XIWTHS_EXOF[1]Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1920 όπου είχε πάει η οικογένειά του που ήταν μόνιμα εγκατεστημένη στο Ναύπλιο. Εκεί τελείωσε το Δημοτικό σχολείο.

( Κατά τον ρεμπετολόγο Τάσο Σχορέλη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, ενώ κατά τον ποιητή και συγγραφέα Νίκο Ρούτσο στο Ναύπλιο.
Στο προσωπικό μου αρχείο σαν ημερομηνία γεννήσεως έχω καταγράψει: 21/3/1921).
Λίγο πριν το 1935 η οικογένειά του ξαναγύρισε στο Ναύπλιο από τη Θεσσαλονίκη. Εκεί άρχισε να πρωτοεργάζεται, παιδί ακόμη, σαν μουσικός.
Γιος του βαρύμαγκα και καυγατζή Πειραιώτη Διαμαντή Χιώτη και μιας δυναμικής γυναίκας που διατηρούσε στο Ναύπλιο το πιο αριστοκρατικό Μπαρ, με τις πιο όμορφες κοπέλες για σερβιτόρες και με πελάτες της τους πιο παραλήδες και αριστοκράτες της εποχής εκείνης. Ο Μανώλης μεγάλωσε στα χέρια αυτών των κοριτσιών, με τα χάδια, τα φιλιά και τις τρυφερές φροντίδες τους, μέσα στη χλιδή και στα πλούτη της σπάταλης μητέρας του που δεν άφησε ποτέ να του λείψει τίποτα. Με λίγα λόγια, ο Μ. Χιώτης μεγάλωσε σαν αρχοντόπουλο στο Ναύπλιο και διατήρησε μέχρι τον πρόωρο θάνατό του την αριστοκρατική του εμφάνιση και τον χαρακτήρα του.
Ο πατέρας του Μανώλη, ο Διαμαντής, ήταν ένας πασίγνωστος Ρεμπέτης και μάγκας του Πειραιά, μα ντόμπρος και μπεσαλής άντρας! Και πολύ – πολύ τίμιος και ηθικός άνθρωπος που δεν έκανε ποτέ υποχωρήσεις και συμβιβασμούς στη ζωή του για κανέναν και για τίποτε.


Η καταγωγή του προπάππου του ήταν από τη Χίο, γι’ αυτό και το όνομα Χιώτης.Ο πατέρας Διαμαντής ήταν «ζόρικος» (όπως τον λέγανε) και δεν τα πήγαινε καθόλου καλά με τη γυναίκα του, γιατί σαν βρισκόταν στο Μπαρ καυγάδιζε και πιανόταν στα χέρια με τους πελάτες της.
Παρ’ όλη την άνεση και την πολυτέλεια των πρώτων χρόνων της ζωής του, ο Μανώλης Χιώτης δεν έγινε ούτε «μαμμόθρεφτο» ούτε κανένας λεπτεπίλεπτος άντρας. Αντίθετα ένας γερός και μεγάλος καλλιτέχνης και άφοβος νταής που τον έτρεμαν όλοι, φίλοι, γνωστοί, συνάδελφοι και μαγαζάτορες!
Ο αξέχαστος Μανώλης ήταν ένα κράμα, ένα χαρμάνι, ας το πούμε, της έξυπνης και δραστήριας μητέρας του και του τίμιου μα καβγατζή και παλικαρά πατέρα του.
– Το πρώτο όργανο που μαθαίνει και παίζει συνέχεια ο Μανωλάκης είναι η …σφυρίχτρα! Μια κοινή σφυρίχτρα σαν αυτές που χρησιμοποιούσαν άλλοτε οι χωροφύλακες.
Τη βλέπει κάποια παραμονή Πρωτοχρονιάς στον πάγκο ενός μικροπωλητή στη μεγάλη πλατεία του Ναυπλίου, κι αρχίζει να κλαίει γοερά κι ασταμάτητα για να του την αγοράσουν.
Από τότε σφυρίζει, σφυρίζει μ’ έναν παράξενο τρόπο που νόμιζε κανείς πως σκάρωνε μ’ αυτήν μελωδίες και μέτρα τραγουδιών που εκείνες τις στιγμές δημιουργούσε. Άρα το πρώτο όργανο του Μανώλη Χιώτη ήταν η σφυρίχτρα που τον είχε γοητέψει και συνεπάρει τόσο.
