Από EURO2day μέσω Ινφογνώμων Πολιτικά

Της Σύλβια Παβόνι

Το παγκόσμιο εμπόριο αλλάζει και μαζί αλλάζει και η «παγκοσμιοποίηση». Ανταγωνιστικότατη η περιφέρεια της Ευρώπης για μεταφορά επιχειρήσεων, πιθανός ο επαναπατρισμός πολυεθνικών σε ΗΠΑ και Ευρώπη.

2013.04.16.Global-Shipping-Routes

Το εμπόριο μεταξύ των αναδυόμενων αγορών αποτέλεσε το μεγάλο growth story της περασμένης δεκαετίας. Αν και οι συναλλαγές στις οποίες εμπλέκεται μία τουλάχιστον ανεπτυγμένη αγορά έχει ακόμη τη μερίδα του λέοντος στο παγκόσμιου εμπορίου, το συγκεκριμένο ποσοστό έχει αρχίσει να μειώνεται.

Οι εμπορικές διαδρομές ανάμεσα στις αναδυόμενες οικονομίες, από την άλλη, επεκτείνονται γρήγορα. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (WTO), το εμπόριο μεταξύ αναδυόμενων αγορών ως μέρος του παγκόσμιου όγκου, διπλασιάστηκε στα 20 χρόνια έως το 2011, φτάνοντας περίπου τα 20 τρισ. δολάρια. Με τις παγκόσμιες εξαγωγές να αντιστοιχούν σε περισσότερο από το 30% του παγκόσμιου ΑΕΠ, το διασυνοριακό εμπόριο θα εξακολουθήσει να αποτελεί τον ταχύτερο δρόμο που μπορούν να ακολουθήσουν οι αναπτυσσόμενες χώρες, ώστε να πλουτίσουν.

Η σημασία των διεθνών εξαγωγών επισημάνθηκε πρόσφατα από την πρώτη, διστακτική αλλά και συμβολική, συμφωνία που ολοκλήρωσε ο WTO από το 1995, όταν και ξεκίνησε. Κατά τη διάρκεια της υπουργικής σύσκεψης του WTO στο Μπαλί τον περασμένο Δεκέμβριο, οι 159 χώρες συμφώνησαν να θέσουν κοινά στάνταρτς και να διευκολύνουν τη ροή εμπορευμάτων ανάμεσα στις χώρες.

Διαφορετικές διαδρομές

Την ίδια στιγμή, λόγω των χρονοτριβών του WTO, άλλοι εναλλακτικοί δρόμοι και εμπορικές συμφωνίες δημιουργούνται, όπως η δια-Ειρηνική Συνεργασία και η Διατλαντική Συνεργασία για το Εμπόριο και τις επενδύσεις. «Οι συμφωνίες αυτές ενδυναμώνουν η μία την άλλη. Πιστεύω ότι το παγκόσμιο εμπόριο ακολουθεί μια πολύ επιτυχημένη πορεία», λέει ο Fred Bergsten, ιδρυτικό στέλεχος του Ινστιτούτου Peterson for International Economics.

Αν και το διεθνές σύστημα εμπορίου είναι σε θετική τροχιά, υπάρχουν πολλοί οικονομικοί και γεωπολιτικοί παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την ταχύτητα και την κατεύθυνση αυτής της πορείας. Για παράδειγμα, η εμπορική δομή της Ουκρανίας θα άλλαζε σε περίπτωση επιτυχούς κατάληξης των διαπραγματεύσεων με την ΕΕ. Αντί για αυτό, η κυβέρνηση μπορεί να συνάψει στενότερη σχέση με τη Ρωσία, αναπτύσσοντας διαφορετικές εμπορικές διαδρομές.

Προς το παρόν, με κάποιες αναπτυγμένες οικονομίες να δείχνουν σημάδια ανάκαμψης, οι προοπτικές των παραδοσιακών εμπορικών διόδων ισχυροποιούνται ξανά. Στο μεταξύ, η ανάπτυξη των αναδυόμενων αγορών δημιουργεί νέες ευκαιρίες στο εμπόριο μεταξύ αναπτυσσόμενων οικονομιών. Υπάρχουν για παράδειγμα προσδοκίες για νέους εμπορικούς δρόμους ανάμεσα στην ταχέως αναπτυσσόμενη Τουρκία και στο μεταπολεμικό Ιράκ –είναι οι νέες γέφυρες του παγκόσμιου εμπορίου.

