Από ΑΚΤΙΝΕΣ

TRIUMPH

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία ποὺ ἔγινε στὴν αἴθουσα τοῦ συλλόγου «Τρεῖς Ἱεράρχαι» Ἀθηνῶν τὴν Κυριακὴ 26-2-1961

ΜΕΡΟΣ Α´

(ἱερὰ παράδοσις & θεία εὐχαριστία)

Σήμερα ἑορτή, ἀγαπητοί μου· εἶνε μία ἀπὸ τὶς λαμπρότερες ἑορτὲς τῆς Ἐκκλησίας μας, Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας.

Τί εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία; Θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς δώσω μιὰ εἰκόνα της.

1. ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ. Ἂν ὑπάρχῃ μιὰ λέξι ποὺ χαρακτηρίζει τὴν Ἐκκλησία μας, εἶνε ἡ λέξι παράδοσις. Ὀρθοδοξία ἴσον παράδοσις.

Τί θὰ πῇ παράδοσις; Ὑποθέστε, ὅτι ἕνας ἔ­χει ἕνα θησαυρό, ἀπὸ 100 πολύτιμα πε­­τράδια, καὶ τὰ ἐμπιστεύεται σὲ καθένα ἀ­πὸ μᾶς καὶ μᾶς λέει· Πάρτε αὐτὰ τὰ πετράδια καὶ νὰ προσέξτε νὰ τὰ φυλάξετε· θὰ ἔρ­θω πάλι νὰ τὰ παραλάβω· δὲν πρέπει νὰ λεί­πῃ οὔ­τε ἕνα· ἑκατὸ σᾶς ἔδωσα, ἑκατὸ θὰ μοῦ πα­ραδώσετε. Προσέ­­ξτε ἀκό­μη νὰ μὴ ἀντικαταστήσετε ἕνα πραγματικὸ πε­τρά­δι μὲ κάποιο ψεύτικο… Παραβολι­κὸς ὁ λό­γος· θησαυρὸς ἀνεκτίμητος εἶνε ἡ Ὀρθο­δοξία. Πετράδια ποὺ ἀστράφτουν εἶ­νε ἡ διδα­σκαλία της. Καὶ φύλακας, στὸν ὁ­ποῖον ὁ Κύρι­ος ἔχει ἐμπιστευθῆ αὐτὸ τὸ θησαυρό, εἴμαστε ὅλη ἡ Ἐκκλησία, κλῆρος καὶ λαός, καὶ μάλιστα ὁ λαός· αὐτὸς εἶ­νε ὁ φύλακας τῆς Ὀρθοδοξίας. Πρέπει νὰ προσέ­ξουμε τὸ θησαυρό μας. Γι᾿ αὐ­τὸ ὁ ἀπόστολος Παῦλος φωνάζει· «Στήκετε, καὶ κρατεῖ­τε τὰς παραδόσεις τὰς ὁποίας ἐδιδάχθη­τε εἴ­τε διὰ λόγου εἴτε δι᾽ ἐπιστολῆς ἡμῶν» (Β΄ Θεσ. 2,15).

Νὰ φοβούμεθα κρατώντας τὸν πολύτιμο θησαυρό. Ὅπως ἕνα παιδάκι ποὺ ἡ μητέ­ρα τοῦ δίνει ἕνα χρυσὸ νόμισμα κι αὐτὸ τὸ κάνει κομ­πόδεμα, καὶ προσέχει μὴν τὸ χάσῃ, ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς αὐτὸ ποὺ μᾶς παρέδωσαν γενεὲς γενεῶν νὰ τὸ κρατήσου­με πολὺ προσεκτικά. Νὰ ἀγρυπνοῦ­με, μήπως μία γενεὰ παραδώσῃ στὴν ἄλλη κάτι λιγώτερο ἀπ᾿ ὅ,τι παρέλαβε. Ἂν ἡ δική μας γενεὰ ἀ­πὸ τὰ 100 πετράδια παραδώσῃ στὴν ἄλ­λη 99, ἡ ἄλλη γενεὰ θὰ παραδώσῃ στὴν ἑπομένη 98, ἡ ἄλλη γενεὰ θὰ παραδώσῃ 97 κ.ο.κ.. Ξέρετε ποῦ θὰ φθάσουμε ἔτσι; Ἀφαιρώντας ἕνα – ἕ­να τὰ πετράδια ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ στέμμα τῆς Ὀρ­θοδοξίας, θὰ φθάσουμε σὲ μία γενεὰ μακρι­­νὴ στὴν ὁ­ποία θὰ λεγώμαστε ὀρθόδοξοι ἀλλὰ δὲν θὰ εἴ­μαστε πλέον ὀρθόδοξοι. Νά ἔχουμε ἐπίσης φόβο μήπως κάποια γενεὰ παραδώσῃ στὴν ἄλλη κάτι διαφορετικὸ ἀπ᾽ ὅ,τι παρέλαβε, μήπως γίνῃ νοθεία τοῦ ἀληθινοῦ πνεύμα­τος τοῦ εὐαγγελίου τῆς Ἐκκλησίας μας.

Οἱ ὀρθόδοξοι πιστεύουμε σὲ ὅ,τι παρέλαβαν καὶ δίδαξαν οἱ ἅγιοι πατέρες· ἡ Ἐκκλησία μας εἶνε Ἐκκλησία τῶν πατέρων. Πιστεύουμε σ᾽ αὐτὰ ποὺ οἱ πατέρες παρέλαβαν ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους, σ᾿ αὐτὰ ποὺ οἱ ἀπόστολοι παρέλα­βαν ἀπὸ τὸ Χριστό, σ᾽ αὐτὰ ποὺ ὁ Χριστὸς παρέ­λαβε ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα. Ἀ­πὸ ᾽κεῖ ἀρ­χίζει ἡ παράδοσις, ἐκεῖ εἶνε ὁ πρῶ­τος κρίκος. Ὅπως ὁ πολυέλεος –ποὺ ἔχει συμβολισμό– κρέ­μεται ἀ­πὸ μιὰ ἁλυσί­δα, τῆς ὁποί­ας ὁ πρῶτος κρί­κος εἶνε πιασμένος ἐπάνω στὸν τροῦλλο, ἔτσι καὶ ἡ παράδοσις εἶνε μία σειρὰ κρίκων, χρυσῆ ἁ­λυσίδα μὲ πολλοὺς κρίκους. Ὁ πρῶτος κρίκος εἶνε ἡ ἁγία Τριάς, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπὸ ᾽κεῖ κατόπιν κατεβαίνουμε· ἀκολουθοῦν οἱ ἀπόστο­λοι, μετὰ οἱ πατέρες, καὶ προχωρώντας φθάνουμε ἕως ἐ­μᾶς, μέχρι τὴ γενεά μας. Χρειάζεται μεγάλη προσοχὴ νὰ μὴν ἀδυνατίση καὶ νὰ μὴ σπάσῃ κανένας κρίκος, νὰ μὴ γίνῃ ἀλ­λοίωσις τῆς διδασκαλίας ποὺ παραλάβαμε.

