελληνική οικονομία δεν μπόρεσε να μετεξελιχθεί σε έναν αυτόνομο παραγωγικό πόλο και οι άρχουσες τάξεις της προσδέθηκαν παρασιτικά στη Δύση, ως μεταπράτες προϊόντων, ιδεών, προτύπων.

Οι επανειλημμένες απόπειρες για οικονομική και κοινωνική ολοκλήρωση, κάθε φορά, σκόνταφταν σε μια διπλή πίεση, όπου το τουρκικό ξίφος, σε συνδυασμό με τις δυτικές κανονιοφόρους και τη δυτική βιομηχανία, υποχρέωναν την ελληνική οικονομία σε παραγωγική συρρίκνωση και τις άρχουσες τάξεις σε μεταπρατική μετάλλαξη. Αυτή ακριβώς τη μακρόσυρτη διαδικασία συγκρότησης και αποδόμησης θα αποκαλέσει «καημό της ρωμιοσύνης» ο Κωστής Μοσκώφ.

Πολλές φορές, για οκτώ ολόκληρους αιώνες, οι Ελληνες θα δοκιμάσουν να αντιδράσουν. Στην Αυτοκρατορία της Νικαίας (1204-1261), στο Δεσποτάτο του Μορέως, στα Αμπελάκια, τη Μοσχόπολη, τα Ζαγοροχώρια και στα νησιά μας, πριν από την Επανάσταση· κάθε φορά, η αρχόμενη διαδικασία αυτόκεντρης ανάπτυξης θα ανακόπτεται από τη συνδυασμένη -συνήθως- δράση των δυνάμεων που δεν επιθυμούσαν την ανασύσταση ενός αυτόνομου πόλου στην Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια.

47-1--5-thumb-largeΠροπαντός κατά τη διάρκεια των δύο αιώνων της ελληνικής Αναγέννησης, από το 1700 έως το 1922, ο ελληνισμός αναπτύσσεται γοργά σε όλα τα πεδία, κατ’ εξοχήν στο οικονομικό, και επιχειρεί να ανασυστήσει τον κατακερματισμένο ελληνικό κόσμο. Επιλέγοντας ορισμένες προνομιακές «στιγμές» αυτής της οικονομικής αναγέννησης, τη ναυτοσύνη, τη Μοσχόπολη, τα Αμπελάκια, την «άγρια ανωμαλία» του αυτόκεντρου σαμιακού μοντέλου, τη Διασπορά και τη διαμόρφωση του «χιακού δικτύου», προσπαθούμε να ανιχνεύσουμε τις διαδικασίες της άνθησης και ταυτόχρονα τις αιτίες της υποστροφής της. Μια υποστροφή που βρίσκεται -καθοριστικά, αποφασιστικά- στο υπόβαθρο της σημερινής καθολικής κρίσης του μεταπρατικού μοντέλου στην Ελλάδα.

Η Επανάσταση του ’21 δεν αποτελούσε μόνο ένα αίτημα πολιτικής, θρησκευτικής και πνευματικής απελευθέρωσης, αλλά και μία ανάγκη για τη διαμόρφωση ενός κράτους που θα προσφέρει τις απαραίτητες υποδομές και την προστασία που χρειαζόταν η ανάπτυξη της παραγωγής.

Μια επιτυχία της Επανάστασης σε ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού χώρου, δηλαδή η επίτευξη της «εθνικής ολοκλήρωσης», θα επέτρεπε την αποφυγή της μεταπρατικής οδού και την «επιστροφή» στην παραγωγική προτεραιότητα. Γι’ αυτό και όταν οι Ελληνες θα δοκιμάσουν να συγκροτήσουν μια ευρύτερη κρατική δομή, θα προσκρούσουν στην αντίθεση τόσο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και των δυτικών δυνάμεων, που δεν επιθυμούσαν τη συγκρότηση ενός ισχυρού ελληνικού κράτους. Οι συνδυασμένες προσπάθειες Οθωμανών και Δυτικών θα οδηγήσουν στη δημιουργία ενός κράτους -αθύρματος στα χέρια της Δύσης- που δεν μπόρεσε να προστατεύσει την παραγωγική δραστηριότητα και αποικιοποιήθηκε, μέσω των δανείων, στις δυτικές τράπεζες. Και, δυστυχώς, η Ελλάδα δεν κατόρθωσε ποτέ στη συνέχεια να δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο και ισχυρό κράτος, ικανό να προφυλάξει και να ενισχύσει την παραγωγή, με αποτέλεσμα να μεταβληθεί σε παρασιτική απόφυση της Δύσης.

Οσο για τη μεγάλη αστική τάξη της χώρας, η διεθνοποίηση των ελληνικών εμπορικών οίκων, των Βιεννέζων Μοσχοπολιτών της οικογένειας Σίνα, των κοσμοπολιτών Χίων εμπόρων, χωρίς την ύπαρξη μιας αναλόγου βάρους εθνικής οικονομικής βάσης, οδηγούσε αναπόφευκτα στη σταδιακή απομάκρυνση από την ελληνική κοινότητα. Η ναυτιλία υπήρξε η μόνη διεθνής δραστηριότητα που συντηρούσε μία σχέση με τη γενέθλια γη, κυρίως εξ αιτίας της επάνδρωσης του ποντοπόρου στόλου με Ελληνες ναυτικούς. Σταδιακώς όμως -στις τελευταίες δεκαετίες του 20ού και κατ’ εξοχήν κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αι.- απελληνοποιήθηκαν και τα πληρώματα των πλοίων. Ετσι, αδυνάτισαν ακόμα περισσότερο οι σχέσεις με μια ναυτική δραστηριότητα, που ασκείται σε ένα κυριολεκτικά πλανητικό θέατρο και η οποία έχει ως ναυπηγικό και μεταφορικό επίκεντρο την… Κίνα, την Κορέα και την Απω Ανατολή γενικότερα και ως χρηματιστικό-ασφαλιστικό το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη· η Ελλάδα λειτουργεί μόνον, ή κατ’ εξοχήν, ως υποδοχέας τραπεζιτικών και καταναλωτικών δραστηριοτήτων, λαθρεμπορίου και… ποδοσφαίρου.

Ηεξώθηση της ελληνικής αστικής τάξης προς τις μεταπρατικές δραστηριότητες μπορούσε να θεραπευτεί μόνον εάν ο ελληνισμός αποκτούσε ένα εθνικό κράτος που θα ενέτασσε οργανικά, σε ένα ενιαίο σύνολο, τόσο τις παραγωγικές δραστηριότητες του ορεινού χώρου και των νησιών όσο και τα μεταπρατικά εμπορικά κέντρα και τις εμπορευματικές καλλιέργειες των πεδιάδων, αυτό δηλαδή που έχω αποκαλέσει αλλού τα διεστώτα μέλη του ελληνισμού. Η αποτυχία της συγκρότησης ενός ανεξάρτητου και ισχυρού ελληνικού κράτους, μετά την Επανάσταση του 1821, δεν επέτρεψε την άρση της αντίθεσης, αλλά οδήγησε στη διαιώνισή της.

Και έτσι διαμορφώθηκε και το παράδοξο της ηγεμονίας μιας ελίτ, η οποία αισθάνεται -και εν πολλοίς αποτελεί- μέρος των δυτικών ελίτ, μεταβάλλοντας την ίδια της τη χώρα σε ημι-αποικία.

Advertisements