32cfdeace0f14eb9ae529b049bf91b6b_XL

Έγραψε η αθηναϊκή εφημερίδα ΕΣΤΙΑ για το βιβλίο του Βασίλη Τζανακάρη…

Το Σάββατο 29 Μαρτίου στη φιλολογική σελίδα της έγκριτης εφημερίδας ΕΣΤΙΑ των Αθηνών που επιμελείται και παρουσιάζει η γνωστή κριτικός βιβλίων Χαρίκλεια Γ. Δημακοπούλου, δημοσιεύτηκε ένας πραγματικός ύμνος για το βιβλίο του συμπολίτη μας Βασίλη Τζανακάρη που έχει τίτλο “1913 – 2013 Πανόραμα Σερραϊκής Ιστορίας”. Το βιβλίο εκδόθηκε για τα εκατό χρόνια ελευθερίας της πόλης των Σερρών και αποτελεί όπως τονίζει και η κριτικός της εφημερίδας, όχι μόνο ένα πραγματικό πνευματικό κόσμημα αλλά και ένα υποδειγματικό λεύκωμα που παρόμοιο “μακάρι να υπήρχε για όλες τις πόλεις της Ελλάδας”. Στη συνέχεια δημοσιεύουμε την κριτική – παρουσίαση του βιβλίου γιατί πιστεύουμε ότι αυτή αποτελεί πρώτιστη και μέγιστη τιμή για την πόλη μας.

Καθώς προσφάτως έληξε το επετειακό έτος της συμπληρώσεως 100 ετών από των Βαλκανικών Πολέμων, που τιμήθηκε κατά την γνώμη μας τελείως ανεπαρκώς από το Ελληνικό Κράτος, λόγω –προφανώς– του μνημονιακού καθεστώτος, που στερεί τον καθένα από διάθεση για εορτασμούς, είναι επόμενο ότι κάποια βιβλία δεν προλάβαμε να τα παρουσιάσωμε διότι δεν ήλθαν στα χέρια μας εγκαίρως η δεν επαρκέσαμε εμείς. Το βιβλίο που σας παρουσιάζωμε σήμερα παρουσιάσθηκε στην Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών κατά την 19η Δεκεμβρίου 2013 από τον Υπουργό Μακεδονίας-Θράκης κ. Θ. Καράογλου και τον συγγραφέα του. Πρόκειται για το τελευταίο βιβλίο του Σερραίου συγγραφέως, ιστορικού και δημοσιογράφου κ. Βασίλη Τζανακάρη, υπό τον τίτλο: 1913-2013. Πανόραμα Σερραϊκής Ιστορίας (Σέρρες 2013, εκδ. Ένθεσις, σελ. 432). Το βιβλίο είναι ένα εξαιρετικό λεύκωμα (διαστάσεις 24Χ30 εκ.) πλουσιώτατα εικονογραφημένο, το οποίο εν τούτοις δεν είναι απλώς εικαστικό, αλλά υπηρετεί την Τοπική Ιστορία κατά τον άριστο δυνατόν τρόπο, καθώς συνδυάζει την εικόνα προς στιβαρό και ελεγμένο κείμενο-χρονολόγιο. Μακάρι να υπήρχαν για όλες τις πόλεις μας τέτοια λευκώματα. Πρέπει να τονισθή ότι η έκδοσις συνετελέσθη με ενίσχυση του Υπουργείου Μακεδονίας-Θράκης και με την ευγενική χορηγία της Συνεταιριστικής Τράπεζης Σερρών καθώς και της εκεί Αρτοβιομηχανίας Αθ. Γατίδη. Τέλος επισημαίνωμε ακόμη ότι το σύνολο της τυπογραφικής εργασίας, με τις τελευταίες τεχνικές μεθόδους, συνετελέσθη στην Σίνδο –και δεν χρειάσθηκαν τα «φώτα» των Αθηνών. Είναι μία εξαιρετική απόδειξις ότι παρά την κρίση, η περιφέρεια, που συνήθως λησμονείται, μπορεί και δημιουργεί, προσφέρει, αγωνιά, ενδιαφέρεται και λειτουργεί σε ορθή κατεύθυνση.

