76568_136019276452935_100001345895882_181296_7878936_n

 

Γεώργιος Φίλιας
Επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Από Γ.Ν. Φίλια: «Οι Θεομητορικές Εορτές στη Λατρεία της Εκκλησίας.»Εκδ. ΓΡΗΓΟΡΗ, Αθήνα 2002.

2. Οι περί της εορτής μαρτυρίες εκ των πανηγυρικών ή εγκωμιαστικών Ομιλιών

Η σταδιακή -μετά τον 5ο αι- διαμόρφωση της εορτής της Κοιμήσεως και η μετά τον 6ο αι. επισημοποίηση και καθολική ισχύ της έδωσαν το έναυσμα σε περισσότερο ή ολιγότερο γνωστούς εκκλησιαστικούς συγγραφείς να εγκωμιάσουν το γεγονός. Αυτά τα εγκώμια ή πανηγυρικές Ομιλίες εξεφωνούντο κατά τη διάρκεια του εορτασμού, επομένως εντός του λειτουργικού πλαισίου επιτελέσεως της εορτής. Η συνάφειά τους αυτή με την εκκλησιαστική λατρεία υπήρξε, προφανώς, η αιτία του επισήμου χαρακτήρα, τον οποίο προσέλαβαν ήδη από την εποχή τους(79). Στις συγκεκριμένες Ομιλίες εκφράζεται με το δαψιλέστερο τρόπο η περί της Θεοτόκου θεολογία της ανατολικής Εκκλησίας. Γι αυτό, τα εν λόγω κείμενα αποτελούν πηγές μελετών συστηματικής θεολογίας περί του γεγονότος της Κοιμήσεως. Εκτός, όμως, από την πτυχή αυτή, οι Ομιλίες επί τη εορτή της Κοιμήσεως παρέχουν πλήθος μαρτυριών περί του λειτουργικού τους πλαισίου, δηλαδή του εορτολογικού τους περιεχομένου και των τελετουργικών τους παραμέτρων.

(Ι) Το εορτολογικό περιεχόμενο της Κοιμήσεως

(α) Από τα αρχαιότερα κείμενα (αν όχι το αρχαιότερο)(80), τα οποία αναφέρονται στο εορτολογικό περιεχόμενο της Κοιμήσεως είναι το Εγκώμιον εις την Κοίμησιν της υπεραγίας δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας του Μοδέστου, πατριάρχου Ιεροσολύμων (631-634)(81). Αν και το συγκεκριμένο Εγκώμιο φέρεται ως μεταγενέστερο του Μόδεστου (έργο του τέλους 7ου-αρχών 8ου αι.)(82) δεν παύει να μαρτυρεί περί της εορτής της Κοιμήσεως κατά την εποχή της καθολικής εξαπλώσεως της.

Τα υπό του Εγκωμίου περιγραφόμενα γεγονότα παραπέμπουν, κατά βάση, στην απόκρυφη διήγηση περί της Κοιμήσεως, χωρίς να ελλείπουν οι διαφορές: ο Θεός αποστέλλει «αγίους αγγέλους» (και όχι τον αρχάγγελο Γαβριήλ), προτρέψασθαι την Θεοτόκον επί την ουράνιον βασιλείαν(83).Η «προτροπή» της Θεοτόκου αποτελεί μία ακόμη διαφοροποίηση από την απόκρυφη παράδοση, εφόσον δεν υποδηλώνεται πρωτοβουλία της Θεοτόκου, αλλά του Θεού. Ίσως για το λόγο αυτό, στο Εγκώμιο του Μοδέστου δεν αναφέρονται τα σχετικά με τη χαρά της Θεοτόκου επί τη αναγγελία της επερχόμενης Κοιμήσεως και με τη γνωστοποίηση του επερχομένου γεγονότος στο συγγενικό της περιβάλλον. // Οι ουράνιες δυνάμεις «εξίστανται» ενώπιον του επερχομένου γεγονότος της Κοιμήσεως(84). // Εδώ ο Μόδεστος παραθέτει τα σχετικά με την έλευση των αποστόλων στα Ιεροσόλυμα, προκειμένου να παραστούν στην Κοίμηση και να κηδεύσουν τη Θεοτόκο. Το σημείο αυτό του εορτολογικού περιεχομένου της Κοιμήσεως είναι ενδιαφέρον διότι εμφανίζει παραλλαγές μεταξύ των εκκλησιαστικών συγγραφέων. Σύμφωνα με τη διήγηση του Μοδέστου, οι απόστολοι έσπευδον εκ πάσης της υφηλίου, οδηγούμενοι και συνεργούμενοι υπό της άνωθεν ροπής(85). Η επί του σημείου αυτού διήγηση του Μοδέστου κρίνεται ως λιτή, εφόσον ούτε η Θεοτόκος εμφανίζεται να παρακαλεί τον Υιό της περί προσελεύσεως των αποστόλων, αλλά ούτε και αναφέρεται ο τρόπος, με τον οποίο οι απόστολοι «μετεφέρθησαν» στα Ιεροσόλυμα προερχόμενοι από διαφορετικά μέρη της υφηλίου. // Οι απόστολοι εγκωμιάζουν εξοδιαστικώς τη Θεοτόκο, παρατίθεται δε ένα σύνολο «χαιρετισμών» προς τη Θεοτόκο(86). // Οι άγγελοι κατέρχονται ώστε να παραλάβουν την ψυχή της Θεοτόκου, το σώμα της οποίας κηδεύεται στη Γεθσημανή(87).


(β) Η διήγηση του Μοδέστου περί των γεγονότων των σχετικών με την Κοίμηση αντανακλά μια παράδοση, στην οποία η σημασία επικεντρώνεται στα περί παρουσίας των αποστόλων και ταφής της Θεοτόκου. Το στοιχείο αυτό παρατηρούμε ότι κυριαρχεί και στον σχεδόν σύγχρονο του Μοδέστου, τον Ανδρέα Κρήτης (+675), ο οποίος κατέλειπε τρεις Λόγους εις την Κοίμησιν της υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, τους IB’, ΙΓ’ και ΙΔ’(88).

Η παράδοση περί των γεγονότων της εορτής της Κοιμήσεως στις Ομιλίες του Ανδρέου Κρήτης υποδηλώνεται ως παλαιά(89). Και τούτο διότι ο Ανδρέας Κρήτης πληροφορεί ότι η μεν σύσταση της εορτής ήταν σχετικώς πρόσφατη επί εποχής του, αλλά ότι το περιεχόμενό της συνιστούσε «οικεία ευπρέπεια», δηλαδή ήταν γνωστό από παλαιότερους χρόνους• τονίζει, μάλιστα, ότι η άγνοια του παρελθόντος από κάποιους, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει τη θεώρηση της εορτής ως νεοφανούς(90). Αυτό το εορτολογικό περιεχόμενο της Κοιμήσεως, ο επίσκοπος Κρήτης θεωρεί ότι δε θα μπορούσε να είναι γνωστό μέσω των Ευαγγελίων -παρέχων τοιουτοτρόπως επεξήγηση του γεγονότος της άγνοιας κάποιων συγχρόνων του- αλλά μόνο μέσα από «διηγήσεις» και «πραγματείες» άλλης μορφής (εδώ, προφανώς, αιτιολογεί την ύπαρξη της αποκρύφου παραδόσεως)(91).

Το ενδιαφέρον των Ομιλιών περί του εορτολογικού περιεχομένου είναι αυστηρώς περιορισμένο σε ειδικά γεγονότα, κυρίως δε στην έλευση των αποστόλων και στον εξόδιο προς τη Θεοτόκο θρήνο τους. Στα περί της ελεύσεως των αποστόλων, ο Ανδρέας Κρήτης υιοθετεί κάποια στοιχεία από μη απόκρυφη γραμματεία(92), με βάση τα οποία συνθέτει το εορτολογικό περιεχόμενο της Κοιμήσεως.