Σαν ξεπετάγεται ο Μανώλης και γίνεται ένας νέος άντρας τυχαίνει ν’ ακούει κάποιον κιθαρίστα να παίζει και ξετρελαίνεται μ’ αυτό το όργανο. Κι έτσι απαιτητικός καθώς είναι, κολλάει στη μητέρα του:Μάνα, θέλω να μου αγοράσεις μια καλή κιθάρα! Πρόθυμη η μητέρα του τον παίρνει και με το τρένο κατεβαίνουν στην Αθήνα. Πηγαίνουν κι’ οι δυο τους, πιασμένοι χέρι-χέρι στη Στοά του Αρσακείου που βρίσκεται ακόμα το κατάστημα οργάνων του Γαϊτάνου.
– Κύριε Γαϊτάνε, του λέει, θέλω μια καλή κιθάρα για το γιο μου.
Ο καταστηματάρχης ξεκρεμάει από τις ντουλάπες του ένα μικρό και πολυτελέστατο κιθαρόνι και το δίνει στο γιο. Μα ο Μανώλης, ο αργότερα μεγάλος αναμορφωτής του λαϊκού μας τραγουδιού, κοιτάζει με περιφρόνηση το μικρό κιθαρόνι και αρνιέται να το δεχτεί.
– Δεν θέλω τέτοια μικρή κιθάρα, λέει. Εγώ θέλω μια μεγάλη κιθάρα σ’ αυτές που παίζουν οι επαγγελματίες. Θέλω να τη διαλέξω μόνος μου. Αυτό το κιθαρόνι δεν μου κάνει!
Τέλος κι από τις πολλές κιθάρες που βλέπει ο Μανώλης, καταλήγει να πει το «ναι» για μια μεγάλη κιθάρα με πολλά στολίδια και με μανίκι από έβενο!
– Μ’ έκαψες παιδί μου, του κάνει η μητέρα του. Η κιθάρα που διάλεξες θα είναι πολύ ακριβή. Πρέπει να πουλήσω το Μπαρ για να σου την αγοράσω!
Στο σημείο αυτό επεμβαίνει ο γέρο-Γαϊτάνος:
– Μα αγοράκι μου, του λέει, είναι πολύ μεγάλη. Και τα δάχτυλά σου πολύ μικρά γι’ αυτήν, δεν θα μπορείς να την παίζεις.
– Μα και τα δάχτυλά μου θα μεγαλώσουν Κύριε! Αυτή η μεγάλη κιθάρα μου κάνει. Μονάχα μ’ αυτήν θα μπορώ να παίζω.
Τέλος, ο Μανωλάκης καταφέρνει να γίνει το δικό του. Η μητέρα του κουβαρντού και σπάταλη του αγοράζει τη μεγάλη και ακριβή κιθάρα που ζητάει.
– Κατά μία άποψη (σημ.: του Ν. Ρούτσου), ο Μανώλης Χιώτης στρώνεται στη μελέτη και γρήγορα, χωρίς να πάει σε δάσκαλο, μαθαίνει μόνος του και γίνεται μεγάλος βιρτουόζος κιθαρίστας!
– Κατά μία άλλη άποψη (σημ.: του Τάσου Σχορέλη) από πολύ μικρός πήρε μαθήματα κιθάρας, μπουζουκιού και ουτιού από ένα μεγάλο Θεσσαλονικιό μουσικοδιδάσκαλο, τον Γιώργο Λώλο.
(Και αργότερα βέβαια, στην Αθήνα, από τον βιρτουόζο Στεφανάκη Σπιτάμπελο).
Οι καλύτεροι και μεγαλύτεροι επαγγελματίες βιρτουόζοι της Αθήνας που τον ακούνε αργότερα, όχι μόνο τον παραδέχονται σαν μεγάλο δεξιοτέχνη της κιθάρας, μα σκάνε και από τη ζήλια τους. Μα και ο ίδιος ο Μανώλης Χιώτης ζηλεύει κάποτε κάποιον επαγγελματία κιθαρίστα στο Ναύπλιο, όχι γιατί παίζει καλύτερα απ’ αυτόν, μα επειδή εκείνος είχε συνθέσει ένα δικό του τραγούδι και το είχε «χτυπήσει» μάλιστα σε δίσκο.
Κι από τότε ο μέλλοντας μεγάλος συνθέτης μας πέφτει με τα μούτρα στη δουλειά, θέλοντας να βρίσκει μελωδίες δικές του, να τους βάζει λόγια και να φτιάχνει δικά του πρωτότυπα τραγούδια! Ώσπου σε λίγο παρουσιάζει το πρώτο του τραγούδι με μουσική και στίχους δικά του! Και που, φυσικά, ο τίτλος του ήταν «Η Κιθάρα».