Ἡ Ὀρθοδοξία εἴπαμε εἶνε θησαυρός, εἶ­νε χρυσός. Καὶ ἔτσι, σὰν χρυσὸ νόμισμα, κυκλοφορεῖ στὸν κόσμο διὰ μέσου τῶν γενεῶν. Ἀλ­λὰ στὴν ἀγο­ρὰ κοντὰ στὰ γνήσια χρυσᾶ νομίσματα κυκλο­φοροῦν καὶ κίβδηλα, κάλπικα. Ἢ μπορεῖ κάποιοι ἀπατεῶνες μὲ μιὰ λίμα νὰ φθεί­ρουν ἕνα χρυσὸ νόμισμα ἀφαιρώντας κάτι ἐ­λάχιστο ἀ­πὸ τὴν ἀξία του. Γι᾽ αὐτὸ βρέθηκε μη­χά­νημα, μέσα στὸ ὁποῖο ῥίχνουν ὅλα τὰ νομίσμα­τα, κι αὐτὸ κάνει ἔλεγχο· κρατάει ὅσες λίρες εἶνε γνήσιες, καὶ ὅσες ἔχουν καὶ τὴν ἐλάχι­στη φθορὰ τὶς πετάει ἔξω. Ἔτσι καὶ ἡ Ὀρθο­δο­ξία· δοκιμάζει ποιά διδασκαλία ξεφεύγει ἀπὸ τὴν παράδοσι καὶ τὴν ἀπορρίπτει καὶ ποιά εἶνε σύμφωνη καὶ τὴν κρατάει, κατὰ τὸ λόγο τοῦ Παύ­λου «Στήκετε, καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις…».

MegaliPempti142. ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ. Ἡ Ὀρθοδοξία, ἀγαπητοί μου, θεωρεῖ τὸν λόγο – τὸ κήρυγμα οὐσιῶ­δες στὴ ζωή της· γι᾿ αὐτὸ ἐ­πά­νω στὴν ἁγία τρά­πεζα ὑπάρχει τὸ Εὐαγγέλιο. Τὸ κέντρο ὅμως τοῦ βάρους πέφτει στὴ μυσταγωγία. Εἶνε μυσταγωγικὸς ὁ χαρακτήρας τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ καρδιὰ τῆς Ὀρθοδοξίας μας, ποὺ μεταδίδει τὸ αἷμα σὲ ὅλο τὸ σῶμα, εἶνε τὸ ἁγιώτατο καὶ ὑπερφυέστατο μυστήριο, ὁ μυστικὸς δεῖπνος· τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ «Λάβετε, φάγετε…» – «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες…» (Ματθ. 26,26-27. Μᾶρκ. 14,22-23), τὸ ποτήριον τῆς καινῆς διαθήκης (Λουκ. 22,20. Α΄ Κορ. 11,25).

Ἐν ἀντιθέσει μὲ τοὺς προτεστάντες, ποὺ δὲν πιστεύουν στὸ μυστήριο ἀλλὰ θεωροῦν τὰ τελούμενα ὡς σύμβολα καὶ σκιὲς καὶ ἀνάμνησι, κ᾽ ἐν ἀντιθέσει μὲ τοὺς παπικούς, ποὺ δὲν κοινωνοῦν ὅλοι παρὰ μόνο οἱ κληρικοὶ ἀ­πὸ τὸν οἶνο καὶ τὸν ἄρτο, ἡ Ἐκκλησία μας εἶ­νε ἡ μόνη ποὺ κοινωνεῖ ὅλο τὸ λαό της καὶ ἀ­πὸ τὸ σῶμα καὶ ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ θεία λειτουργία εἶνε ὁ πνευματικὸς ἥλιος ποὺ ζωογονεῖ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία μας. Γιὰ νὰ τὴν ἐξηγήσουμε θὰ χρειάζονταν πολλὰ κηρύγματα· μιὰ εἰκόνα της ἁπλῶς θὰ δώσω. Ἡ θεία λειτουργία εἶνε μιὰ περίληψις καὶ ἔκφρασις τοῦ ὅλου μυστηρίου τῆς θείας οἰκονο­μίας. Ἀρχίζει ἀπὸ τὴ Βηθλεέμ, ἀπὸ τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ…» (Λουκ. 2,14), καὶ φθάνει μέχρι τὴν Ἀ­νάληψι, μέχρι τὸν οὐρανό, πέρα ἀπὸ τὸν οὐ­ρα­νό. Ἂν προσέξατε, ἀπὸ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βα­σιλεία…» μέχρι τὸ «Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέ­ρων…» τρεῖς φορὲς βγαίνει ὁ ἱερεὺς ἀπὸ τὸ ἱ­ερὸ βῆμα. Τὴ μία βγαίνει ὑψώνοντας τὸ Εὐαγ­γέλιο στὴν λεγομένη μικρὰ εἴσοδο. Τί εἶνε ἡ μι­κρὰ εἴσοδος; εἶνε ἡ ἔλευσις τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο ὡς διδασκάλου· εἰκονίζει τὸ ὅτι ὁ Χριστὸς ἔρχεται στὸν κόσμο ὡς κῆρυξ τῶν αἰωνί­ων ἀληθειῶν. Γι᾿ αὐτὸ λέει «Σοφία· ὀρθοί» καὶ κατόπιν «ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου». Ἡ δεύτερη φορὰ εἶνε ὅταν ἀνοίγει ἡ θύρα γιὰ τὴν λεγομένη μεγάλη εἴσοδο· τότε ἐξέρχεται ὁ Χριστὸς ὄχι πλέον ὡς διδάσκαλος, ἀλλὰ ὡς ἀρχιερεὺς καὶ ὡς «ὁ Βασιλεὺς τῶν ὅλων». Ἡ μεγάλη εἴσοδος στὴν ὁποία ὁ ἱερεὺς κρατάει τὰ τίμια δῶρα ποὺ θὰ μεταβληθοῦν σὲ σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ, εἶνε ἡ πορεία πρὸς τὸν Γολγοθᾶ· ἔρχεται ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ προσφέρῃ τὴ θυσία ποὺ τώρα τελεῖται ἀναιμάκτως. Καὶ ἡ τρίτη φορὰ εἶνε ὅταν ἔχει τελεσθῆ τὸ μυστήριο καὶ τότε πλέον κρατώντας τὰ ἅγια, τὸ ποτήριο μὲ τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἀ­νοίγει τὰ βημόθυρα καὶ λέει· «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε». Ἡ θυσία ἐτελέσθη· δεῦτε πάντες τρυφήσατε, «πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως» (κατηχ. λόγ. Πάσχα), «Λάβετε, φάγετε…».