Τα στοιχεία αυτά προέρχονται κυρίως από τη «διήγηση Διονυσίου του Αρεοπαγίτου». Ο Ανδρέας Κρήτης εμφανίζει το Διονύσιο Αρεοπαγίτη να αναφέρει ότι, μαζύ με τους υπολοίπους αποστόλους συνεληλύθαμεν επί την θέαν του ζωαρχικού και θεοδόχου σώματος, αναφέροντας μάλιστα ιδιαιτέρως τους Ιάκωβο και Πέτρο(93). Η υπό του Ανδρέα παρατιθέμενη διήγηση γίνεται λεπτομερής ως προς το σκήνωμα της Θεοτόκου, αναλύοντας την προέλευση της λαμπρότητας του την οποία χαρακτηρίζει ως «φωτοειδή θέα»(94). Η διήγηση του Αρεοπαγίτη καταχωρίζεται στο ψευδο-Αρεοπαγιτικό έργο Περί των θείων ονομάτων, όπου ο άγνωστος συγγραφέας διηγούμενος τα περί της Κοιμήσεως (στοιχεία διασωζόμενα στο IB’ Λόγο του Ανδρέα) εξαίρει την παρουσία του Ιεροθέου Αθηνών κατά την κήδευση της Θεοτόκου(95). Η σχετική παράδοση παρατίθεται στην επιστολή του Διονυσίου προς τον Τιμόθεο (η οποία διασώζεται στο Περί των θείων ονομάτων), αλλά μόνο στο τμήμα εκείνο το οποίο εξυπηρετεί το σκοπό του έργου, δηλαδή την κατάδειξη του κλέους του επισκόπου Αθηνών Ιεροθέου. Η ψευδο-Αρεοπαγιτική διήγηση, βεβαίως, δεν αποτελεί τη μόνη πηγή πληροφοριών του Ανδρέα Κρήτης. Στό ΙΔ’ Λόγο του καταγράφει λεπτομερώς τον εγκωμιαστικό θρήνο των «θεολήπτων εκείνων ανδρών» έμπροσθεν της νεκρικής κλίνης της Θεοτόκου(96), γεγονός το οποίο επιβεβαιώνει τη διάσωση στο έργο του Ανδρέα ποικίλων παραδόσεων σχετικώς με την Κοίμηση.

Η νοηματοδότηση του εορτολογικού περιεχομένου της Κοιμήσεως με στοιχεία από τον Αρεοπαγίτη προσδίδει στις Ομιλίες του Ανδρέα Κρήτης μια βαθύτερη (μυστηριακή) πρόσβαση στην εορτή. Η αναφορά του Ανδρέα στο περιεχόμενο της εορτής της Κοιμήσεως αναδεικνύει την «μυστική» εορτολογική παράδοση της Εκκλησίας: Μυστήριον η παρούσα πανήγυρις, υπόθεσιν έχουσα της Θεοτόκου την κοίμησιν, και λόγων υπεραίρουσα δύναμιν. Μυστήριον, ου παρά πολλοίς μεν ήδη τελούμενον, παρά πάσι δε νυν και τιμώμενον και στεργόμενον. Και τούτο ημών εστιν η πανήγυρις, η του μυστηρίου φανέρωσις, ήτ’ ούν εξάπλωσις(97).Η έορτολογική ορολογία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως επιλήψιμη, εφόσον ο Ανδρέας αναφέρεται -περί του περιεχομένου της εορτής- σε «μυστικώς ιεροτελούμενα θεοπαράδοτα όργια»(98). Ο επίσκοπος Κρήτης, όμως, διατυπώνει τη θεολογία της εορτής κατά τρόπο «μυστικό» (χαρακτηριστικό της αρεοπαγιτικής παραδόσεως)(99) και όχι «μυστικιστικό» (χαρακτηριστικό της αρχαιοελληνικής ειδωλολατρικής παραδόσεως).

(γ) Ο Ιωάννης Θεσσαλονίκης (7ος αι.) θα τολμούσαμε να ισχυρισθούμε ότι δημιουργεί ιδιαίτερη παράδοση ως προς τα γεγονότα της εορτής της Κοιμήσεως. Στο έργο του Κοίμησις της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας(100) παρέχει πληροφορίες περί του εορτολογικού περιεχομένου της Κοιμήσεως, οι διαφορετικές πτυχές των οποίων δεν ευρίσκουν αναλογία σε αντίστοιχες Ομιλίες εκκλησιαστικών συγγραφέων. Το γεγονός αυτό υπήρξε, προφανώς, συνείδηση του ιδίου του Ιωάννου, ο οποίος σε κάποιο σημείο της Ομιλίας του αισθάνεται την ανάγκη να επιχειρηματολογήσει υπέρ της αληθείας των πληροφοριών του. Το κέντρο της επιχειρηματολογίας του δεν είναι σαφές: διατείνεται ότι δεν συμπεριέλαβε στη διήγησή του τα αναγραφόμενα «σε διάφορα βιβλία», αλλά μόνο εκείνα τα οποία «μαρτυρούνται ως αληθινά». Επιτίθεται, μάλιστα, εναντίον εκείνων οι οποίοι «ενόθευσαν» την παράδοση περί των γεγονότων της Κοιμήσεως. Δεν αναφέρεται, όμως, στο κριτήριο περί της αληθείας των πληροφοριών(101).

Σύμφωνα με τη διήγηση του Ιωάννου Θεσσαλονίκης: α) Η Θεοτόκος μετά το «πάθος του Υιού της» παρέμεινε «για αρκετό χρόνο» (χρόνον ου βραχύν) στην Ιουδαία και τα Ιεροσόλυμα μαζύ με τους αποστόλους και τον «ηγαπημένο μαθητή», τον Ιωάννη(102), β) Ολίγο χρόνο αφού οι απόστολοι εξόρμησαν εις το κηρύττειν το ευαγγέλιον εν ολω τω κόσμω, η Θεοτόκος την γην φυσικώ τέλει κατέλιπεν(103). Στο σημείο αυτό διαπιστώνουμε ότι ο Ιωάννης προαναγγέλλει το γεγονός της Κοιμήσεως, στο οποίο πρόκειται να αναφερθεί διεξοδικώς, γ) Όταν επρόκειτο να αποθάνει, ήλθε ο άγγελος και την παρότρυνε «να λάβει το βραβείο, το όποιο έδωσε ο Θεός» και να το παραδώσει στους αποστόλους, ώστε κρατώντας το να την υμνήσουν διότι σε τρεις ημέρες «θα απέθετε το σώμα». Προσέθεσε, επίσης, ότι ο Θεός θα της απέστελλε τους αποστόλους για να την κηδεύσουν και να «θεωρήσουν τη δόξα της»(104), δ) Η Θεοτόκος παραπονείται διότι ο άγγελος δεν προσεκόμισε ένα «βραβείο» για τον κάθε απόστολο, αλλά μόνο ένα και μοναδικό, ώστε να φοβείται η Θεοτόκος μήπως λυπηθούν οι απόστολοι οι οποίοι δεν θα κρατούσαν το «βραβείο»(105). Η Θεοτόκος ερωτά, επίσης, περί του ονόματος του αγγέλου(106) και του ζητά να της υποδείξει το πρακταίο(107). ε) Ο άγγελος δεν αποκαλύπτει το όνομά του (θαυμαστόν γαρ ακούσαι), την προτρέπει να παραλάβει το «βραβείο» διότι με αυτό «θα θεραπευθούν πολλοί» και να «μεταβεί στο όρος»(108). στ) Η Θεοτόκος μεταβαίνει στο όρος των Ελαιών, καθοδηγούμενη από το «φως του αγγέλου»(109) και κρατώντας στο χέρι το «βραβείο». Κατά την είσοδό της στην περιοχή του όρους των Ελαιών, τα δένδρα και τα φυτά «υποκλίνονται» ως να την προσκυνούν. Η Θεοτόκος διερωτάται μήπως είναι παρών αοράτως ο Χριστός, σκεπτόμενη ότι προς εκείνον απευθυνόταν ο σεβασμός της φύσεως(110). Στο σημείο αυτό η διήγηση εξαίρει την ταπεινοφροσύνη της Θεοτόκου, η οποία δεν θεωρεί την ίδια αλλά το Θεό ως άξιο τιμής. ζ) Η ταπείνωση της Θεοτόκου γίνεται αντιληπτή από τον άγγελο, ο οποίος
της επιβεβαιώνει ότι τα «σημεία» αυτά προέρχονται από το Θεό, προσθέτει δε ότι ο ίδιος είναι ο τας ψυχάς των ταπεινούντων εαυτούς τω Θεώ παραλαμβάνων και μεταφέρων εις τον τόπον των δικαίων εν εκείνη τη ημέρα, εν η εξέρχονται από του σώματος.Ο άγγελος καταλήγει απευθυνόμενος προς τη Θεοτόκο: Και συ ουν εάν αποτιθή το σώμα, εγώ αυτός έρχομαι επί σε(111). Στο σημείο αυτό η διήγηση εξαίρει εκ νέου την ταπείνωση της Θεοτόκου, κυρίως όμως προαναγγέλλει την Κοίμησή της, χωρίς να επιτρέπει υπονοούμενα περί μη μετοχής της Θεοτόκου στο γεγονός του θανάτου. η) Προέκταση των προηγουμένων διαπιστώσεων αποτελεί το ερώτημα της Παναγίας προς τον άγγελο περί του υπ’αυτής πρακταίου, ώστε εκείνος να παραλάβει την ψυχή της. Ο άγγελος, όμως, της γνωστοποιεί ότι κατά την ώρα της Κοιμήσεώς της δεν θα παρίσταται μόνος για να συνοδεύσει την ψυχή της, αλλά θα περιβάλλεται από «στρατιές αγγέλων». Την προτρέπει να διαφυλάξει το «βραβείο» και χάνεται «ως φως στον ουρανό»(112).