Η μουσική του τραγουδιού αυτού ήτανε βέβαια πολύ καλή και πρωτότυπη. Μα οι στίχοι του κακότεχνοι και κάπως αφελείς. Όμως ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΙ για την πορεία του στο λαϊκό στερέωμα. Δεν έγινε ποτέ δίσκος. Ακούστε τους και σεις:
Σαν αγγίζω τα τέλια,
Βάζει ο Γέρος μου τα γέλια,
Και μου λέει «Ακαμάτη»,
Μάθε τέχνη κι’ άστη κι’ άστη!
———————————–
Κιθάρα, κιθαρούλα μου
Μαγεύεις την καρδούλα μου!
Μα που θα πας, θα μεγαλώσω,
Δόξα μεγάλη θα σου δώσω!
————————————
Και η προς τα πάνω του Μανώλη Χιώτη συνεχίζεται αποδείχνοντας στον κόσμο πως ο μικρόσωμος αυτός νέος είναι μεγάλο ταλέντο ως εκτελεστής και συνθέτης. Το 1936 έρχεται στην Αθήνα. Την πρώτη του ολιγοήμερη εμφάνισή του την έκανε στα «Παγώνια» (στη Σωκράτους και Αγίου Κωνσταντίνου γωνία) πλάϊ στον Στράτο Παγιουμτζή.
Μετά από εμφανίσεις που διαρκούσαν λίγες μέρες (με Γιώργο Δερέμπεη ή Σωφέρ, κλπ) εμφανίστηκε σαν επαγγελματίας στο «Δάσος», στο τέλος του 1936, πλάϊ στον Στράτο, και με ορχήστρα που αποτελείτο από μπουζούκι, σαντούρι, κιθάρα και βιολί. Την ίδια εποχή, ο Στράτος τον πήγε στην«Κολούμπια» όπου, παιδάκι ακόμα (16 ετών), υπόγραψε συμβόλαιο σαν«διευθύνον πρίμο όργανο». Για πολλά χρόνια ήταν ο βασικός εκτελεστής της Columbia.
Σε λίγο, το 1937-38, φωνογράφησε και το πρώτο του τραγούδι «Γιατί δεν λες το «Ναι» (Το χρήμα δεν το λογαριάζω)» με τον ανεπανάληπτο Στράτο Παγιουμτζή. Κορυφαίο κλασσικό ρεμπέτικο, από τα καλύτερα. Μεγάλη επιτυχία του Μανώλη, που έγινε και ανεπανάληπτο σουξέ όταν γυρίστηκε δίσκος.
Καθώς περνάνε τα χρόνια, οι τραγουδιστικές επιτυχίες του Μανώλη Χιώτη όλο και πολλαπλασιάζονται. Μέχρι που φτάνει η μεγάλη τυχερή του στιγμή και συνθέτει τη μεγαλύτερη επιτυχία των επιτυχιών του. Τον «Πασατέμπο», πάνω σε στίχους του αξέχαστου Χρήστου Γιαννακόπουλου. Με το τραγούδι αυτό καθιερώνεται στην Ελλάδα σαν μεγάλος συνθέτης λαϊκής μουσικής.
– Έτσι, κι’ όταν ο Χιώτης μαθαίνει τέλεια κιθάρα και το αρμονικό αυτό όργανο παύει να έχει γι’ αυτόν κανένα μυστικό, βρίσκει ενδιαφέρον σ’ ένα άλλο όργανο που μεσουρανεί εκείνη την εποχή: Στο αθάνατο μπουζούκι με τη γλυκιά φωνή και τους μοναδικούς στεναγμούς του.
Μα και από το μπουζούκι ο μεγάλος μας συνθέτης δεν ικανοποιείται απόλυτα. Καλό το όργανο, μα έχει πολύ περιορισμένες φωνές που δεν του δίνουν τη δυνατότητα να δημιουργεί αρμονικά ακόρντα για τα τραγούδια που ο Χιώτης συνθέτει στην εξέλιξή του, που μπορεί να είναι λαϊκά, ρεμπέτικα, μα είναι πολύ εξευγενισμένα και οι μελωδίες του πρωτότυπες!
Έτσι, στύβοντας το κεφάλι του κατεβάζει μια έμπνευση. Και τρέχει αμέσως στον καλύτερο πειραιώτη κατασκευαστή μπουζουκιού για να του πει:
– Γιατί τα μπουζούκια έχουνε μόνο τρεις διπλές χορδές μάστορη;
– Έτσι είναι από παλιά Μανωλάκη μου!!