Νέα Κίνα

Όταν κανείς εξετάζει νέες εμπορικές οδούς, το πρώτο παράδειγμα στο οποίο πέφτει το βλέμμα του, αφορά την Κίνα. Σύμφωνα με στοιχεία του WTO, οι εξαγωγές και οι εισαγωγές της Κίνας σε αγαθά και εμπορεύματα ενισχύθηκαν από τα 120 δισ. δολ. το 1990 σε 3,86 τρισ. δολ. το 2011 και πλέον αντιστοιχούν στο ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου. Παρά την επιβράδυνση της Κίνας, θα συνεχίσει να τροφοδοτεί την διεθνή ζήτηση για πρώτες ύλες. Η χρηματοδοτική ισχύ της χώρας και η ικανότητά της να διατηρεί ζημιογόνες επενδύσεις στο εξωτερικό ώστε να εξασφαλίσει εμπορεύματα, οδηγεί σε σημαντικές εξελίξεις τον τρόπο που είναι στημένο το κινέζικο εμπόριο.

Βασικές αλλαγές λαμβάνουν χώρα σε ό,τι αφορά τις εμπορευματικές ισοτιμίες. Οι ακούραστες προσπάθειες των κινέζων επισήμων να προωθήσουν το ρένμιμπι ως διεθνές νόμισμα εκκαθάρισης συναλλαγών έχουν οδηγήσει σε αρκετές συναλλαγές σε όλο τον κόσμο. Η αγγλόφωνη εφημερίδα China Daily ανακοίνωσε ότι η χώρα για πρώτη φορά επέτρεψε να διακινηθούν ελεύθερα ρούβλια στο έδαφός της, στα σύνορα με τη Ρωσία. Οι προθέσεις της Κίνας είναι να ενισχύσει τις εμπορικές σχέσεις με τη Ρωσία. Ορισμένοι παρατηρητές περιμένουν ότι αυτό θα είναι ανταποδοτικό, ώστε και το ρένμιμπι να μπορεί να έχει τη συγκεκριμένη διασυνοριακή ελευθερία.

Κατά τα πρόσφατα χρόνια, στους παραδοσιακούς εμπορικούς διαδρόμους από την Κίνα στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ προστέθηκαν και οι εντός γεωγραφικής περιοχής αναπτυσσόμενοι εμπορικοί δίαυλοι στην περιοχή Ασίας- Ειρηνικού, αλλά και άλλοι. Ένας από τους πλέον αναπτυσσόμενους είναι ο δίαυλος ανάμεσα στην περιοχή αυτήν και τη Μέση Ανατολή, στην οποία τώρα οφείλεται περισσότερο από το 5% τους παγκόσμιου εμπορίου- κάτι που εύκολα εξηγείται από τις εξαγωγές ανάμεσα σε Κίνα, Ινδία και Αραβικά Εμιράτα.

Επιπρόσθετα, δραματικές αλλαγές έχουν συμβεί στις εμπορευματικές συναλλαγές Κίνας- Αφρικής. Παραδοσιακά, η Αφρική θεωρούσε τα αγροτικά της προϊόντα σαν κάτι που πρέπει να συλλεχθεί το συντομότερο δυνατόν, ώστε να πωληθούν και να μετατραπούν σε χρήμα, όπως λέει ο Edward George, στέλεχος της παναφρικανικής τράπεζας Ecobank. Η μερίδα του λέοντος από το βαμβάκι που παράγεται στην Αφρική για παράδειγμα, εξακολουθεί να εξάγεται ανεπεξέργαστη στην Κίνα, η οποία στη συνέχεια πουλάει νήματα και υφάσματα ξανά στην Αφρική, ικανοποιώντας σχεδόν εξ ολοκλήρου τις εισαγωγικές ανάγκες της ηπείρου.

Στην ετήσια ανασκόπησή της για την αποτελεσματικότητα της ανάπτυξης που ανακοινώθηκε πέρσι, η Αφρικανική τράπεζα Ανάπτυξης καυχήθηκε ότι το 1/3 των αφρικανικών χωρών που πέτυχαν αύξηση του ΑΕΠ μεγαλύτερη από 6%, το καράφεραν χάρη σε βελτιωμένη διακυβέρνηση του ιδιωτικού επιχειρηματικού τομέα και σε ένα βελτιωμένο περιβάλλον. Αυτό αντανακλάται και στα σχέδια των εξαγωγέων για το μέλλον.