θ) H Θεοτόκος επιστρέφει στην οικία της, η οποία «σείεται» λόγω «της δόξας του βραβείου» το οποίο κρατούσε. Εισέρχεται στο «ταμείο» της (στο ιδιαίτερο δωμάτιό της και χώρο προσευχής) και τοποθετεί το «βραβείο» σε σινδόνη(113). (ι) Τότε απευθύνει θερμή προσευχή προς τον Κύριο να εισακούσει την προσευχή της μητέρας του, ώστε κατά την ώρα του θανάτου να αποφύγει «τας εξουσίας, τας ερχομένας εναντίον της ψυχής της». Ο Κύριος απαντά, υποσχόμενος ότι την ψυχή της δεν θα παραλάβουν άγγελοι αλλά ο ίδιος. Η Θεοτόκος δοξολογεί τον Υιό της για την απάντηση αυτή(114). Στο σημείο αυτό καταγράφεται μία εκ των πλέον αξιομνημόνευτων ιδιαιτεροτήτων της διηγήσεως του Ιωάννου: ο φόβος της Θεοτόκου μήπως η ψυχή της παραληφθεί από αγγέλους, προφανώς δε όχι από τους αγγέλους του Θεού (περί αυτού δεν θα υπήρχε φόβος), αλλά από τους αγγέλους του Διαβόλου. Ο ίδιος φόβος θα εκφρασθεί από τη Θεοτόκο στη συνέχεια της διηγήσεως. Η αιτία του συγκεκριμένου φόβου δεν ευρίσκεται, σίγουρα, σε κάποια αίσθηση αμαρτωλότητας της Θεοτόκου, αλλά στην αρετή της ταπεινοφροσύνης η οποία δεν της επέτρεπε να θεωρεί δεδομένη και αυτονόητη την παραλαβή της ψυχής της από τον ίδιο τον Κύριο.

ια) Ακολούθως, η Θεοτόκος εξέρχεται από το «ταμείο» της και παραγγέλλει στην «παιδίσκη» να ειδοποιήσει συγγενείς και γνωστούς ότι επιθυμούσε να τους συναντήσει. Όταν εκείνοι προσέρχονται, η Θεοτόκος αναγγέλλει τα της επικείμενης Κοιμήσεώς της και τους προτρέπει να «ποιήσουν μετ’αυτής μεγάλην φιλανθρωπίαν». Εξηγεί ότι δεν εννοεί τη φιλανθρωπία των χρημάτων, αλλά το να παραμείνουν κοντά της για τις δύο επόμενες νύχτες και έκαστος να κρατήσει αναμμένο ένα λυχνάρι, ώστε να τους ευλογήσει προ της Κοιμήσεως(115). Η συγκεκριμένη προτροπή της Θεοτόκου υποδηλώνει την επιτέλεση κάποιας «προσευχητικής αγρυπνίας», στοιχεία της οποίας παρέχονται στη συνέχεια της διηγήσεως. ιβ) Όλοι συμμορφώνονται με τις υποδείξεις της Θεοτόκου, ενώ διαδίδεται ήδη η φήμη περί του επικείμενου θανάτου της. H Θεοτόκος τους προτρέπει να ανάψουν τις λυχνίες τους και να «γρηγορήσουν», διότι -όπως επεξηγεί- υπάρχουν κάποιοι άγγελοι οι οποίοι «περιγίγνονται» (υπερισχύουν) των αμαρτωλών, ενώ στους δικαίους δεν έχουν εξουσία. Αναφέρεται, μάλιστα, στον τρόπο με τον οποίο ο «άγγελος της δικαιοσύνης» παραλαμβάνει τις ψυχές των δικαίων, ενώ ο «άγγελος της πονηρίας» τις ψυχές των αδίκων(116). Στο σημείο αυτό της διηγήσεως διαφαίνεται ο σκοπός της προμνημονευθείσας «προσευχητικής αγρυπνίας», δηλαδή η προσπάθεια κατατάξεως των παρισταμένων μεταξύ των δικαίων. Αντιλαμβανόμαστε ότι η Θεοτόκος διδάσκει τους παρισταμένους περί θεμάτων σχετικών με τη σωτηρία. Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει τη σημαντική θέση της Θεοτόκου στην πρώτη Εκκλησία, ως διδασκάλου των πιστών, ιγ) Οι παριστάμενες γυναίκες απαντούν προς τη Θεοτόκο ότι αυτή είναι η μητέρα τους και δεν πρέπει να φοβείται. Οι ίδιες, όμως, εκφράζουν το φόβο τους ενώπιον της κρίσεως του θανάτου. Η Θεοτόκος τις παρηγορεί και τις προτρέπει να ψάλλουν και να μην θρηνούν. Προσκαλεί, επίσης, όλους να προσευχηθούν η προτροπή της πραγματοποιείται και οι παριστάμενοι κάθονται, προσεύχονται και διηγούνται «τα μεγαλεία του Θεού»(117).

ιδ) Τη στιγμή εκείνη προσέρχεται ο ευαγγελιστής Ιωάννης, πρώτος από όλους τους αποστόλους εφόσον -όπως επισημαίνεται στη συνέχεια- οι υπόλοιποι φθάνουν όλοι μαζύ αργότερα. Η Παρθένος με δάκρυα τον παρακαλεί να μην ξεχάσει τους λόγους του Κυρίου στο Σταυρό και την εκφρασθείσα επιθυμία του ώστε ο Ιωάννης να προστατεύει τη Θεοτόκο. Του υπενθυμίζει, επίσης, ότι ο Κύριος τον αγάπησε περισσότερο από κάθε άλλον και τον παρακαλεί να μην την εγκαταλείψει. Ο Ιωάννης, ο οποίος δεν γνωρίζει τα της επικείμενης Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ταράσσεται από τους λόγους και έρωτα μήπως στενοχώρησε ο ίδιος τη Θεοτόκο ή μήπως έχει κάποια ανάγκη(118), ιε) Η Θεοτόκος τότε του αναγγέλλει τα περί της Κοιμήσεώς της, τον παρακαλεί να φροντίσει τα της ταφής της και τα της διαφυλάξεως του σκηνώματός της από τους εβραίους αρχιερείς. Στο άκουσμα της επικείμενης Κοιμήσεως της Θεοτόκου ο Ιωάννης θρηνεί και εύχεται να απέθνησκε εκείνος και όχι η Θεοτόκος(119). ιστ) Η Θεοτόκος παρηγορεί τον Ιωάννη, τον εισάγει στο «ταμείο» της και του επιδεικνύει τα προετοιμασμένα για την κηδεία της. Του επιδεικνύει, επίσης, δύο χιτώνες παραγγέλοντας να δοθούν σε δύο χήρες, καθώς και το «βραβείο», προσθέτοντας ότι έχει προσταγή να το κρατήσει ο ίδιος μπροστά από τη νεκρική κλίνη. Ο Ιωάννης, όμως, διστάζει φοβούμενος μήπως θιγούν οι απόντες απόστολοι(120).