Ἡ θεία λειτουργία ἔχει μεγαλοπρέπεια ἀ­φάνταστη. Ἀλλὰ ποιός τὴν αἰσθάνεται; Τὴν ἔ­χουμε συνηθίσει, ὅπως ἔχουμε συνηθίσει καὶ τὸν ἥλιο, καὶ δὲν αἰσθανόμεθα τὸ μυστήριο. Καὶ ἡ συνήθεια καταστρέφει τὸν θαυμασμό. Γιὰ νὰ σᾶς δείξω τί δύναμι ἔχει ἡ θεία λειτουργία, θὰ σᾶς φέρω ἕνα παράδειγμα.

Πρὶν χίλια χρόνια τὸ μεγάλο ἔθνος τῶν ῾Ρώ­σων ζοῦσε στὸ σκοτάδι, ἦταν εἰδωλολάτρες. Τότε ὁ βασιλιᾶς τους Βλαδίμηρος κάλεσε τοὺς ἐπιτελεῖς του καὶ λέει· Θὰ πᾶτε στὰ κέντρα τῶν διαφόρων θρησκειῶν καὶ θὰ δῆτε ποῦ εἶ­νε ἡ καλύτερη θρησκεία. Ἔτσι αὐτὴ ἡ πρεσβεία ἔφθασε καὶ στὴν Κωνσταντινούπολι. Ἦταν Κυ­ριακή. Στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σορίας λειτουργοῦ­σε ὁ πατριάρχης μὲ ὅλο τὸ ἱερατεῖο, παρίστα­το ὁ αὐτοκράτωρ, ἡ βασίλισσα, οἱ πρίγκιπες καὶ ἀξιωματοῦχοι καὶ λαὸς πολύς. Μπῆκαν μέ­σα οἱ ξένοι, στάθηκαν καὶ ἄκουσαν τὴν ψαλμῳ­δία, εἶδαν τὸ δεσπότη μὲ τὰ ἄμφια καὶ τὸν αὐ­τοκράτορα, εἶδαν τὸ ναὸ μὲ τὸν τροῦλλο καὶ τὸ φῶς νὰ μπαίνῃ ἀπ᾽ τὰ παράθυρα, μὰ πα­ραπάνω ἀπ᾽ ὅλα τοὺς ἔκανε ἐντύπωσι ἡ εὐλάβεια καὶ κατάνυξι ποὺ ἐπικρατοῦσε στὸ ἐκκλη­σίασμα. Ὅταν βγῆκαν ἔξω, αὐτοὶ οἱ βάρβαροι ἦταν πλέον ἄλλοι ἄν­θρωποι. Γύρισαν στὴ ῾Ρω­σία καὶ εἶπαν· Πήγαμε παντοῦ, ἀλλὰ πουθενὰ δὲ βρήκαμε θρησκεία ἀνώτερη ἀπὸ αὐτὴν ποὺ λατρεύεται μέσα στὴν Ἁγια-Σοφιά· αὐτὴ ἡ θρη­σκεία εἶνε ἡ πιὸ ὑπέροχη· ἐκεῖ πραγματι­κὰ λατρεύεται ὁ ἀληθινὸς Θεός. Ἔτσι ὁ Βλαδίμηρος ἀποφάσισε καὶ οἱ ῾Ρῶσοι βαπτίσθηκαν ὀρθόδοξοι. Ἀπὸ μία λειτουργία ποὺ παρακολούθησαν στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας! Τέτοια δύναμι ἔχει ἡ θεία λειτουργία.

Τώρα τελευταῖα ἀρχίζουν τὰ λειτουργικά βιβλία μας (Παρακλητική, Μηναῖα, Τριῴδιο κ.λπ.) νὰ τὰ μεταφράζουν στὴν Ἀμερική, στὴν Αὐστραλία, στὴν Ἀφρική. Γιατὶ δὲν ὑπάρχουν ὡραιότερα τραγούδια· δὲν τὰ ἔφτειαξαν ἐπιστήμονες στὰ γραφεῖα μὲ τὸ μυαλό, τὰ ἔφτειαξαν ἀσκηταὶ μὲ τὴν καρδιὰ μέσα σὲ σπήλαια.

Αὐτὴ λοιπὸν εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία μας· ἡ ἱερὰ παράδοσις καὶ τὸ θεῖο μυστήριο στὴ θεία λειτουργία. Δὲν τελειώσαμε. Τί εἶνε ἀκόμα ἡ Ὀρ­θοδοξία μας; Θὰ συνεχίσουμε σὺν Θεῷ αὔριο.

ΜΕΡΟΣ Β´

(ἐν Χριστῷ ἐλευθερία & ἁγιότης)

triumph_of_orthodoxyΜὲ τὴν εὐκαιρία τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Ὀρθοδοξίας εἴπαμε, ἀγαπητοί μου, ὅτι τὰ πρῶτα χαρακτηριστικὰ τῆς Ἐκκλησίας μας εἶνε ἡ ἱερὰ παράδοσις καὶ ἡ θεία εὐχαριστία. Συνεχίζουμε τώρα προσθέτοντας ἄλλα δύο.

3. ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Ἡ Ὀρθοδοξία μας κρατεῖ τὸ κήρυγμα τῆς ἐλευθερίας, τὴν διακήρυξι τοῦ Χριστοῦ ποὺ λέει «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν…» (Ματθ. 16,24· βλ. καὶ Μᾶρκ. 8,34. Λουκ. 9,23). Μόνο ἡ Ὀρ­θοδοξία δὲν χρησιμοποίησε βία γιὰ νὰ ὑποτά­ξῃ ἀνθρώπους. Δὲν εἶπε σὰν τὸν πάπα, ποὺ ἔ­γινε κοσμικὸς ἄρχοντας, Θὰ πέσετε νὰ μὲ προσ­κυνήσετε, νὰ φιλήσετε τὴν παντούφλα μου. Οἱ ὀρθόδοξοι κληρικοὶ δίνουμε ἁπλῶς τὸ χέρι, ὁ πάπας δίνει τὴν παντούφλα του.

Ἡ Ἐκκλησία μας δὲν ἔχει παπικό, αὐταρχικό, ὑπερήφανο χαρακτῆρα· δὲν ἔχει τὰ συνθή­ματα τῶν ἀρχόντων τῆς γῆς, δὲν λέει· Ἂν δὲ μ᾽ ἀκούσῃς, θὰ σὲ ἀφορίσω, θὰ σὲ κάψω. Ἡ Ἐκ­κλησία μας ἔχει ἐλευθερία· ἔ­χει τὸ φιλελεύθε­ρο καὶ δημοκρατικὸ ἢ ἐν ἐκ­κλησιαστικῇ γλώσσῃ τὸ συνοδικόν. Ἡ Ἐκκλησία μας δὲν δέ­χεται, ὅτι ὁ ἕνας ἔχει τὸ ἀλάθητο. Τὸ ἀλάθητο, τὸ νὰ μὴ σφάλλῃ, οἱ παπικοὶ λένε ὅτι τὸ ἔχει μόνο ὁ πάπας· ὅ,τι πεῖ αὐτὸς εἶνε ἀλάθητο, δὲν σφάλλει ποτέ. Ἀντίθετα ἐμεῖς λέμε, ὅτι τὸ ἀ­λά­θητο δὲν τὸ ἔχει ἕνας, ἔστω κι ἂν εἶνε Βασίλει­ος, Χρυσόστομος, Ἀντώνιος· τὸ ἀλάθητο τὸ ἔχει ἡ Ἐκκλησία σὲ Συνόδους οἰκουμενικὲς ἢ τοπικές.

