4_8

Γιώργος Καββαδίας

Η «μεγάλη γιορτή» στη χώρα που λατρεύουν το ποδόσφαιρο, τη Βραζιλία σφραγίζεται από το τσουνάμι των διαδηλώσεων και των απεργιών που δεν έχει κοπάσει δέκα περίπου μέρες μετά την έναρξή της. Πολλές από τις παγκόσμιες αθλητικές οργανώσεις δίνουν την ευκαιρία για ποικίλες αντιδράσεις και διαμαρτυρίες των καταπιεσμένων. Μόνο που στην Βραζιλία η λαϊκή διαμαρτυρίας από πέρυσι έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις σε ένταση και διάρκεια, αφού οι συγκρούσεις με δυνάμεις του στρατού και της αστυνομίας που βάφονται με το αίμα των φτωχών αποτελούν καθημερινό φαινόμενο. Η θύελλα των κοινωνικών κινημάτων, αυτό το ιδιότυπο «Μουντιάλ του λαού», όπως έχει αποκληθεί, είναι το αντίπαλο δέος στην πολυτελή διοργάνωση του 20ου Μουντιάλ με κεντρικό σύνθημα «Το Μουντιάλ δε θα γίνει».

«Δεν θέλουμε γήπεδα, θέλουμε στέγη»

Μια διοργάνωση που το κόστος της θα είναι σχεδόν τριπλάσιο από το προβλεπόμενο και θα προσεγγίσει τα 11 – 13 δισεκατομμύρια ευρώ. Για τα έργα υποδομής έχουν χάσει τη ζωή τους 14 εργάτες σε άθλιες συνθήκες εργασίας. Το κόστος της διοργάνωσης του Μουντιάλ υπερτριπλασιάστηκε συγκριτικά με αυτό της Αφρικής το 2010 που κόστισε 2,9 δις ευρώ, ενώ της Γερμανίας το 2006 1,2 δις ευρώ. Κατασκευάστηκαν πανάκριβα πολυτελή γήπεδα προσανατολισμένα στους καταναλωτές θεάματος. Σε μια χώρα που κατέχει την 7η θέση στον κόσμο, όσον αφορά την οικονομία, ζουν 55 εκατομμύρια , όχι μόνο κάτω από το όριο της φτώχειας, αλλά με λιγότερο από 1 δολάριο τη μέρα. 52,3 εκατομμύρια άτομα ζουν σε 1,6 εκατομμύρια κατοικίες σε φαβέλες χωρίς στοιχειώδη ασφάλεια και υποδομές. Την ίδια ώρα η εντός ή εκτός εισαγωγικών αριστερή κυβέρνηση της Ντίλμα Ρούσεφ οργάνωνε τις εκστρατείες εκτοπισμού 250 χιλιάδων ατόμων και κατεδάφισης σπιτιών τρώγοντας με χρυσά κουτάλια διαπλεκόμενη με μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες με απευθείας αναθέσεις έργων. Οι ισχυροί δεσμοί των κυβερνώντων με τις κατασκευαστικές εταιρείες δεν κρύβονται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η «Αντράντε Γκουτιέρες» που μόνο το 2012 έδωσε 37 εκατομμύρια δολάρια σε υποψηφίους αναλαμβάνοντας την κατασκευή ή ανακατασκευή τεσσάρων σταδίων, ενώ η «Odebrecht» 11,6. Σπατάλη, κακοδιαχείριση, διαφθορά και διαπλοκή συνθέτουν το πάζλ της πανάκριβης και πολυτελούς διοργάνωσης του Μουντιάλ. Δικαιολογημένα, λοιπόν, ένα από τα κεντρικά συνθήματα των διαδηλωτών που στην πλειονότητά τους διαρρήξει τις σχέσεις τους με το κόμμα των Εργατών (PT) που ασκεί την εξουσία εδώ και δώδεκα χρόνια, είναι: «Δεν θέλουμε γήπεδα, θέλουμε στέγη».

«Υγεία, Παιδεία και υποδομές, όχι γήπεδα»

Η Βραζιλία είναι η χώρα των μεγάλων ανισοτήτων, παρά τα προγράμματα που εφαρμόστηκαν και μείωσαν δραστικά τους δείκτες ανισότητας και φτώχειας. Το κοινωνικό χάσμα εξακολουθεί να χωρίζει του πολύ πλούσιους από τους «άθλιους» των παραγκουπόλεων. Η πείνα και οι τραγικές συνθήκες διαβίωσης, η διαφθορά και η εγκληματικότητα κόντρα στην εικονική πραγματικότητα που παρουσιάζεται στη βιτρίνα του Μουντιάλ, είναι οι δύο όψεις του απάνθρωπου καπιταλιστικού μοντέλου οργάνωσης της κοινωνίας διαψεύδοντας έτσι το κεντρικό σύνθημα της Coca Cola «A Copa de Todo Mundo» ( «ένα παγκόσμιο κύπελλο για όλους»).