ιζ) Τη στιγμή εκείνη «εγένετο βροντή» και έφθασαν στη θύρα της οικίας οι απόστολοι, καθήμενοι έκαστος επί μιας νεφέλης. Η διήγηση αναφέρει ότι ήσαν συνολικώς ένδεκα, με πρώτο τον Πέτρο και δεύτερο τον Παύλο. Οι απόστολοι ασπάζονται αλλήλους και διερωτώνται περί του τρόπου και της αιτίας ένεκα της οποίας ευρέθησαν όλοι μαζύ(121). Παρατηρούμε, εν προκειμένω, ότι διασώζεται η παράδοση περί «βροντής» και «νεφελών» ως τρόπου μεταφοράς των αποστόλων στην οικία της Θεοτόκου, ιη) Ο Πέτρος προτρέπει τους υπολοίπους αποστόλους να προσευχηθούν ώστε ο Θεός να τους αποκαλύψει την αιτία για την οποία τους συγκέντρωσε. Ο Πέτρος και ο Παύλος προτρέπουν αλλήλους να προηγηθούν στην προσευχή. Οι υπόλοιποι απόστολοι χαίρονται για την ταπείνωση των δύο κορυφαίων και παρακαλούν, τελικώς, τον Πέτρο να προστεί της προσευχής. Ο Πέτρος απευθύνει ευχή δοξολογίας προς το Θεό(122).

ιθ) Μόλις ολοκληρώνεται η προσευχή του Πέτρου εξέρχεται της οικίας ο Ιωάννης και εξηγεί στους υπολοίπους αποστόλους ότι, ενώ ευρίσκετο στις Σάρδεις τον ήρπασε νεφέλη μεταφέροντας τον στην Ιερουσαλήμ. Ενημερώνει τους αποστόλους για τον επικείμενο θάνατο της Θεοτόκου και τους προτρέπει να μην θρηνήσουν ενώπιον της(123), κ) Οι απόστολοι εισέρχονται στην οικία και μακαρίζουν τη Θεοτόκο, η οποία τους ερωτά περί του ποιος ανήγγειλε σ’ αυτούς την επικείμενη Κοίμησή της και περί της χώρας στην οποία ευρίσκοντο πριν από την αιφνίδια μεταφορά τους στα Ιεροσόλυμα. Η Θεοτόκος δοξολογεί το Θεό διότι επέτρεψε να παρίστανται κατά την Κοίμησή της οι απόστολοι(124). κα) Ακολούθως, τους εισάγει στο «ταμείο» της και τους επιδεικνύει τα της ταφής της. Ο Πέτρος προτείνει στους αποστόλους -καθώς δύει ο ήλιος της δεύτερης από τις τρεις ημέρες προ της Κοιμήσεως- να αγρυπνήσουν και να απευθύνουν παραινετικούς λόγους καθ’όλη τη διάρκεια της τελευταίας επίγειας νύχτας της Θεοτόκου. Οι απόστολοι του απαντούν ότι εκείνος πρέπει να απευθύνει τους παραινετικούς λόγους(125).

κβ) Ο Πέτρος απευθύνεται στους παριστάμενους και τους προτρέπει να έχουν πάντοτε αναμμένες τις λαμπάδες τους, έτοιμοι για το θάνατο και την αιωνιότητα. Την ώρα της ομιλίας του, η οικία της Θεοτόκου «λαμπρύνεται από φως» και ακούγεται φωνή η οποία προτρέπει τον Πέτρο να «λαλήσει την αλήθεια». Ο Πέτρος δοξολογεί το Θεό για την αποκάλυψη αυτή(126). κγ) Συνεχίζονται οι προτροπές του Πέτρου προς τους παριστάμενους. Ο λόγος του είναι εκτενής: τους συνιστά να αγωνίζονται για την παρθενία και την αρετή, αναφέρει παραδείγματα, ενώ απευθύνεται και στον «όχλο» (προφανώς σε κάποιους συγκεντρωμένους εκτός της οικίας) προτρέποντας προς αρετή και μετάνοια(127).

κδ) Ξημερώνει η τρίτη ημέρα, η της Κοιμήσεως. Η Θεοτόκος εξέρχεται της οικίας της, δοξολογεί το Θεό, εισέρχεται πάλι στην οικία και κατακλίνεται, ενώ οι απόστολοι περιβάλλουν την κλίνη της. Περί την τρίτη ώρα της ημέρας ακούγεται «βροντή μεγάλη από τον ουρανό» και όλοι αισθάνονται «οσμή ευωδίας». Ο Κύριος «παραγίνεται επί νεφελών, συνοδευόμενος από πλήθος αγγέλων». Ο Χριστός εισέρχεται στο «ταμείο» της Θεοτόκου, ενώ οι άγγελοι παραμένουν έξω από την οικία και υμνούν. Συναντά τους αποστόλους και τους ασπάζεται, όπως ασπάζεται και τη μητέρα του. Η Θεοτόκος τον ευλογεί και τον παρακαλεί να παραλλάβει ο ίδιος την ψυχή της και όχι οι άγγελοι(128). Ο Κύριος παραλαμβάνει την ψυχή της μητέρας του(129), κε) Οι απόστολοι παρατηρούν ότι η ψυχή της Θεοτόκου είναι «επτά φορές λευκότερη από τον ήλιο». Ο Πέτρος, μάλιστα, «περιχαρής» διερωτάται εάν υπάρχει άνθρωπος, του οποίου η ψυχή να είναι τόσο καθαρή όσο της Θεοτόκου. Στο συλλογισμό του Πέτρου απαντά ο ίδιος ο Κύριος, επισημαίνοντας ότι οι ψυχές των ανθρώπων έρχονται στον κόσμο λευκές, αλλά ακολούθως αλλοιώνονται από την αμαρτία. Του υποδεικνύει, επίσης, να ασφαλίσει το σώμα της Θεοτόκου, εξερχόμενος της πόλεως και ενταφιάζοντάς το σε μνημείο το οποίο έχει ήδη ετοιμασθεί. Ο Κύριος, τέλος, παραγγέλλει στους αποστόλους να παραμείνουν κοντά στο μνημείο(130).

κστ) Το σώμα της Θεοτόκου «βοά» προς τον Κύριο (Μνήσθητί μου βασιλεύ της δόξης), ο οποίος υπόσχεται ότι δεν θα το εγκαταλείψει και εξαφανίζεται(131), κζ) Οι απόστολοι κηδεύουν το σώμα. Ο Πέτρος επιδίδει το «βραβείο» στον Ιωάννη και τον προτρέπει να υμνήσει τη Θεοτόκο, ενώ ο Ιωάννης παραιτείται υπέρ του Πέτρου. Τελικώς θέτουν το «βραβείο» επί της κλίνης, την οποία βαστάζουν ενώ ο Πέτρος υμνεί. Παραλλήλως, υμνούν από τον ουρανό ο Κύριος και οι άγγελοι, ενώ δημιουργείται θόρυβος και στην πόλη των Ιεροσολύμων καθώς διέρχεται από τους δρόμους το σκήνωμα της Θεοτόκου. Οι εβραίοι αρχιερείς ανησυχούν για τις εξελίξεις αυτές και αποφασίζουν να φονεύσουν τους αποστόλους και να καύσουν το σώμα της Θεοτόκου. Οiί άγγελοι, όμως, πατάσσουν όλους όσοι εκινούντο απειλητικώς εναντίον της εξόδιας πομπής, πλην ενός ο οποίος επιτίθεται εναντίον της νεκρικής κλίνης αλλά αποκόπτονται τα χέρια του(132), κη) Ο επιτεθείς εβραίος μετανοεί, θεραπεύεται και κηρύσσει το Χριστό στους ομοεθνείς του. Οι απόστολοι εναπέθεσαν το σώμα στο μνημείο και το εφύλαξαν επί τριήμερον. Ακολούθως άνοιξαν το μνήμα, αλλά το σώμα δεν ευρίσκετο πλέον εκεί, διότι είχε «μετατεθεί από τον Κύριο της δόξης»(133).