Καὶ ὄχι ἁπλῶς σὲ τοπικὲς καὶ οἰκουμενικὲς συνόδους. Γιατὶ μπορεῖ νὰ μαζευτοῦν καὶ χίλιοι ἀκόμη δεσποτάδες καὶ νὰ βγάλουν μία ἀ­πόφασι. Νομίζετε ὅτι ἀρκεῖ αὐτὸ γιὰ νὰ εἶνε αὐτὴ μία ἁγία Σύνοδος; Γιὰ νὰ ὀνομασθῇ μία σύνοδος οἰκουμενικὴ ἢ τοπική, ἐκτὸς τοῦ ὅτι αὐτοὶ πρέπει προηγουμένως νὰ νηστέ­ψουν καὶ νὰ παρακα­λέ­σουν τὸ Θεὸ νὰ ἔλθῃ ἐπ᾽ αὐ­τοὺς Πνεῦμα ἅγιο, χρειάζεται καὶ κάτι ἄλλο. Μπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ σήμερα μιὰ τοπικὴ σύνοδος, νὰ μαζευτοῦν ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι· ἀλλὰ γιὰ νὰ εἶνε ἡ συνέλευσίς τους ἁγία Σύν­οδος καὶ ὄχι σύνοδος παρανομούντων, πρέπει, μόλις βγῇ καὶ ἀκουστῇ ἡ ἀπόφασις, ν᾽ ἀναπαύσῃ τὸ λαό. Τί ὅρους ἔχει θέσει ἡ Ἐκκλησία μας! Ἔβγαλε λόγου χάριν ἡ σύνοδος μιὰ ἀπόφασι; πρέπει ὅλο τὸ πλήρωμα, μικροὶ καὶ μεγάλοι, νὰ ποῦν «Μάλιστα, ἐδῶ εἶνε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ», νὰ ἐπιδοκιμάσουν δηλαδὴ αὐτὸ ποὺ ἀποφάσισε ἡ σύνοδος. Ἐὰν ὁ εὐσεβὴς λαὸς διαφωνήσῃ –δὲ μᾶς ἐνδιαφέρουν οἱ αἱρετικοὶ ποὺ διαφωνοῦν, ἐννοοῦμε τοὺς πιστούς, τοὺς μοναχούς, αὐ­τοὺς ποὺ πονοῦν τὴν Ἐκκλησία–, ἐὰν αὐτὸς ὁ λαὸς διαφωνήσῃ, τότε ξέρετε τί θὰ γίνῃ; Ἡ σύνοδος δὲν θὰ εἶνε ἁγία, ἀλλὰ θὰ ὀνο­μασθῇ λῃστρική. Καὶ ἔχουμε τέτοιες συνόδους στὴν ἐκκλησιαστι­κὴ ἱστορία. Ὥστε κριτή­ριο πάνω ἀπ᾿ ὅλα εἶνε ὁ λαός, αὐτὸς εἶνε ὁ φύλακας τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει τὸ φιλελεύθερο καὶ συνοδικόν. Ἀπόδειξις αὐτοῦ εἶνε ὅτι στὶς χειροτονίες λαμβάνει μέρος ἀπαραιτήτως ὁ λαός. Ὑπάρχει κανόνας! Ἄλλο τώρα ὅτι πήραμε τοὺς κανόνες καὶ τοὺς θάψαμε. Οἱ κανόνες λένε· δὲν ἐπιτρέπεται διᾶκος ἢ παπᾶς ἢ δεσπότης νὰ χειροτονηθῇ νύχτα μὲ κλειστὲς πόρτες. Ὄχι, δὲν εἶνε ὑπόθεσις οἰκογενειακή, τεσσάρων – πέντε ἀνθρώπων. Θὰ χειροτονηθῇ Κυρι­ακὴ ἢ μεγάλη ἑορτή, καὶ θὰ εἰδοποιηθῇ νὰ πα­ρίσταται ὅλος ὁ λαὸς ποὺ θὰ τὸν ἔχῃ ποιμένα. Καὶ πρὶν τὴ χειροτονία ὁ προεστὼς θὰ ρωτή­σῃ· –Εἶνε ἄξιος; Ἐὰν ἀπὸ τὸ ἐκκλησίασμα ἀκου­στῇ φωνὴ «ἀνάξι­ος», τί λένε τὰ βιβλία, οἱ κανό­νες; – ἄλλο τὸ τί γίνεται τώρα· ἡ Ὀρθοδοξία λέει· θὰ σταματήσῃ ἡ χειροτονία καὶ ὁ ἀρχιερεὺς ποὺ ἔχει συνείδησι τῆς ἀποστολῆς του θὰ πῇ· –Ποιός φωνάζει; Ἔλα ἐδῶ, παιδί μου. Τί ἔχεις νὰ πῇς γιὰ τὸν χειροτονούμενο; –Ἔ­χω αὐτὰ κι αὐτά… –Πολὺ καλά. Ἀναβάλλεται ἡ χειροτονία γιὰ δύο μῆνες· δὲν χάθηκε ὁ κόσμος. Καὶ στὸ διάστημα αὐτὸ θ᾿ ἀποδειχθῇ, ἂν οἱ κατηγορίες ἀληθεύουν ἢ εἶνε συκοφαντία. Καὶ ἂν μὲν εἶνε συκοφαντία, οὐαὶ καὶ ἀλ­λοίμονο στὸν συκοφάντη. Ἂν ὅμως γίνουν ἀ­νακρίσεις, ἐξετασθοῦν μάρτυρες καὶ ἀποδειχθῇ ὅτι οἱ καταγγελίες ἀληθεύουν, τότε ἡ χειροτονία ματαιώνεται. Δυστυχῶς τώρα, ὄχι πέντε – δέκα, ἀλλὰ ὅλη ἡ Ἑλλάδα νὰ φωνά­ξῃ «ἀνάξιος», αὐτοὶ μὲ τὴ δύναμι ποὺ διαθέτουν, μὲ βίαια μέσα, χειροτονοῦν τοὺς ἀναξί­ους. Σᾶς λέω ὑπευθύνως· χειροτονίες ποὺ γίνονται μὲ φωνὲς «ἀνάξιος», εἶνε ἀντικανονικές.