Οι επενδυτές και οι αναπτυξιακοί θεσμοί της ηπείρου δεν είναι οι μόνοι που καταλαβαίνουν ότι κάτι αλλάζει στην Αφρική. Ο Jim O’ Neil, πρώην επικεφαλής asset management και οικονομικής έρευνας στην Goldman Sachs, ο οποίος εισήγαγε τον όρο «BRIC», είπε στο The Banker ότι «στην Αφρική πολλές οικονομίες δείχνουν κάποια σινιάλα επιβράδυνσης παρά το γύρισμα στις τιμές των εμπορευμάτων- κάτι που οδηγεί στην άποψη ότι συμβαίνει κάτι πιο δομικό στις χώρες αυτές. Ήταν παρήγορο ότι σε μια πρόσφατη επίσκεψή μου εκεί, άκουσα αφρικανούς πολιτικούς να λένε ότι το μέλλον τους εξαρτάται από τους ίδιους και όχι από την Κίνα».

Ευμετάβλητο αρμπιτράζ

Η αυξημένη ζήτηση που παρατηρείται στην Ινδία καταδεικνύει αλλαγή στις καταναλωτικές συνήθειες από όλο και περισσότερα τμήματα του πληθυσμού που εισέρχονται στη μεσαία τάξη. Ο Sameer Mohan Sehgal, επικεφαλής του trade finance για την Ευρώπη, τη Μέση ανατολή και την Αφρική στη Citi, λέει ότι τώρα αυτό είναι εμφανές και σε άλλες χώρες. «Οι καταναλωτικές συνήθειες αλλάζουν σε ορισμένες αναδυόμενες αγορές. Αυτό που συνέβαινε ήταν ότι η παραγωγή γινόταν στις αναπτυσσόμενες αγορές και η κατανάλωση στις ανεπτυγμένες. Με την άνοδο της μεσαίας τάξης και τα υπερβάλλοντα έσοδα στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, το διεθνές εμπόριο παίρνει κυρίως τη μορφή ροής από αναπτυσσόμενη σε αναπτυσσόμενη αγορά».

Η χαμηλότερη ανεργία και οι υψηλότεροι μισθοί βοήθησαν στην διεύρυνση των μεσαίων τάξεων αλλά από την άλλη, έκαναν τις αγορές εργασίας στις αγορές αυτές λιγότερο ελκυστικές στις πολυεθνικές που ψάχνουν να μεταφέρουν την παραγωγή τους εκτός συνόρων.

Αυτό για μία ακόμη φορά επανακαθορίζει τις εμπορικές ροές. Τα επίπεδα μισθών στην Κίνα για παράδειγμα, αυξάνονταν διαρκώς κατά τις δύο προηγούμενες δεκαετίες και διπλασιάστηκαν την τελευταία πενταετία. Υπήρξαν παρόμοιες υποθέσεις και σε άλλες μεγάλες αναδυόμενες οικονομίες που τέθηκαν εκτός παιχνιδιού λόγω εργασιακού arbitrage, σημειώνει ο Bartosz Pawlowski, επικεφαλής του τμήματος στρατηγικής αναδυόμενων αγορών στην PNB Paribas.

«Αν κοιτάξει κανείς τους μισθούς του κατασκευαστικού κλάδου στην Τουρκία τα τελευταία τέσσερα χρόνια από το 2009, θα δει ότι έχουν διπλασιαστεί, ενώ οι αντίστοιχοι μισθοί στην Πολωνία και τη Νότιο Κορέα έχουν αυξηθεί κατά 20%- 25% κατά την ίδια περίοδο», λέει ο ίδιος. Ενώ οι χώρες στη Νοτιοανατολική Ασία και την κεντρική Ευρώπη ωφελήθηκαν από την παγκοσμιοποίηση των αλυσίδων τροφοδοσίας και των ροών εντός των αναδυόμενων αγορών, ορισμένες μεγαλύτερες οικονομίες που προηγουμένως είχαν προσελκύσει αρκετές επενδύσεις έχουν τώρα γίνει πολύ ακριβές για να επωφεληθούν (από το εργασιακό αρμπιτράζ). Αυτό ισχύει και στην περίπτωση της Βραζιλίας και της Ινδίας», προσθέτει.

Εντός της Ευρωζώνης

Αλλά ενώ οι μισθοί σε κάποιες ταχέως αναδυόμενες αγορές έχουν αυξηθεί, τα εργασιακά κόστη στον βιομηχανικό κόσμο έχουν υποχωρήσει. Στην Ευρωζώνη που ακόμη πλήττεται από οικονομική κρίση, η Πορτογαλία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η χώρα παλεύει με το υψηλό δημόσιο χρέος, τα σοβαρά μέτρα λιτότητας και την οδυνηρή ανεργία, αλλά πρόσφατα σημείωσε επιτυχία αυξάνοντας τις εξαγωγές της από το 28% του ΑΕΠ στο 41% κατά το πρώτο εξάμηνο του 2013. Περίπου 15% του πληθυσμού της είναι χωρίς δουλειά, ποσοστά πολύ μεγαλύτερα σε μικρές ηλικίες. Ωστόσο, οι περισσότεροι εργάτες της είναι καταρτισμένοι, οι μισθοί είναι χαμηλοί και η υποδομή της χώρας συγκρίνεται με αυτή αρκετών αναδυόμενων αγορών, επιτρέποντας στη Λισσαβόνα να ανταγωνίζεται τη Βομβάη.