Στις διαδηλώσεις, στο «Μουντιάλ του λαού» κυριαρχεί το σύνθημα «δεν μας λείπουν γήπεδα, αλλά σχολεία», αλλά και «ένας εκπαιδευτικός αξίζει περισσότερα από τον Νεϊμάρ». Δικαιολογημένα, αφού οι αναλφάβητοι ανέρχονται σε 18 εκατομμύρια, ενώ το 27% στις ηλικίες 15 – 64 ετών γνωρίζει μόνο τα βασικά στην ανάγνωση και τη γραφή. Το Μουντιάλ πυροδότησε κοινωνικά κινήματα και αιτήματα για ελεύθερη πρόσβαση στα δημόσια αγαθά και σεβασμό στα κοινωνικά δικαιώματα. Από την άλλη η «κυβέρνηση της Αριστεράς απάντησε με ένα κύμα καταστολής και κρατικής βίας διαψεύδοντας της διακηρύξεις της προέδρου Ντίλμας Ρούσεφ για «το Μουντιάλ της ανεκτικότητας και του διαλόγου»

Μπάλα και ελευθερία

Ασφαλώς και για όλα αυτά δεν είναι ο μεγάλος ένοχος το Μουντιάλ και πολύ περισσότερο το ποδόσφαιρο που ανεξάρτητα από τις γενικότερες συνθήκες που όσο και αν το προσδιορίζουν αρνητικά, εξακολουθεί να συναρπάζει και κυρίως τους πιο φτωχούς. Προσφέρει ομορφιά, δράση, συγκινήσεις. Είναι το κατ’ εξοχήν πολιτικό άθλημα, αλλά δεν μπορεί από μόνο του να αποτελέσει «όπιο του λαού». Ούτε να ενοχοποιηθεί για όλα τα δεινά. Όμως η ραγδαία εμπορευματοποίηση του αθλητισμού και η εξέλιξή του σε έναν σημαντικό κλάδο της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας χαρακτηρίζει την εποχή μας. Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις ολοένα και περισσότερο παρεμβαίνουν στην ουσία του αθλητισμού αλλοτριώνοντας τη φύση του. Πέρα από την οικονομική διάσταση, το ποδόσφαιρο δε λειτουργεί μόνο ως βιομηχανία θεάματος, οργανώνεται και αξιοποιείται από την εξουσία και ως μηχανισμός πολιτικής και ιδεολογικής χειραγώγησης. Από το Μουντιάλ του 1934 που με το ζόρι κατάκτησε η Ιταλία επί Μουσολίνι, αλλά και το 1978 η Αργεντινή του δικτάτορα Βιντέλα. Άλλοτε χρησιμοποιείται ως μέσο έξαψης των εθνικιστικών συναισθημάτων. Κορυφαίο παράδειγμα ο πόλεμος των 100 ημερών Σαλβαδόρ και Ονδούρας που ήταν η συνέχεια ενός ποδοσφαιρικού αγώνα και κόστισε 6.000 νεκρούς.

Υπάρχουν, όμως και αντίστροφα παραδείγματα. Από τις νίκες της Δυναμό Κιέβου επί των Ναζί μέχρι τη νίκη το 1949 της ποδοσφαιρικής ομάδας Α΄ και Γ΄ τάγματος Μακρονήσου επί του Ολυμπιακού μέχρι τον περίφημο βραζιλιάνο ποδοσφαιριστή Σώκρατες, θεμελιωτή της «κορινθιακής δημοκρατίας» στο ποδόσφαιρο που οδήγησε στο ζενίθ την περίφημη Κορίνθιανς στα αρχές της δεκαετίας του 1980. Παραδείγματα που επιβεβαιώνουν τη άποψη του Α. Γκράμσι. «Η μπάλα είναι το βασίλειο της ανθρώπινης πίστης, στημένο στον χώρο της ελευθερίας».

*Ο Γιώργος Κ. Καββαδίας είναι φιλόλογος, μέλος της ΣΕ του περιοδικού «Αντιτετράδια της εκπαίδευσης» και αρθρογράφος στο «ΕΘΝΟΣ».

Advertisements