– Εγώ όμως ήρθα εδώ να σου παραγγείλω να μου φτιάξεις ένα μπουζούκι με τέσσερις διπλές χορδές, αλλά να είναι ίδιο με τ’ άλλα τρίχορδα μπουζούκια που παίζουν οι άλλοι συνάδελφοί μου.
– Τρελλάθηκες Μανώλη μου; του κάνει κατάπληκτος ο οργανοποιός. Γίνεται μπουζούκι με οχτώ χορδές; Ποτέ μου δεν ξανάκουσα τέτοιο πράμα!
 Θ’ ακουστεί τώρα, του κάνει, επιμένοντας ο συνθέτης. Γίνεται λοιπόν ή δεν γίνεται εμείς θα το φτιάξουμε και θα είναι χίλιες φορές καλύτερο από τα τρίχορδα μπουζούκια που έφτιαχνες ως τώρα.
Έτσι, θέλοντας του βλάχου και μη θέλοντας του ζωγράφου, ο οργανοποιός στρώνεται στη δουλειά και σκαρώνει του δεξιοτέχνη μπουζουξή Χιώτη ένα μπουζούκι όπως ακριβώς το θέλει. Κι όταν ο Χιώτης το παίρνει έτοιμο στα χέρια του τον ρωτάει:
– Πόσο έχει ο μήνας σήμερα μάστορα;
– Είκοσι μία Μαρτίου, παιδί μου. Αλλά γιατί ρωτάς;
– Για να θυμάσαι την ημερομηνία αυτή&..
– Δηλαδή;
– Να, σήμερα είκοσι μία Μαρτίου γεννήθηκε το πρώτο τετράχορδο μπουζούκι! Στις 21 Μαρτίου κάθε χρόνο θα γιορτάζω τα γενέθλιά του!!
Κι αλήθεια: Η ημέρα ήταν σημαδιακή. Γιατί στις 21 Μαρτίου κάθε χρόνο αρχίζει η Aνοιξη!!
(Σημείωση: Βέβαια οι λάτρεις του τρίχορδου και ξορκιστές του τετράχορδου έχουν εντελώς αντίθετη άποψη. Αλλά αυτό όμως είναι άλλο θέμα. Επίσης, τα τετράχορδα και πεντάχορδα μπουζούκια και μπουζουκοειδή όργανα (τα λεγόμενα εριβάν) σίγουρα προϋπήρχαν του Μ. Χιώτη. Ο Χιώτης απλώς το καθιέρωσε, δεν το ανακάλυψε. Πιθανώς η στιχομυθία Χιώτη-οργανοποιού που προαναφέρθηκε και καταγράφηκε από τον Ν. Ρούτσο να είναι φανταστική).
Ο αξέχαστος και ανεπανάληπτος συνθέτης της λαϊκής μας μουσικής, πέφτει με τα μούτρα στο καινούργιο μπουζούκι που έχει επινοήσει και κουράζεται αφάνταστα όχι μόνο για να γίνει δεξιοτέχνης εκτελεστής και σ’ αυτό, αλλά και ν’ ανακαλύψει τους κανόνες του παιξίματός του για να διευκολύνει τους συναδέλφους του που θα ήθελαν να το μάθουν.
Και καταφέρνει γρήγορα κι αυτόν τον δεύτερο καλλιτεχνικό του άθλο. Το τετράχορδο (οκτάχορδο στην πραγματικότητα) μπουζούκι αρχίζει να ζητιέται και να παίζεται από τους μπουζουξήδες, που πολλά χρόνια ματαιοπονούσαν στα (δύσκολα) τρίχορδα μπουζούκια που, δυστυχώς (κατά τον Ν. Ρούτσο) κυκλοφορούν ακόμα στα πάλκα και στις κομπανίες.
Και ο Μ. Χιώτης με την επινόησή του αυτή, γίνεται αιτία να χωριστούν οι ρεμπέτες μουσικοί σε δυο αντιμαχόμενες κατηγορίες: Στους «τρίχορδους» και στους «τετράχορδους». Και κάθε παράταξη υποστηρίζει την προτίμησή της με πολλά επιχειρήματα! Περισσότεροι είναι οι «τρίχορδοι» που κατηγοράνε το «τετράχορδο» πως δεν είναι γνήσιο μπουζούκι.