«Μιλώντας για τις παγκόσμιες εμπορικές ροές, επαναλαμβάνω συνέχεια στους επενδυτές ότι υπάρχει ένας πολύ μεγάλος ανταγωνιστής και αυτός είναι η περιφέρεια της Ευρωζώνης», λέει ο κ. Pawlowski. «Κανείς στο παρελθόν δεν θα σκεφτόταν να τοποθετήσει μονάδες παραγωγής στην Πορτογαλία αντί για την Πολωνία ή τη Βραζιλία. Μπορεί κανείς να είναι όσο απαισιόδοξος θέλει για την Ελλάδα, την Ισπανία ή την Πορτογαλία, αλλά όλες έχουν καλύτερα ειδικευμένο προσωπικό και υποδομές από ότι πολλές αναδυόμενες αγορές. Αυτό αφαιρεί κάποιες εμπορικές ευκαιρίες από τις άλλες αγορές».

Παρομοίως, στις ΗΠΑ εταιρίες, συμπεριλαμβανομένης της General Electric, της Whirlpool και της Caterpillar ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να επιστρέψουν ορισμένες δραστηριότητές τους εντός συνόρων, λόγω των υψηλότερων μισθών στην Κίνα και του αυξανόμενου κόστους μεταφοράς, τα οποία καθιστούν την ασιατική παραγωγή πλέον όχι τόσο ανταγωνιστική. Αυτό λαμβάνει χώρα τη στιγμή που στις ΗΠΑ προωθούνται πιο ευέλικτες πολιτικές εργασίας ενώ καταβάλλονται και προσπάθειες να συντομευθούν οι γραμμές τροφοδοσίας και να μειωθούν τα αποθέματα μέσω παραγωγής προϊόντων εγγύτερα στους τόπους κατανάλωσης.

Εξάλλου, η ραγδαία ανάπτυξη του αερίου από σχιστόλιθο στις ΗΠΑ μειώνει σε μεγάλο βαθμό το ενεργειακό κόστος, ενώ και η προστασία της πνευματικής περιουσίας- που συχνά είναι διαφιλονικούμενο θέμα σε κάποιες αναπτυσσόμενες χώρες- παίζει ρόλο.

«Νομίζω ότι είναι συναρπαστικό ότι ακούμε για αρκετές ανεκδοτολογικές περιπτώσεις στις οποίες εταιρίες σκέφτονται την επιστροφή τους στις ΗΠΑ λόγω του κόστους», λέει ο κ. Pawlowski. «Είναι φθηνότερο γιατί είναι ευκολότερο να βρεθεί εργατικό δυναμικό στις ΗΠΑ ή στην Ευρώπη και γιατί οι μισθοί στις αναδυόμενες αγορές έχουν αυξηθεί σημαντικά. Λογιστικά, το κόστος του να λειτουργεί μια επιχείρηση σε παραπάνω από μία χώρα δεν είναι αμελητέο, οπότε σε κάποια φάση είναι ελκυστικό να επιστρέψει η μεταποίηση».

Άλλοι ωστόσο είναι λιγότερο ενθουσιώδεις σχετικά με τα ανάλογα στοιχεία. Σε αυτούς ανήκει ο κ. Bergsten του Petersen Institute, ο οποίος πιστεύει ότι παρά τις περιπτώσεις που εμφανίζονται στα media, οι περιπτώσεις αυτές είναι υπερβολικά λίγες για να σχηματίσουν τάση. Οι ΗΠΑ, προσθέτει, έχουν σημαντικές προκλήσεις να υπερκεράσουν ώστε να καταστούν ανταγωνιστικό λιμάνι για την μεταποίηση.

Το εμπόριο μεταξύ αναδυόμενων αγορών είναι πολύ πιθανό να συνεχίσει να είναι «της μόδας» στην επόμενη δεκαετία, αλλά ο χάρτης των παγκόσμιων ροών μπορεί να φαίνεται πολύ διαφορετικός. Οι χώρες που ανταγωνίζονται για τις εκτός συνόρων δραστηριότητες των πολυεθνικών αλλάζουν. Ο αγώνας έχει ξεκινήσει και όλα είναι ανοικτά…

Advertisements