4. ΑΓΙΟΤΗΣ. Τὸ ἑπόμενο χαρακτηριστικὸ γνώ­ρισμα τῆς Ὀρθοδοξίας ποιό εἶνε; Ὁ σκοπός, τὸ ἰδανικό της. Ὅλα ὅσα γίνον­ται στὴν Ἐκ­κλησία ποιό σκοπὸ ἔχουν; γιατί ἀνάβουμε τὸ κερὶ ἢ τὸν πολυέλεο, γιατὶ διαβάζουμε τὸ Εὐ­αγγέλιο, γιατί κηρύττει ὁ ἱεροκήρυκας, γιατί γί­νεται τὸ μυστήριο; Ἀ­παντᾷ ὁ Παῦλος· «πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων» (Ἐφ. 4,12). Τὸ ἰδανικὸ τῆς Ἐκκλησίας, στὸ ὁποῖο κατατείνουν ὅλα, εἶνε ἡ ἁγιότης· «ἅγιοι γίνεσθε» (Α΄ Πέτρ. 1,16· βλ. Λευϊτ. 20,7,26).

Τί θὰ πῇ ἁγιότης; Νά· ἕναν ἀγράμματο τσο­πᾶνο ποὺ βόσκει τὰ πρόβατά του καὶ μόλις ἀ­κούσῃ τὴν καμπάνα –εἶδα τέ­τοιους– σταματάει καὶ κάνει τὸ σταυ­ρό του καὶ λέει «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» καὶ τὰ μάτια του δακρύ­ζουν, μοῦ ᾽ρχεται νὰ πέσω νὰ τὸν προσ­κυ­νή­σω. Ἕνας τέτοιος, ποὺ πιστεύει στὸ Θεό, ζυγίζει παραπά­νω ἀπ᾿ ὅλους τοὺς πολυγραμματισμέ­νους καθηγητάδες καὶ θεολόγους, αὐ­τοὺς ποὺ ξέρουν πολλά, μὰ δὲν ἔχουν μέσα τους οὔτε δράμι ἀπὸ τὴν πίστι αὐτή. Ἕ­νας τέ­τοιος ἀγράμ­ματος πιστὸς στὸ Θεὸ εἶνε ἀνώτε­ρος ἀπὸ δαύτους. Ἡ Ἐκκλησία μας παραπάνω ἀπ᾽ ὅλα ἐκτιμᾷ τὴν ἁγιότητα. Εἶνε αὐ­τὸ ποὺ λέει ὁ Παῦλος· «Βλέπετε τὴν κλῆσιν ὑ­μῶν, ἀδελφοί, ὅτι οὐ πολλοὶ σοφοὶ κατὰ σάρκα, οὐ πολλοὶ δυνατοί, οὐ πολλοὶ εὐγενεῖς»· δὲν εἶνε μεταξύ σας πολ­λοὶ σοφοί, πολλοὶ ἰσχυροὶ καὶ μεγάλοι· «ἀλλὰ τὰ μω­ρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ»· «ποῦ σοφός; ποῦ γραμματεύς; ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰ­ῶνος τούτου;» (Α΄ Κορ. 1,26-27,20). Ναί, αὐτοὺς ποὺ ὁ κόσμος θεωρεῖ ἀ­νοήτους, αὐτοὺς ἐκτιμᾷ ἡ Ἐκκλησία μας.

Ἕνα δράμι ἁγιότης ζυγίζει περισσότερο ἀ­πὸ ἕνα τόννο ἀνθρωπίνης σοφίας. Δῶστε μου λίγη ἁγιότητα ἀπ᾽ αὐτὴν ποὺ εἶχαν οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, καὶ νὰ σᾶς χαρίσω τὰ διπλώματα καὶ τὶς γλῶσσες καὶ ὅλη τὴν ἐγκυκλοπαιδικὴ μόρφωσι ποὺ ἔχουν σήμερα μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς ἀρχιερεῖς μας. Ἡ ἁγιότης εἶνε παραπάνω· σ᾽ αὐτὴν κατευθύνει κάθε προσπάθεια ἡ Ἐκκλησία μας.

Τί εἶνε ἁγιότης; Τὸ νὰ κό­ψῃ καν­εὶς τὰ ἐλαττώματά του. Ὁ ἅ­γιος, ἐνῷ αὐτὸς εἶ­­νε ὁ μεγά­λος ἥρωας, ὁ νικητὴς τῶν παθῶν καὶ θριαμ­βευτής, ἐμπαίζεται σήμερα. Ποιόν νὰ ρωτή­σουμε τί εἶνε ἁγιότης; Τὸ ἄνθος τῆς Ὀρθοδοξίας, τὸν ἅγιο Ἰ­σαὰκ τὸν Σῦ­ρο. Ὅταν τὸν ρώτησαν τί εἶ­νε ἁ­γι­ότης, ἀ­πήντησε· βάθος ταπεινώσεως.

Ἕνα παράδειγμα. Κάποιος ἀσκητὴς εἶ­χε ἕ­να ὑποτακτικό. Μιὰ μέρα αὐτὸς κατέβηκε στὸν κόσμο. Ὅταν τὸ βράδυ γύρισε στὸ κελλὶ ἦταν δι­αφορετικός· δὲν ἐκτιμοῦσε πιὰ τὸ γέροντα. Τὸ κατάλαβε ἐκεῖνος καὶ λέει· –Τί ἔπαθες, παιδά­κι μου; –Ξέρεις, γέρον­­τα, τί σοῦ σέρνουν οἱ γλῶσ­σες; –Τί, παιδί μου; –Σ᾽ ἕνα σπίτι ἄκουσα ὅτι εἶ­σαι ὑ­περήφανος. –Ναί, παιδί μου, εἶμαι. –Σὲ ἄλ­­λο σπίτι σὲ κατηγοροῦν ὅτι εἶσαι πόρνος. –Ναί, παιδί μου, εἶμαι. –Ἄλλοι λένε πὼς εἶσαι κλέφτης. –Ναί, εἶμαι. –Ἀλλοῦ σὲ κατηγοροῦν ὅτι εἶσαι θυμώδης. –Ναί, παιδί μου, εἶμαι· παρακά­λει τὸ Θεὸ νὰ μ᾽ ἐλεήσῃ. –Λένε ἀκόμα πὼς εἶσαι καὶ μοιχός. –Ναί, παιδί μου, εἶ­μαι. –Κάποιοι μοῦ εἶπαν, ὅτι εἶσαι αἱρετικός. –Τί, αἱρετικός; ὄχι, παιδί μου, αἱρετικὸς δὲν εἶμαι!… Ὅλα τὰ δέχτηκε ὁ ἀσκητής, γιατὶ ἦταν ἅγι­ος κ᾽ εἶχε ταπείνωσι· τὴν κατηγορία τοῦ αἱρε­τι­κοῦ δὲν τὴ δέχτηκε, γιατὶ ἦταν ὄντως ὀρθόδο­ξος. Σήμερα πᾶνε στὸν πνευματικὸ καὶ ζητοῦν νὰ δικαιωθοῦν. Ἐγὼ δὲν ἔκανα τίποτα! λένε. Μὰ ἡ Ὀρθοδοξία ἔχει λεπτὸ κόσκινο, ζυγαριὰ φαρ­­μακείου. Ἂν μᾶς κοσκινί­σῃ ὁ ἄγγελος!…