Τζανακάρης-Βασίλης

Ο συγγραφεύς δεν είναι άγνωστος στους αναγνώστες μας. Γεννήθηκε στην Πεντάπολη το 1944 και εμεγάλωσε και έζησε στις Σέρρες. Σπούδασε πολιτικές και οικονομικές επιστήμες στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και από έφηβος ασχολείται με την δημοσιογραφία. Στην πορεία της ζωής του εξέδωσε τρεις εφημερίδες και 20 βιβλία. Από το 1975 και μέχρι το 2009 εξέδιδε το μηνιαίο σερραϊκό περιοδικό «Γιατί». Υπήρξε από τους πρωτοπόρους στην ιδιωτική ραδιοφωνία και τηλεόραση στην βόρειο Ελλάδα και ασχολήθηκε στον τομέα αυτόν επί μακρά σειρά ετών. Έγινε περισσότερο γνωστός με τα εξής βιβλία του: Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν (Καστανιώτης 2002, 2009), που αποτελεί χρονικό της περιόδου της ληστοκρατίας στην Ελλάδα, Τότε που ξημέρωνε σκοτάδι. Η άγνωστη Ελλάδα του 1936 (Καστανιώτης 2005), Δακρυσμένη Μικρασία, 1919-1922. Τα χρόνια που συντάραξαν την Ελλάδα (Μεταίχμιο 2007), που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 2008 στην κατηγορία «Χρονικό-Μαρτυρία», Στο όνομα της προσφυγιάς. Από τα δακρυσμένα Χριστούγεννα του 1922 στην Αβασίλευτη Δημοκρατία του 1924 (Μεταίχμιο 2009), Εις θάνατον! Η δίκη και η εκτέλεση των Έξι μέσα από τα πρακτικά, τα παραλειπόμενα και τα «ψιλά» των εφημερίδων (Μεταίχμιο 2010), Ο «κόκκινος Σουλτάνος». Ο Αβδούλ Χαμίτ και η άγνωστη Θεσσαλονίκη (Μεταίχμιο 2012). Προσφάτως εξέδωσε και το βιβλίο: Φώτης Γιαγκούλας ο απέθαντος και άλλες ληστρικές ιστορίες (Μεταίχμιο 2013), για το οποίο θα γράψωμε προσεχώς.

Το παρόν βιβλίο είναι πανηγυρικό λεύκωμα που αποτελεί προσφορά μνήμης στο ιστορικό παρελθόν της γενετείρας του συγγραφέως. Ο κ. Τζανακάρης είχε εκδώσει κατά τα έτη 1991 και 1995 σε δύο τόμους την Εικονογραφημένη Ιστορία των Σερρών. Εδώ όμως το θέμα του είναι κάπως στενώτερο, καθώς αναφέρεται στην τοπική ιστορία από της ενσωματώσεως της πόλεως στο Ελληνικό Κράτος κατά τον Β Βαλκανικό Πόλεμο. Φόρος τιμής και προσφορά μνήμης, καρπός πλουσίας ερεύνης και προσπαθείας για την συγκέντρωση του εικονογραφικού υλικού από «καρτ-ποστάλ» και παλαιές φωτογραφίες με την πρόσθετη καταβολή κόπου για την χρονική και τοπογραφική ταύτιση των εικονιζομένων σκηνών.

Κατ’ αρχήν μία σημείωσις για κάθε αναγνώστη. Ο κ. Τζανακάρης υποστηρίζει ότι το όνομα της πόλεως είναι ουδέτερο και γράφει σε όλο το βιβλίο τον τύπο: «τα Σέρρας». Αυτό ξενίζει, αλλά πρέπει να αποδοθή στην τοπική προφορά κυρίως. Ο ίδιος στο προλογικό σημείωμά του εκθέτει τις καταβολές του ονόματος της πόλεως και τους χρόνους διαφοροποιήσεώς του από την αρχαιότητα. Το βέβαιο είναι ότι Σερραίοι μαχητές «Σιροπαίονες» συνώδευσαν τον Μεγάλο Αλέξανδρο στην πανελλήνιο εκστρατεία του και εκείνος τους εγκωμίασε ως «τους ευρωστοτάτους και μαχιμωτάτους» των κατοίκων της Ευρώπης, εγκώμιο όχι μικρό από τέτοια χείλη και μάλιστα κατά την παραμονή της κοσμοϊστορικής μάχης της Ισσού. Αρχικώς λοιπόν το όνομα ήταν Σίρις η Παιονική και πιθανολογείται ότι το όνομα προέρχεται από τον Αστερισμό του Σειρίου. Από τον 5ο αι. μ.Χ. το όνομα παραδίδεται ως «Σέρραι» και ήταν έδρα επισκοπής. Η πόλις παρέμεινε πολύ σημαντική καθ’ όλη την Βυζαντινή Περίοδο, ενώ και οι Οθωμανοί κατακτητές την έκριναν στρατηγικώς και οικονομικώς σημαίνουσα και μάλιστα την εκόσμησαν με αρκετά σημαντικά τεμένη και κτίρια, κάποια εκ των οποίων σώζονται ακόμη.