Όπως επισημάνθηκε προ της καταγραφής της διηγήσεως, ο Ιωάννης Θεσσαλονίκης απηχεί παράδοση περί των γεγονότων της Κοιμήσεως με πολλές ιδιαιτερότητες σε σχέση με αντίστοιχες της εκκλησιαστικής γραμματείας. Η προαναφερθείσα βεβαιότητά του περί της ορθότητας των πληροφοριών του προβληματίζει αρκετά την έρευνα, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν να εντοπισθούν οι πηγές της διηγήσεώς του. Ελάχιστα στοιχεία είναι κοινά με τις αντίστοιχες διηγήσεις της υπόλοιπης εκκλησιαστικής γραμματείας. Κατ’ουσίαν η διήγηση του Ιωάννη αποτελεί μία σχεδόν εξ ολοκλήρου νέα διήγηση, οι επιμέρους πτυχές της οποίας θα απαιτούσαν αυτοτελή μελέτη, ενόσω υπάρχουν ενδιαφέροντα κείμενα προσευχών, αξιοσημείωτες μαρτυρίες περί δογματικών θεμάτων καθώς και πτυχές περί του έργου των αποστόλων και της ζωής της πρώτης Εκκλησίας. Το συγκεκριμένο, επομένως, Εγκώμιο του Ιωάννου Θεσσαλονίκης αναμένει την ενδελεχή διερεύνησή του, τα αποτελέσματα της οποίας θα εμπλουτίσουν τις γνώσεις μας τόσο ως προς τις θεομητορικές εορτές, όσο και ως προς την παλαιοχριστιανική ιστορία.

(δ) Η περί του εορτολογικού περιεχομένου της Κοιμήσεως μαρτυρία εκ της εκκλησιαστικής γραμματείας, η οποία παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι η του Ιωάννου Δαμασκηνού (+756). Πρόκειται περί τριών Λόγων του Δαμασκηνού, οι οποίοι εξεδόθησαν από τον P.Voulet στη σειρά Sources Chrétiennes(134) Έργα του γήρατος(135), ο Δαμασκηνός εξεφώνησε τους Λόγους του στα Ιεροσόλυμα, στο κοιμητήριο της Γεθσημανή όπου είχε ταφεί η Θεοτόκος(136).

Το εισαγωγικό ενδιαφέρον περί του εορτολογικού περιεχομένου της Κοιμήσεως μονοπωλεί η μαρτυρία του Δαμασκηνού) περί αρχαιότητος της παραδόσεως, την οποία απηχεί: Ουκ άτοπον δε μοι δοκεί λόγω διαγράψαι όσον έχει προς δύναμιν, και εικάσαι και τύπω σχηματίσαι τα επί τη ιερά ταύτη του θεού μητρί τετελεσμένα θεάματα, α μετρίως και λίαν συνοπτικώς, το δη λεγόμενον, παις εκ πατρός άνωθεν παρειλήφαμεν(137). Ο Δαμασκηνός έχει συνείδηση της σημασίας της παραδόσεως αυτής, την οποία ο P. Voulet θεωρεί ως αναγόμενη ακόμα και στην αποστολική εποχή(138). Η αναφορά του σε παράδοση «μέτρια -ως προς την έκταση- και λίαν συνοπτική» υποδηλώνει ότι θεωρεί την εν λόγω παράδοση ως αξιόπιστη και απαλλαγμένη από αναληθή μυθιστορηματικά στοιχεία(139). Οι Λόγοι του δείχνουν ότι γνωρίζει να συνδυάζει την πίστη της Εκκλησίας (κυρίως τα εκφρασθέντα δια των Γ’ και Δ’ Οικουμενικών Συνόδων) με την απόκρυφη παράδοση. Αυτή η τελευταία καταχωρίζεται στο Β’ Λόγο του, 18, και είναι γνωστή ως «Ευθυμιακή ιστορία».

Τα γεγονότα της «Ευθυμιακής ιστορίας» έχουν ως ακολούθως (οι παραπεμπόμενες σελίδες αφορούν στο Β’ Λόγο, 18, του Δαμασκηνού κατά την έκδοση P. Voulet): Η «αγία Πουλχερία» ανήγειρε πολλές Εκκλησίες στην Κωνσταντινούπολη, μεταξύ των οποίων και την Παναγία των Βλαχερνών. Οι αυτοκράτορες Μαρκιανός και Πουλχερία αναζητούσαν επιμόνως το «πανάγιον και θεοδόχον» σώμα της Θεοτόκου για να το εναποθέσουν στο Ναό (σσ.168-170). // Για το σκοπό αυτό εκάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη τον Ιουβενάλιο, αρχιεπίσκοπο Ιεροσολύμων, καθώς και τους ενδημούντες στην Κωνσταντινούπολη Επισκόπους, οι οποίοι παροικούσαν στην πόλη ενόψη της Συνόδου της Χαλκηδόνας (σσ.170). // Σε όλους αυτούς οι αυτοράτορες ανέφεραν ότι είχαν σκοπό να μεταφέρουν στο ναό των Βλαχερνών το σώμα της Θεοτόκου, «εις φυλακτήριον της βασιλευούσης ταύτης πόλεως» (σ. 170). // Ο Ιουβενάλιος αποκρίθηκε ότι η Γραφή δεν αναφέρεται στα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, αλλά «εξ αρχαίας και αληθεστάτης παραδόσεως παρειλήφαμεν» ότι, όταν έφθασε η ώρα της Κοιμήσεως οι απόστολοι μετεφέρθησαν «μετάρσιοι» στα Ιεροσόλυμα, προέφθασαν έτι ζώσα τη Θεοτόκο και εκήδευσαν το σώμα στη Γεθσημανή, «εν ω τόπω επί τρεις ημέρας διέμεινεν άπαυστος». Μετά την τρίτη ημέρα, έφθασε στα Ιεροσόλυμα ο απόστολος Θωμάς, ο οποίος απουσίαζε κατά την Κοίμηση της Θεοτόκου και εζήτησε να προσκυνήσει το σώμα. «Η σορός ανοίχθηκε», άλλα το σώμα δεν ευρέθη, ει μη μόνον τα «εντάφια κείμενα» τα οποία ευωδίαζαν, με αποτέλεσμα να ξανακλείσουν τη σορό (σ. 170) // Οι απόστολοι συνεπέραναν εξ αυτού ότι, ο Κύριος «ηυδόκησε και μετά την εντεύθεν αποβίωσιν το ταύτης άχραντον σώμα τη αφθαρσία τιμήσαι, και μεταθέσει προ της κοινής και καθολικής αναστάσεως (σ. 172). // Σε όλα τα παραπάνω γεγονότα ήσαν παρόντες -πλήν των αποστόλων- ο Τιμόθεος (πρώτος επίσκοπος Εφέσου) και ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης, ο οποίος περιγράφει λεπτομερώς πώς οι απόστολοι «ύμνησαν πρεπόντως» τη Θεοτόκο (σ. 172). // Όταν άκουσαν τη διήγηση του Ιουβεναλίου, οι αυτοκράτορες τον παρεκάλεσαν να τους αποστείλει ό,τι είχε απομείνει από τα ιμάτια της σορού της Θεοτόκου (σ. 174).