Μά, ἀφοῦ δὲν ἦταν πόρνος, θὰ πῆτε, γιατί ἔ­­λεγε πὼς εἶνε; Δὲν ἁμαρτάνεις μόνο μὲ τὸ κορ­μί· κ᾽ ἕνα βλέμμα κ᾽ ἕνα λογισμὸ νὰ δεχτῇς μέ­σα σου, πάει, τὴν ἔκανες τὴν καρδιά σου οἶκο ἀ­νοχῆς. «Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θε­ός…» (Ψαλμ. 50,12). Τὸ εἶπε ὁ Χριστός· Ὅποιος δῇ γυ­ναῖκα μὲ βλέμμα φιλήδονο, ἁμάρτησε, «ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ» (Ματθ. 5,28). Ἂν περάσῃς ἀπὸ ἕνα περιβόλι καὶ πῇς «Ἄχ νὰ τά ᾿χα ἐγὼ αὐτά», ἔγινες κλέφτης μὲ τὴ διάθεσι. Καὶ ἂν μέσα σου δεχθῇς γιὰ κάποιον λογισμὸ μίσους, ἔ τὸν σκότωσες· «πᾶς ὁ μισῶν τὸν ἀ­δελφὸν αὐτοῦ ἀνθρωποκτόνος ἐστί» (Α΄ Ἰω. 3,15).

Ἀπὸ τὶς εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας μας ὡραία εἶ­νε ἐκείνη τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ γονατίζου­με καὶ λέμε· «Σοὶ μόνῳ ἁμαρτάνομεν, ἀλλὰ καὶ σοὶ μόνῳ λατρεύομεν» (γ΄). Εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἀλλ᾽ ὄχι ἀσεβεῖς καὶ αἱρετικοί.

Αὐτὴ εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία μας. Μερικὲς πτυ­χὲς σᾶς ἔδειξα· ἱερὰ παράδοσις, μυστήριο θεί­ας εὐχαριστίας, ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, ἁγιότης. Δὲν τελειώσαμε ὅμως· θὰ συνεχίσουμε καὶ θὰ ὁλοκληρώσουμε σὺν Θεῷ τὸ βράδυ.

ΜΕΡΟΣ Γ´

(μαρτύριο & εὐποιΐα)

Christ-calls-Philip-and-NathanaelἩ ἑορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας μᾶς ἔδωσε ἀφορμὴ νὰ σκιαγραφήσουμε τὸν χαρακτῆρα της. Μερικὲς πινελλιὲς στὸ πορτραῖτο της ἦταν· ἡ ἱερὰ παράδοσις, τὸ μυστήριο θεί­ας εὐχαριστί­ας, ἡ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, καὶ ἡ ἁγιότης. Τί ὑ­πολείπεται τώρα γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουμε;

5. ΜΑΡΤΥΡΙΟ. Μία ἀκόμη πινελλιά, ἀλλ᾽ αὐ­τὴ εἶνε κόκκινη· εἶνε τὸ αἷμα! Ποιό αἷμα; Ὄχι τὸ ξένο ἀλλὰ τὸ δικό μας. Ἡ Ἐκκλησία – ἡ Ὀρ­θο­δοξία μας ποτίστηκε καὶ ἔγινε δέντρο μεγάλο μὲ δύο πράγματα· δάκρυ μετανοί­ας καὶ αἷ­μα μαρτυρίου. «Τῶν ἐν ὅ­λῳ τῷ κόσμῳ μαρτύρων σου ὡς πορφύραν καὶ βύσσον τὰ αἵματα ἡ Ἐκ­κλησία σου στολισαμένη δι᾽ αὐτῶν βοᾷ σοι, Χρι­στὲ ὁ Θεός…» (ἀπολυτ. Κυρ. ἁγ. Πάντ.)· ἡ Ἐκκλησία, λέει, στολίστη­κε μὲ τὰ αἵματα τῶν μαρτύρων σὰν μὲ ἁ­λουργίδα βασιλική, καὶ λάμπει καὶ ἀστράφτει.

Καὶ ἐρωτῶ· ποιός ἄλλος ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς ἔχυσε τόσο αἷμα γιὰ τὴν πίστι τοῦ Χριστοῦ; οἱ προτεστάντες, οἱ παπικοί, ποιοί; Ξέρετε τί εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία; Δὲν ὑποτιμῶ τοὺς κό­πους τῶν παπικῶν ἢ τὰ κηρύγματα τῶν προ­τεσταν­τῶν. Ἀλλ᾽ ἐὰν ὁ Χριστιανισμὸς εἶνε ἕνα στράτευμα, ἡ Ὀρθοδοξία εἶνε ἡ ἐμπροσθο­φυλακή. Οἱ ὀρθόδοξοι –δὲν καυχώμεθα, τὸ λέμε ἀντικειμενικά–, ἐδῶ στὴ γωνιὰ ποὺ σταθή­καμε, στὴν Ἀνατολὴ ποὺ μᾶς ἐφύτευσε ὁ Θεός, εἴμαστε στὴν πρώτη γραμμή. Ἐὰν σπά­σῃ ἡ Ὀρ­θοδοξία, δὲν θὰ ὑ­πάρχῃ Χριστιανισμός.

Ἐμ­πρός, στρατιῶτες, σαλπίζει· προχωρεῖτε προχωρεῖ­τε! Καὶ πέφτουν καὶ συνεχῶς πέφτουν κορμιὰ καὶ ματώνει τὸ χῶμα καὶ γέ­μισε ἡ γῆ μυ­ριάδες μαρτύρων. Ποτάμια αἷμα ἔχυσε αὐ­τὴ ἡ Ὀρθοδοξία. Καὶ ἔτσι ἀποδεικνύεται ἡ γνησιότης.

Θέλετε νὰ καταλάβετε τὸν Χριστιανὸ καὶ τὸν κληρικό; θέλετε νὰ καταλάβετε τοὺς πα­πᾶ­­δες σας, τοὺς δεσποτάδες σας, τοὺς θεολόγους σας; Παρατηρῆστε ποιός εἶνε ἕτοιμος γιὰ θυσία, ποιός διώκεται. «Πάντες οἱ θέλον­τες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσον­­ται» (Β΄ Τιμ. 3,12). Ὅποιος θέλει νὰ κρατήσῃ τὸ Εὐαγγέλιο, θὰ διωχθῇ στὸν κόσμο αὐτόν. Ὁ κλῆρος τοῦ δικαίου, τοῦ τιμίου ἀνδρός, τοῦ εἰλικρινοῦς κήρυκος τοῦ εὐαγγελίου, εἶνε ὁ διω­γμός. Καὶ διώχθηκε πράγματι ἡ κατὰ ἀνατολὰς ἡ Ἐκ­κλησία. Ἔδωσε ἀγῶνα. Ποῦ; Ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν, π.χ. τῶν εἰ­κονο­μάχων ἐπὶ ἑκατὸ καὶ πλέον ἔτη. Ἐμπροσθοφυλακὴ δὲν εἴπαμε;