Ο πραγματικός όμως λόγος που το κατηγορούν -λέγεται από αρκετούς- πως είναι γιατί το τετράχορδο μπουζούκι για να παίζεται κάπως της προκοπής θέλει μεγάλο μουσικό ταλέντο και «Χιώτικη» δεξιοτεχνία που πολύ δύσκολα μπορεί ν’ αποκτήσει ο καθένας.
Αυτά, δηλαδή, που είχε έμφυτα και σε μεγάλο βαθμό ο επινοητής του Μ. Χιώτης, που τόσο πρόωρα χάθηκε από τη ζωή αφήνοντας ένα μεγάλο κενό στην λαϊκή μας μουσική.
Η καλή τύχη βοηθάει τον Χιώτη σαν επινοητή του τετράχορδου μπουζουκιού και δημιουργού των νέων δυνατοτήτων του στη ρεμπέτικη μουσική: Γιατί το πρώτο τραγούδι που ο Μανώλης συνθέτει με το καινούργιο του τετράχορδο είναι το περίφημο και ανεπανάληπτο τραγούδι «Ο Πασατέμπος», το 1946, πάνω σε στίχους του Χ. Γιαννακόπουλου, όπως προαναφέραμε. Το τραγούδι αυτό είναι ένα τρομακτικά μεγάλο σουξέ στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και από το 1946 που γράφτηκε μέχρι (πιθανόν) και σήμερα κρατάει τα σκήπτρα σε κατανάλωση μικρών και μεγάλων δίσκων.
Την ίδια χρονιά, το 1946, κυκλοφορεί σε δίσκο το «Παλιό μπουζουκάκι (Το ξεκρέμασα απόψε)», με παράξενη και πρωτότυπη μελωδία. Άλλο μεγάλο σουξέ του είναι το «Εσένα μόνο αγαπώ», που το σύνθεσε ένα χρόνο μετά, δηλαδή το 1947.
Παντρεύτηκε τρεις φορές με ερμηνεύτριες των τραγουδιών του, κατά σειρά με τη Ζωή Νάχη, τη Μαίρη Λίντα και τη Μπέμπα Κυριακίδου.
Η εμφάνισή του στάθηκε σταθμός για την πορεία του λαϊκού μας τραγουδιού. Σαν μουσικός ήταν απλησίαστος: έπαιζε μπουζούκι, κιθάρα, βιολί και ούτι. Πρώτος αυτός αξιοποίησε και τα πέντε δάκτυλα και έδωσε αφάνταστη ταχύτητα στην κίνηση του χεριού. Είναι ο πρόδρομος των σημερινών μπουζουξήδων. Ανικανοποίητος, έψαχνε να βρει ένα όργανο μελωδικότατο, πιο πλήρες από το μπουζούκι, χωρίς να είναι κιθάρα. Είναι ο δημιουργός του Εριβάν. Τέλος κατέληξε και καθιέρωσε το τετράχορδο μπουζούκι.
– Ο Χιώτης οφείλει πολλά στον Στεφανάκη Σπιτάμπελο που τον φιλοξένησε τρία χρόνια στο σπίτι του (1937 – 1939). Ο ίδιος έλεγε: «Ο Στεφανάκης, ο δάσκαλός μου».
Σαν συνθέτης είναι ομόφωνα δεκτός σαν ένας από τους κορυφαίους του λαϊκού μας τραγουδιού. Οι περισσότερες από τις συνθέσεις του έγιναν μεγάλες επιτυχίες. Τα τραγούδια του Χιώτη θα μείνουν αθάνατα. Αλλά και σαν τραγουδιστής ερμήνευσε τόσο δικές του συνθέσεις όσο και άλλων με ιδεώδη τρόπο. Με δικά του συγκροτήματα γύρισε όλο τον κόσμο και έκανε αγαπητό το λαϊκό μας τραγούδι παντού.
Συμπερασματικά, ο Μ. Χιώτης, παρά τις διαφοροποιήσεις του ήταν ένας ρεμπέτης, τόσο στη ζωή του όσο και στις δημιουργίες του.
Δικαιολογημένα ο Μπαγιαντέρας είπε, σ’ ένα τραγούδι του:
«Είδα ακόμα κι ένανε
το Χιώτη το Μανώλη
που με το μπουζουκάκι του
γλεντούσαν κι οι διαβόλοι».
Και μια και το λέει ο Μπαγιαντέρας, έτσι πρέπει να ‘ναι.
Πέθανε στις 21/3/1970 (πολύ πιθανώς την ημέρα των γενεθλίων του!), πολύ νέος ακόμα, σε ηλικία μόλις 50 ετών.

  1. Πηγή: Lips Radio…Live 24
Advertisements