Το αίτημα των αυτοκρατόρων Μαρκιανού και Πουλχερίας αποτελεί το κέντρο της όλης διηγήσεως(140). Η «ιστορία» αυτή αποτελεί παρέμβλητο τμήμα στο Λόγο του Δαμασκηνού. Αυτός ο οποίος την παρενέβαλε επιθυμούσε να εκθέσει τα σχετικά με τα «ιερά κειμήλια» της Θεοτόκου, τα οποία εναπετέθησαν στο ναό των Βλαχερνών. Το παρέμβλητο τμήμα υφίσταται εξ αρχής στη χειρόγραφη παράδοση και, κυρίως, στο αρχαιότερο χειρόγραφο, τον κώδικα Parisinus gr. 1470 του 890 μ.Χ. Επομένως, η προσθήκη έγινε αρκετά ενωρίς, προ της «εξόδου» του Β’ Λόγου από την Παλαιστίνη(141). Τα περί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (στοιχεία, τα οποία συνιστούν το εορτολογικό περιεχόμενο) συντάσσονται με την περί Κοιμήσεως απόκρυφη παράδοση, έχουν δε ιδιαίτερη βαρύτητα ενόσω μεταφέρονται από τον Ιουβενάλιο Ιεροσολύμων, ο οποίος απηχεί το λίκνο της περί της Κοιμήσεως παραδόσεως.

Το παρεμβαλόμενο αυτό τμήμα της «Ευθυμιακής ιστορίας» δεν αποτρέπει το Δαμασκηνό από το να αναφερθεί αναλυτικώς στα γεγονότα της εορτής σύμφωνα με την προ αυτού παράδοση, παραδίδοντας, τοιουτοτρόπως, μία πληρέστατη μαρτυρία περί του εορτολογικού περιεχομένου της Κοιμήσεως:

Η Θεοτόκος ευρίσκεται -περί το τέλος της ζωής της- ανακεκλιμένη επί τινος σκίμποδος εν τη θεία και περιωννμω πόλει Δαβίδ, την Ιερουσαλήμ(142). Ο Δαμασκηνός εξυμνεί την Ιερουσαλήμ, εκεί όπου ο Κύριος ετέλεσε το Μυστικό Δείπνο, εκεί όπου εμφανίστηκε ο αναστημένος στους Αποστόλους και το Θωμά, εκεί όπου επισυνέβη η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος• και προσθέτει: εv ταύτη ο θεολόγος την Θεοτόκον παρειληφώς, ελειτούργει τα δέοντα• αύτη η μήτηρ των ανά πάσαν την οικουμένην εκκλησιών, της του Θεού μητρός ενδιαίτημα πέφηνε, μετά γε την του υιού εκ νεκρών αναφοίτησιν. Εν ταύτη τοίνυν η μακαρία παρθένος επί τινος τρισολβίου κλίνης κατέκειτο(143). Η συγκίνηση του ιερού συγγραφέως είναι τόσο μεγάλη, ώστε θεωρεί ότι ευρίσκεται νοερώς πλησίον της κλίνης της Θεοτόκου και την «περιπτύσσεται»(144).

Στο σημείο αυτό αναφέρεται το πώς οι απόστολοι, ευρισκόμενοι «απανταχού της γης» για να κηρύξουν, μετεφέρθησαν στα Ιεροσόλυμα: ώσπερ τις σαγήνη η νεφέλη κατήπειγεν, εκ των τερμάτων της γης οία τινας αετούς συνωθούσα και συναθροίζουσα(145). Οι απόστολοι παρήσαν… κατ’οφειλήν και τη τούτου (του Χριστού) μητρί λειτουργήσοντες, και κλήρον ώσπερ τινά πολυτελή και υπέρτιμον την ευλογίαν εξ αυτής αρυσόμενοι(146). Πλησίον των αποστόλων παρευρίσκονταν οι διάδοχοίι τους, αλλά και όλο το «θεόλεκτο σύστημα» της Ιερουσαλήμ, ώστε όλοι μαζύ ν’ αποτελέσουν μία «ιερή δορυφορία» της Θεοτόκου. Αλλά και οι Άγγελοι παρειστήκεισαν άπαντες(147).

Μπροστά στην κλίνη της Θεοτόκου αναπέμπονταν «λόγοι θεόπνευστοι και θεόφθεγγτοι», «ύμνοι θεοπρεπείς και εξόδιοι» (ο Δαμασκηνός, μάλιστα, επεξηγεί το περιεχόμενο των ύμνων αυτών, δηλαδή για ποιο λόγο ετιμάτο η Θεοτόκος)(148). Στους ύμνους αυτούς προστίθενται ο του Αδάμ και της Εύας(149), ο του «χορού των αγίων» και ο του πλήθους(150). Επίλογος όλων των ύμνων είναι ο «εξόδιος» των αποστόλων(151). Τη στιγμή ακριβώς εκείνη έρχεται ο Κύριος για να παραλάβει την ψυχή της Μητέρας του• εκείνη του απευθύνει αιτήματα για να «δεχθεί την ψυχή της», για να «παρηγορήσει και να ευλογήσει» τους παριστάμενους(152). Τότε, ο Κύριος «προσκαλεί» προς αυτόν τη μητέρα του, η οποία «παραθέτει το πνεύμα της στα χέρια του υιού της»(153).

Τη στιγμή της Κοιμήσεως ακούστηκαν «φωναί, ψόφοι και πάταγοι», οι δε άγγελοι άρχισαν να συνοδεύουν το σώμα και την ψυχή της Θεοτόκου. Οι παριστάμενοι «περιεπτύσσοντο» το σώμα και «επληρούντο ευλογίας και αγιασμού». Τότε επισυνέβησαν και πολλά θαύματα(154). Στο σημείο αυτό αρχίζει η κήδευση της Θεοτόκου: το σώμα τυλίγεται με «καθαρό σενδόνι», αναπέμπονται ύμνοι και ανάβονται λαμπάδες(155). Οι απόστολοι κρατούν «επ’ ώμων» το σκήνωμα και το οδηγούν προς τον τάφο• ξεκινούν από το «όρος Σιών» και προχωρούν δια μέσου της πόλεως προς τη Γεθσημανή(156). Με αφορμή την ιερή αυτή πομπή, ο Δαμασκηνός παραλληλίζει το γεγονός του «εκκλησιασμού» των πρεσβυτέρων του Ισραήλ επί Σολομώντος (με αφορμή την «κατάπαυση της κιβωτού») με τον «εκκλησιασμό» του λαού από τον Κύριο, εξ αφορμής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου(157). Κατά τη διάρκεια της πορείας προς το μνήμα, περιγράφεται το γεγονός της επιθέσεως ενός Εβραίου, με σκοπό να βεβηλώσει το σκήνωμα της Θεοτόκου(158). Το σώμα της Θεοτόκου αποτίθεται στη Γεθσημανή, καντεύθεν τριταίον προς ουρανίους δόμους μετεωρίζεται(159).

Αυτή είναι η διήγηση των γεγονότων της Κοιμήσεως από το Δαμασκηνό. Το κείμενο είναι εκτεταμένο και παρέχει λεπτομερείς αναφορές, δεν αφίσταται όμως από την παράδοση του «Transitus Mariae». Η όλη μαρτυρία προδίδει συγγραφέα ιεροσολυμίτη, εφόσον αρέσκεται στην παροχή στοιχείων σχετικών με τοποθεσίες των Ιεροσολύμων και με το τελετουργικό της ταφής. Ο συγγραφέας καταγράφει την ιστορική αλήθεια όταν, μέσω της διηγήσεως περί επιθέσεως του Εβραίου προς το σκήνωμα της Θεοτόκου, υποδηλώνει την εχθρική στάση των Εβραίων εναντίον των Χριστιανών, η οποία γνωρίζουμε ότι επικρατούσε κατά τους πρώτους εκείνους χρόνους της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων(160). Το σημείο, όμως, το οποίο πρέπει να εξαρθεί σε σχέση με την «Ευθυμιακή ιστορία» είναι το περί μεταστάσεως του σώματος της Θεοτόκου. Στην παραπάνω εκτενή περιγραφή των γεγονότων της Κοιμήσεως, ο Δαμασκηνός δεν αναφέρει τα περί απουσίας του Θωμά κατά την ταφή, καθώς και τα περί ανοίγματος του τάφου μετά από τρεις ημέρες. Η μαρτυρία του ότι το σώμα της Θεοτόκου καντεύθεν (από τον τάφο) προς ουρανίους δόμους μετεωρίζεται, είναι λιτή και σαφής. Ο Δαμασκηνός εκφράζει την πίστη της μεταστάσεως του σώματος της Θεοτόκου «προς τους ουράνιους δόμους» με όλη τη βεβαιότητα, η οποία δεν έχει ανάγκη διηγηματικών αποδείξεων περί απουσίας του Θωμά και των περαιτέρω της «Ευθυμιακής ιστορίας». Η όλη μαρτυρία του Δαμασκηνού περί των γεγονότων της Κοιμήσεως αποτελεί, προφανώς, το πληρέστερο και ασφαλέστερο κείμενο που μας παρέσχε η παράδοση της περί του θέματος της Κοιμήσεως εκκλησιαστικής γραμματείας.