Ξέρεις πόσο αἷμα ἔχυσε ἡ Ἐκκλησία μας ν᾽ ἀναχαιτίσῃ – ποιό; τὸ Ἰσλάμ. Ἄχ! ζωντανεύει πάλι τὸ Ἰσλάμ, θηρίο ποὺ κοιμόταν – δὲν πή­ραμε χαμπάρι. Δὲν θέλω τώρα νὰ μπῶ στὴν πο­λιτική, εἶνε ἔξω ἀπὸ τὸ στόχο μου. Ξύπνησε πάλι τὸ Ἰσλὰμ μὲ κεφαλὲς πολλές… Τί κῦ­μα τῆς ἀβύσσου εἶν᾽ αὐτό! Σὰ ν᾽ ἀκούω Ἀποκάλυψι. Εἶδα νὰ βγαίνῃ θηρίο ἀπὸ τὴν ἔρημο, τὸ θηρίο τοῦ Μωάμεθ· καὶ προχώρησε, καὶ ἔφθα­σε μέχρι ποῦ; μέχρι τὴ Βιέννη. Καὶ ἀπέναντί του στάθηκε – ποιός ἐδῶ στὴν Ἀνατολή; ἡ ἐμ­­προσθοφυλακή, ἡ Ὀρθοδοξία μας.

Σήμερα ἀκοῦμε στὴν Ἐκκλησία «Αἰωνία ἡ μνήμη» τῶν πατέρων, ὅλων ἐκείνων ποὺ μᾶς παρέδωσαν τὴν Ὀρθοδοξία κ᾽ ἔφθασε μέχρι τὰ χρόνια μας. Δυὸ ἑκατομμύρια σφάχτηκαν σὰν ἀρνιὰ ἀπὸ τὸν ἀντίχριστο Κεμὰλ στὴ Μικρὰ Ἀσία. Κ᾽ ἐμεῖς φρουροῦμε γι᾽ αὐτὸν στὴ Θεσσαλονί­κη. Ὅταν περνάω καὶ τὸ βλέπω, ῥαγίζει ἡ καρδιά μου νὰ βλέπω Ἕλληνες φαν­τάρους νὰ φυλᾶνε τό μνῆμα τοῦ θηρίου αὐτοῦ τῆς Ἀποκαλύψεως. Κι ὅταν ἀκούω τὰ λόγια ἑ­νὸς ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς ὅτι «Ἐγὼ εἶμαι Τοῦρ­κος», τί νὰ πῶ; Ξέρω ὅτι πάνω ἀπὸ τὰ ἔ­θνη εἶ­νε ἡ Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ θὰ εἴμαστε ἄδικοι ἂν πέ­σουμε νὰ προσκυνήσουμε τὸν Τοῦρκο. Ὄχι. Θὰ ἀγαπήσουμε καὶ τὸν δήμιό μας, ἀλλὰ δὲν θὰ τὸν κάνουμε ἀφέντη.

Θέλετε νὰ δῆτε τί εἶνε Ὀρθοδοξία; Σ᾽ ἕνα χωριὸ τῶν Γρεβενῶν ἕνας εὐκατάστατος ἰεχω­βίτης παντρεύτηκε ἕνα σεμνὸ κορίτσι βοσκοῦ – θυμᾶμαι ποὺ ὁ μητροπολίτης τὴν κάλεσε καὶ τὴν ἐπῄνεσε, διότι τί ἔ­γινε; Τὴν πρώτη βραδιὰ τοῦ γάμου, πῆγε ἐκείνη ν᾿ ἀνά­ψῃ τὸ καν­τήλι στὸ εἰκονοστάσι τῆς καλύβας· καὶ σηκώνεται αὐτός –τότε φανερώθηκε· σοῦ λέει, τώρα τὴν ἔχω στὸ χέρι–, ἁρπάζει τὶς εἰκόνες καὶ τὶς καίει! Ἂν ἤτανε καμμιὰ ἀπ᾿ τὸ Κολωνάκι, θὰ τὸν ἀνεχόταν· αὐτὴ ἡ ἀγράμματη, μόλις τὸ εἶδε αὐτό, τοῦ λέει «Φύγε, διάβολε!…» καὶ τὸν ἔδιωξε πὺξ-λάξ. Εὐλογημένη νά ᾿νε!
Τὸ 1822 ἔφθασε στὴ Χίο ἡ ἀρμάδα, τὰ πλοῖα τῶν Τούρκων. Ἔπιασαν 30.000 γυναικόπαιδα, ὅ­­πως ἱστορεῖ ὁ Γάλλος Πουκεβίλ, τὰ πῆγαν στὴν παραλία, ἔβαλαν χάμω στὴν ἁμμουδιὰ ἕ­να σταυ­ρό, τὸν πάτησαν, καὶ τοὺς λένε· Ὅ­ποιος ἀπὸ σᾶς θὰ πατήσῃ τὸ σταυρό, θὰ ζή­σῃ· ὅποιος δὲν τὸν πατήσῃ, δὲν θὰ ζήσῃ· σᾶς δίνω προθεσμία. Δὲν κουνήθηκε οὔτε ἕνας, οὔτε παιδὶ οὔτε νέος, κανείς. Σὰν ἀρνιὰ τοὺς ἔ­σφαξαν καὶ κοκκίνισε ἡ θάλασσα.

Αὐτὴ εἶνε ἡ πίστις μας καὶ αὐτοὶ οἱ ἥρωες ποὺ τὴν κρατᾶνε. «Ὦ Ὀρθοδοξία, ὦ πατροπα­ράδατον σέβας· ἐν σοὶ ἐγεννήθημεν, ἐν σοὶ ζῶμεν, καὶ ἐν σοὶ κοιμηθησόμεθα» (Ἰωσὴφ Βρυέννιος).

6. ΕΥΠΟΙΪΑ. Σᾶς ἔδειξα μὲ λίγες λέξεις τί εἶ­νε Ὀρθοδοξία. Καὶ τώρα ἂς φύγουμε ἀπὸ τὸ ὕψος αὐτὸ καὶ νὰ πέσουμε – ποῦ; Στὴν ἀφεν­τιά μου καὶ στὴν ἀφεντιά σας, καὶ νὰ κάνουμε ἕνα ἐρώτημα· Ἐμεῖς εἴμαστε παιδιὰ τῆς Ὀρθο­δόξου Ἐκκλησίας; Πολλὰ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ἐπ᾽ αὐτοῦ· θὰ θίξω ἕ­να μόνο σημεῖο.

Ἐὰν θέλουμε νὰ εἴμαστε δίκαιοι, ὀφείλουμε νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι, ἐνῷ ὑπερτεροῦμε σ᾽ αὐτὰ ποὺ ἐκθέσαμε, σὲ ἕνα σπουδαῖο τομέα ὑστεροῦμε. Μᾶς νικοῦν ἐκεῖ οἱ ἄλλοι, οἱ προτεστάντες καὶ οἱ παπικοί. Ἐνῷ ἔχουμε ἕ­να μεγαλεῖο ἄφθαστο, θεωρητικὸ μεγαλεῖο, ὑ­στε­ροῦμε στὰ ἔργα ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας.