Το βιβλίο μας εξιστορεί γλαφυρώτατα και με πλήθος μαρτυριών από πρωτογενείς πηγές και απομνημονεύματα την κατάσταση των Σερρών αμέσως προ των Βαλκανικών Πολέμων, την σημασία της και την καταστροφική μανία των Βουλγάρων που υποχωρώντας προ του προελαύνοντος νικηφόρου Ελληνικού Στρατού έκαυσαν τις Σέρρες, όπως και την γειτονική Νιγρίτα, ενώ οι Έλληνες κάτοικοι διέφυγαν όσοι και όπως επρόλαβαν για να σωθούν στην γύρω ύπαιθρο. Μία φωτογραφία (σελ. 102) μας δείχνει την εικόνα της πόλεως κατά τον πρώτο εορτασμό της 25ης Μαρτίου στα ερείπια των καμένων κτιρίων. Αξιωματικοί ρικνοί και στρατιώτες που είναι σχεδόν παιδιά αμούστακα, πολίτες κομψοί παρά την καταστροφή ετίμησαν την Εθνική Επέτειο με όσα και όποια μέσα διέθεταν, εορτάζοντας ταυτοχρόνως δύο απελευθερώσεις, του 1821, όταν η πόλις είχε εξεγερθή παρά το πλευρό του μεγάλου Σερραίου Αγωνιστού Εμμανουήλ Παπά, και του 1913.

Ευφυώς ο συγγραφεύς δράττεται της ευκαιρίας να κάμη αναδρομές στην αιματοβαμμένη ιστορία της γενετείρας του εξ αφορμής νεωτέρων γεγονότων. Έτσι ορθώς ενημερώνει τον αναγνώστη του για τον Αγώνα του Εμμανουήλ Παπά με την αφορμή, στις 17 Μαΐου 1966, των αποκαλυπτηρίων του ανδριάντος του ήρωος που απεβίωσε από τα τραύματά του καθώς προσπαθούσε να διαφύγη μετά την κατάπνιξη στο αίμα της Επαναστάσεως στην Μακεδονία. Τονίζει ότι το ωραίο άγαλμα του Ν. Περαντινού εφιλοτεχνήθη βάσει φιλολογικών μαρτυριών, καθώς δεν διεσώθη καμμία πραγματική εικόνα του μεγάλου Σερραίου Αγωνιστού.

Στην αφήγηση των γεγονότων δεν περιλαμβάνονται μόνον τα μείζονα εκείνα συμβάντα που ανήκουν στην «μεγάλη» Ιστορία, αλλά και μικρά συμβάντα που ετάραξαν την κοινωνία των Σερρών, όπως στις 11 Σεπτεμβρίου 1965, όταν έπεσε ξαφνικά ένας αιωνόβιος πλάτανος κοντά σε καφενείο της πόλεως και ετραυμάτισε τρεις θαμώνες που απελάμβαναν το καφεδάκι τους ήσυχα, μάλιστα δε προεκάλεσε και τον θάνατο του ενός εξ αυτών λόγω της σοβαρότητος του τραύματος! Μεγάλα και μικρά, όλα συνθέτουν τον ιστό της ζωής στην μακεδονική πόλη που τόσα προσέφερε σε φόρο αίματος, όχι μόνο κατά την Τουρκοκρατία, αλλά και το 1913 όπως εσημειώθη και εν συνεχεία κατά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο και ακολούθως, πάλιν από τους Βουλγάρους, κατά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Θυσίες και καταστροφές που σήμερα έχουν επουλωθή επιφανειακά αλλά κατά βάθος όχι, καθώς ο Βουλγαρικός επεκτατισμός έχει παύσει μόνον ελλείψει οικονομικών μέσων, αλλά το κατακτητικό Βουλγαρικό Εθνικό Δόγμα δεν έχει παύσει να διδάσκεται στην εκεί Στρατιωτική Σχολή. Και κάτι τέτοιο δεν μπορεί παρά να εκτρέφη απειλές για το μέλλον, όταν περάση η οικονομική δυσπραγία της Σόφιας.

Αξίζει μεγάλος έπαινος στον κ. Βασίλη Τζανακάρη, διότι με σεμνότητα και μόχθο προσέφερε ένα εξαιρετικό πόνημα-μαρτυρία που ταυτοχρόνως είναι και εικαστική απόλαυσις για τον αναγνώστη του και μία νοσταλγική αναδρομή σε επαγγέλματα και έθιμα που χάθηκαν.

Πηγή: anexartitos.gr

Advertisements