Στο προς τη Θεοτόκο εγκώμιό του ο Δαμασκηνός επανέρχεται σε πτυχές του εορτολογικού περιεχομένου, κυρίως δε στο γεγονός της μεταστάσεως του σώματος της Θεοτόκου• εν προκειμένω, μάλιστα, προσθέτει και την πληροφορία ότι κατά τη μετάσταση του σώματος, οι άγγελοι συνόδευαν τη Θεοτόκο(161). Σε άλλο σημείο του Β’Λόγου του τονίζει με ιδιαιτερότητα την παρουσία των αποστόλων κατά την ταφή, αποκαλών αυτούς ως «βασιλείς» και «άρχοντες» οι οποίοι κηδεύουν τη μητέρα τους(162). Αλλά και σε άλλο Λόγο του στρέφει το εγκώμιο της Θεοτόκου προς τα γεγονότα της εορτής: οι άγγελοι «δορυφορούν» τη Θεοτόκο «καταγλαΐζοντες», τοιουτοτρόπως, την Κοίμησή της, οι απόστολοι μακαρίζουν τη Θεοτόκο κατά την κήδευση του «θεοδόχου σώματος», ο δε Κύριος και Υιός της υποδέχεται την μακαρία ψυχή της, υπακούων στη δική του νομοθεσία («Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου») και αναδεικνύων τη βιβλική αλήθεια («δικαίων ψυχαί εν χειρί Θεού»)(163). Είναι, επομένως, σαφές ότι ο Δαμασκηνός δεν παραθέτει τα γεγονότα της εορτής μόνο στον οικείο τόπο της σχετικής διηγήσεως, αλλά και σε άλλα σημεία των εγκωμίων του προς τη Θεοτόκο, αποδεικνύοντας τοιουτοτρόπως την πληρότητα της υπ’αυτού διασωζομένης παραδόσεως.

(ε) O σύγχρονος του Δαμασκηνού Γερμανός Α’ Κωνσταντινουπόλεως (+715) εμφανίζει τη δική του συμβολή στον εμπλουτισμό του εορτολογικού περιεχομένου της Κοιμήσεως. Οι μαρτυρίες προέρχονται από τρεις Λόγους εις την πάνσεπτον Κοίμησιν της υπεραγίας Θεοτόκου (δύο από αυτούς εξεδόθησαν υπό του Migne(164) και ένας υπό του A. Wenger(165), καθώς και από ένα Εγκώμιον εις την αγίαν και σεβάσμιον κοίμησιν της υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αεί-παρθένου Μαρίας(166).

Εν πρώτοις ο Γερμανός τονίζει τη σημασία των στοιχείων, τα οποία προέρχονται εκ της παραδόσεως, επισημαίνοντας ότι τα στοιχεία αυτά είναι αληθινά, αν και δεν έχουν «γραφική εξήγηση», εφόσον προέρχονται από την αποστολική παράδοση(167). Αλλά και οι «διηγήσεις των πατέρων», οι οποίες συνιστούν την επί του θέματος αποστολική παράδοση και αποδίδουν το εορτολογικό περιεχόμενο της Κοιμήσεως, δεν μπορούν -κατά το Γερμανό- να εκφράσουν το μέγεθος του γεγονότος(168). Η πρώτη έκθεση του εορτολογικού περιεχομένου είναι συντομότερη και καταχωρίζεται στο Λόγο τον οποίο εξέδωσε ο Wenger (οι σελίδες παραπέμπουν στην έκδοση αυτή). Η δεύτερη έκθεση είναι εκτενέστερη και καταχωρίζεται στο Εγκώμιον εις την αγίαν και σεβάσμιον κοίμησιν σύμφωνα με την έκδοση Migne (οι παραπομπές αφορούν στην έκδοση αυτή).

Στη συντομότερη διήγηση καταγράφεται, εν πρώτοις, το γεγονός της ελεύσεως στα Ιεροσόλυμα των αποστόλων «εκ περάτων», οι οποίοι προσεκύνησαν τη Θεοτόκο και έλαβαν αγιασμό και ευλογία. Μετά την άφιξη των αποστόλων, η Θεοτόκος παραδίδει την ψυχή της στον Υιό της, ο οποίος αφικνείται συνοδευόμενος από τις επουράνιες δυνάμεις για να παραλάβει τη Μητέρα του(169). Οι απόστολοι, ακολούθως, κηδεύουν το σώμα με ύμνους και εγκωμιαστικές αναφορές προς τη Θεοτόκο(170). Κατά τη διάρκεια της κηδεύσεως επισυμβαίνει το γεγονός της επιθέσεως ενός Εβραίου, με σκοπό να βεβηλώσει το σώμα της Θεοτόκου• τα χέρια του, όμως, αποκόπτονται κατά τη στιγμή που αγγίζει τη νεκρική κλίνη και αποκαθίστανται θαυματουργικώς όταν αντιλαμβάνεται το σφάλμα του και μετανοεί(171). Τρεις ημέρες μετά τον ενταφιασμό του σώματος της Θεοτόκου, οι απόστολοι «χρησμοδοτούνται» να ανοίξουν τον τάφο• τότε, όμως, δεν ανευρίσκουν το ενταφιασμένο σώμα(172). Η σύντομη αυτή έκθεση των γεγονότων αντανακλά προφανώς την ουσία της αποκρύφου παραδόσεως. Απαλλαγμένη από ποικίλες λεπτομέρειες, η παράδοση διασώζει το «θαύμα» της μεταστάσεως εφόσον τούτο εκτίθεται ως αντικείμενο απόκαλύψεως εκ Θεού (οι απόστολοι «χρησμοδοτούνται») και όχι ως τυχαίο εύρημα κατόπιν κάποιων συγκυριών.

Ο Γερμανός, όμως. διασώζει και μία εκτενέστερη παράδοση των γεγονότων. Σύμφωνα με αυτήν, ολίγον προ της Κοιμήσεως ο Κύριος «προμηνύει» δι’άγγέλου στη Θεοτόκο το γεγονός, ώστε εκείνη να προετοιμαστεί καταλλήλως(173). Στό σημείο αυτό καταγράφεται η τιμητική προσλαλιά του αγγέλου προς τη Θεοτόκο• πρόκειται περί ωραιοτάτου κειμένου, το οποίο ίσως εδράζεται επί κάποιας παραδόσεως, αλλά προφανώς οφείλει το ενδιαφέρον και πλούσιο σε έννοιες περιεχόμενό του στο συγγραφικό κάλαμο του Γερμανού(174). Στο άκουσμα της προαναγγελίας, η Θεοτόκος χαίρεται βαθύτατα, φωταγωγεί την οικία της σε ένδειξη αναμονής μεγάλου γεγονότος, προσκαλεί τις φίλες, τους συγγενείς και τους γείτονές της, ευπρεπίζει την οικία της και «ανθηφορεί» την κλίνη της «ως επί παστάδος παρθενεύοντος γάμου», ανακοινώνει στους παρισταμένους την επικείμενη κοίμησή της και τους επιδεικνύει το «βραβείο», το οποίο της παρέδωκε ο άγγελος: ένα κλάδο φοίνικος, «πληροφόρημα νίκης» της κατά του θανάτου(175). Στο άκουσμα των εξαγγελιών, οι παριστάμενοι θρηνούν και η Θεοτόκος τους παρηγορεί(176).