Στὴν Ἀθήνα πέθανε ἕνα φτωχαδάκι. Πῆγαν νὰ κανονίσουν τὰ τῆς κηδείας. Τοὺς λένε· –Τό­σο γιὰ τὸν παπᾶ, τόσο γιὰ τὸ διᾶκο, τόσο γιὰ τὸν πολυέλεο, τόσο γιὰ τὸ ἕνα, τόσο γιὰ τὸ ἄλλο… –Μὰ δὲν ἔχουμε, τί θὰ γί­νῃ; –Ἄ, δὲν ξέρω (ἦταν ἕνας παπᾶς φιλάργυρος). Τὸ μαθαίνει ὁ αἱρετικός (παπι­κός) καὶ πάει στὸ σπίτι ἀμέσως. –Τί συμβαίνει; λέει. –Δὲν ἔχουμε νὰ τὸν θάψουμε. –Γι᾽ αὐτὸ στενοχωριέστε; τὸν θάβω ἐγὼ δωρεάν. Τὸν πῆρε, τὸν ἔθαψε, καὶ τὸ βράδυ τοὺς γέ­­μισε τὸ σπίτι ροῦχα καὶ τρόφιμα. Θὰ μοῦ πῆτε, καὶ πρέπει γι᾿ αὐτὰ ν᾽ ἀφήσουν τὴν Ὀρθοδοξία; Ὄχι ὄχι· ἀλλὰ μιὰ Ἐκκλησία ποὺ εἶνε μάνα πρέ­πει νὰ κοιτάξῃ τὰ παιδιά της καὶ στὸν το­μέα τῆς φιλανθρωπίας ὅσο τοὐλάχιστον οἱ αἱ­ρετικοί. Ὑστεροῦμε, ἀδέρφια μου, στὴ φιλανθρωπία.

Θὰ δῇ κανεὶς στὴν Ἑλλάδα ἀπ᾽ τὸ ἕ­να μέρος πολυτέλεια κι ἀπὸ τὸ ἄλλο δυστυχία. Κάπου στὶς ὑπώρειες τῆς Πίνδου θὰ δῇ καὶ κάτι σπιτάκια θαῦμα.
Τὰ εἶδα κ᾽ ἐγὼ καὶ ρώτησα· Αὐτὰ ποιός τὰ ἔχτισε; τὸ κράτος ἢ κά­ποιος ἐ­φοπλιστής; Τὰ ἔχτισαν, μοῦ εἶπαν, ὄχι Ἕλληνες ἀλλὰ Ἑλβετοί· πάστορες (δηλαδὴ «παπᾶ­δες»), ἔμαθαν ὅτι ἐδῶ ὑποφέρει κόσμος, ὥρισαν σὲ δεκαπέντε καντόνια – διαμερίσματα νὰ νηστέψουν μία μέρα ἀπ᾿ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ, καὶ μὲ ὅσα θὰ ξώδευαν γιὰ τὸ φαῒ μάζεψαν ἕνα μεγάλο ποσό, μὲ τὸ ὁποῖο χτίστηκαν τὰ σπιτάκια. Αὐτοὶ εἶνε προτεστάντες, νη­στεῖες δὲν ἔχουν· στὸ ζήτημα αὐ­τὸ ὅμως ἐφήρμοσαν τὴν Ὀρθοδοξία, ἔκαναν αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Μέγας Βασίλειος· «Νηστεύσωμεν, ἀ­δελφοί, ἵνα ἐλεήσωμεν».

Γιὰ φανταστῆτε νὰ νηστεύαμε ὅλοι μία μέρα! Τί μπορούσαμε νὰ κάνουμε μὲ ὅσα ξοδεύονται τὶς ἀπόκριες στὰ καρναβάλια! Γι᾿ αὐτὸ σᾶς λέω ὅτι, ἐνῷ εἴμαστε ὀρθόδοξοι, ὑστεροῦμε στὰ ἔρ­γα ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας καὶ μᾶς νικοῦν στὸν τομέα αὐτὸν καὶ οἱ φράγκοι καὶ οἱ προτεστάντες. Γι᾿ αὐτὸ εἶνε ἀνάγκη νὰ τελειώσω καὶ νὰ σᾶς πῶ τὸ δρᾶμα τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἡ Ἀποκάλυψις λέει, ἀγαπητοί μου, ὅτι φάνη­κε νὰ πετάῃ ἕνα πουλί, ἕνας «ἀετὸς μέγας» (Ἀπ. 12,14). Ἀλλὰ ὁ ἀετός, ὅπως καὶ κάθε πουλί, γιὰ νὰ πετάξῃ χρειάζεται δύο φτερούγες· μὲ μία δὲν πετάει· ἅμα πληγωθῇ ἀπὸ σκάγια στὴ μία φτερούγα, ὁ ἀετὸς βασανίζεται καὶ χτυπιέται κάτω στὴ γῆ. Καὶ ἡ Ὀρθοδοξία μας ἔχει δυὸ φτε­ροῦ­γες, πίστι καὶ ἔργα. Ἡ μιὰ φτερούγα κρατιέται ἀλώβητη· εἶνε ἡ πίστις ἡ ἀμώμη­τος. Ἡ ἄλλη φτερούγα ὅμως δέχθηκε σκάγια, εἶνε πληγωμένη, κι ὁ ἀετὸς βασανίζεται. Αὐτὴ ἡ φτερού­γα εἴμαστε ἐμεῖς, ποὺ ὑστεροῦμε στὰ ἔργα.

Ἐάν, ἀδελφοί μου, δώσουμε στὴν Ἐκκλησία μας καὶ ἔργα καλά, τότε ὁ ἀετὸς θὰ γίνῃ «μεγα­λοπτέρυγος» (ἔ.ἀ.. Ἰεζ. 17,3), θὰ πετάξῃ στὰ ὕψη, καὶ τότε, ὤ τότε!… Πολλὰ θὰ γίνουν· τὰ παιδιὰ καὶ τὰ ἐγγόνια σας πολλὰ θὰ δοῦν. Ἕνα σᾶς λέω καὶ τὸ πιστεύω ἀκραδάντως· ὅταν ἡ Ὀρθοδο­ξία ἀποκτήσῃ καὶ τὴν ἄλλη φτερού­γα, τῆς φιλαν­θρωπίας καὶ τῶν καλῶν ἔργων, τότε θὰ μεσουρανήσῃ. Καὶ τότε θὰ δῆτε· δὲν θὰ νική­σῃ οὔτε ὁ πάπας οὔτε οἱ προτεστάντες. Θὰ νι­κή­σῃ ἡ Ὀρθοδοξία, θὰ γίνῃ ἄστρο φωτεινό. Καὶ τότε θὰ ἔρθουν τὰ παιδιά της ἐκ δυσμῶν καὶ ἑώας, ἐξ Ἀμερικῆς καὶ Αὐ­στραλίας, ἐκ βορρᾶ καὶ νότου, καὶ ὅλα μαζὶ σὰν μιὰ κιθάρα θὰ ψάλλουν «Ὑμνεῖτε Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας».

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-

Advertisements