Τη στιγμή ακριβώς εκείνη επισυμβαίνει «βροντή» και μεταφέρονται στην οικία της Θεοτόκου «δια νεφέλης» οι απόστολοι, οι οποίοι προσκυνούν τη Θεοτόκο και με δάκρυα της απευθύνουν λόγους πόνου και θλίψεως επί τη επικειμένη Κοιμήσει της(177). Η Θεοτόκος παρηγορεί και τους αποστόλους, ενώ φθάνει και ο απόστολος Παύλος: κρούει την πόρτα του δώματος, του ανοίγει ο Ιωάννης και οι απόστολοι τιμούν τον Παύλο. Εκείνος πίπτει στους πόδας της Θεοτόκου και της απευθύνει εγκωμιαστικό χαιρετισμό(178). Μετά την έλευση του Παύλου, η Παρθένος κατακλίνεται και «παραδίδει το πνεύμα» της. Οι απόστολοι ετοιμάζονται να αναπέμψουν τη «συνήθη ευχή στο λείψανο». Πέτρος και Παύλος αλληλοπαραιτούνται από ταπεινοφροσύνη και, τελικώς, ο Πέτρος αναγινώσκει την ευχή. Ακολούθως, αρχίζει η μεταφορά του λειψάνου «με ύμνους και φώτα» προς το μνήμα(179). Στο κείμενο επισημαίνεται ότι «ακαταμέτρητος λαός» παρίσταται στην κηδεία, ενώ παρατίθεται και το γεγονός της απόπειρας βεβηλώσεως του σώματος από ένα Εβραίο(180).

Η αναλυτική αυτή παράθεση των γεγονότων καταλήγει στην εξιστόρηση των περί τη μετάσταση: οι απόστολοι Πέτρος και Παύλος λαμβάνουν «τη σινδόνα» με το σώμα της Θεοτόκου και αρχίζουν την εναπόθεσή του στο μνήμα. Ο ενταφιασμός όμως αυτός -σύμφωνα με το κείμενο- δεν πραγματοποιήθηκε, επειδή το σώμα της Θεοτόκου «ανηρπάγη» δια νεφέλης στον ουρανό μαζύ με τη σινδόνα(181). Μετά από το θαυμαστό αυτό γεγονός οι απόστολοι δοξολογούν το Θεό και απευθύνουν λόγο παρακλήσεως προς το λαό, επεξηγούντες τα «θαυμάσια» τα διαδραματισθέντα ενώπιόν τους(182)

Είναι σαφές ότι, η παραπάνω διήγηση του Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως περιέχει στοιχεία άγνωστα σε παράλληλες διηγήσεις, όπως τα περί της παρουσίας του αποστόλου Παύλου, της τιμής πού εκείνος απέδωσε προς τη Θεοτόκο, καθώς και τα περί εξοδίου ευχής την οποία οι απόστολοι ανέγνωσαν αμέσως μετά την Κοίμηση. Η κορύφωση, όμως, του ενδιαφέροντος στην εν λόγω διήγηση εστιάζεται στην περιγραφή της μεταστάσεως. Το σώμα της Θεοτόκου δεν ενταφιάζεται, εφόσον επισυνέβη η μετάστασή του δια νεφέλης προς τον ουρανό. Δεν μαρτυρείται, επομένως, ούτε τριήμερος παραμονή στο μνήμα (όπως καταγράφεται από το σύνολο σχεδόν της περί την Κοίμηση παραδόσεως), ούτε αποκάλυψη του γεγονότος στους μαθητές (ας σημειωθεί ότι σύμφωνα με τη διήγηση όλοι οι παριστάμενοι είναι θεατές της μεταστάσεως), ενώ καταγράφονται και παραστατικές λεπτομέρειες (ο τρόπος, με τον οποίο ή σινδόνα της Θεοτόκου αναβιβάζεται προς τον ουρανό). Πρόκειται, αναμφισβήτητα, περί διηγήσεως η οποία δημιουργεί πολλά ερωτηματικά προς επίλυση. Σε ό,τι αφορά στον ιστορικολειτουργικό κλάδο της θεολογικής σπουδής, το σημαντικότερο πρόβλημα της διηγήσεως είναι ότι αναιρεί την «ευθυμιακή ιστορία». Διότι, εάν τα υπό της διηγήσεως του Γερμανού περιγραφόμενα γεγονότα είναι αληθή, τότε δεν ευσταθεί το αίτημα των αυτοκρατόρων Μαρκιανού και Πουλχερίας περί μεταφοράς στην Κωνσταντινούπολη της εντάφιας σινδόνης της Θεοτόκου και όλων των άλλων εναπομεινάντων στο μνήμα αντικειμένων. Σύμφωνα με τη διήγηση του Γερμανού ουδέν αντικείμενο εκ της σορού της Θεοτόκου παρέμεινε στο μνήμα, εφόσον δεν υπήρξε ενταφιασμός. Ας μας επιτραπεί μια τελική αξιολόγηση της διηγήσεως του Γερμανού στη σύνοψη των παράλληλων μαρτυριών της εκκλησιαστικής γραμματείας.

(στ) Περί των σχετικών με την Κοίμηση της Θεοτόκου γεγονότων αναφέρεται και ο Θεόδωρος Στουδίτης (+826) στο Εγκώμιον εις την κοίμησιν της αγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου(183). Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο Εγκώμιον, η Παρθένος προέγνω το της μεταστάσεως στάδιον, προσεύχεται για την επικείμενη κοίμησή της και παρακαλεί το Θεό να προσέλθουν στα Ιεροσόλυμα οι απόστολοι(184). Η προσευχή της εισακούεται και οι απόστολοι μεταφέρονται διά νεφελών, η δε Θεοτόκος δοξολογεί γι’αυτό τον Υιό της(185). Οι απόστολοι απευθύνουν δοξολογικούς χαιρετισμούς προς τη Θεοτόκο• πρόκειται για ένα προοίμιο των εξοδίων ύμνων, οι οποίοι ακολουθούν κατά την ταφή της Θεοτόκου (δώδεκα, συνολικώς, χαιρετισμοί)(186). Στο κείμενο των εν λόγω χαιρετισμών διαφαίνεται η θεολογική και ποιητική ικανότητα του Θεοδώρου. Ακολούθως, ο Κύριος αφικνείται μετά δόξης ισχύος αυτόν και πάσης στρατιάς ουρανού, ώστε να παραλάβει την ψυχή της Μητέρας του(187). Η διήγηση του Θεοδώρου κατακλείεται με την αναφορά στην «εξόδιο προπομπή» από τους Αγγέλους, δηλαδή με την περιγραφή της συνοδεύσεως της θεομητορικής ψυχής προς τον ουρανό(188).

Η παραπάνω μαρτυρία του Θεοδώρου Στουδίτου εμφανίζεται εξαιρετικά λιτή. Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι δεν αναφέρεται σε ταφή της Θεοτόκου, αλλά και ούτε σε μετάσταση του σώματός της. Είναι πιθανόν ότι τα δύο αυτά σημαντικά σημεία δεν παραθεωρούνται από το Θεόδωρο• και τούτο διότι περί το τέλος του Εγκωμίου του, όταν εξυμνεί τη Θεοτόκο, καταλήγει ως εξής: Ω της σημειοφόρου και θαυματοποιού μεταστάσεώς σου! Ω της ζωοπαρόχου αειφθαρτοδωρήτου ενταφιάσεώς σου της φωτοκυήτορος(189)! Προφανώς, επομένως, ο Θεόδωρος γνωρίζει και τα περί της ταφής και τα περί της μεταστάσεως, εφόσον την μεν μετάσταση αποκαλεί ως «θαυματοποιό», τη δε ταφή ως «ζωοπάροχο». Το όλο πνεύμα του Εγκωμίου του δεν αποσκοπεί στη λεπτομερή εξιστόρηση των γεγονότων, αλλά στη θεολογική -και συγχρόνως ποιητική- αναφορά στο γεγονός της Κοιμήσεως. Το ίδιο διαπιστώνουμε και περί της ανόδου της Θεοτόκου προς τον ουρανό: η περιγραφή του καταληκτικού εγκωμίου είναι λεπτομερέστερη από την αντίστοιχη της διηγήσεως των γεγονότων(190). Ο Θεόδωρος Στουδίτης, επομένως, δεν επικεντρώνει το λόγο του στα γεγονότα της Κοιμήσεως, αλλά στην ανάλυση της βαθύτερης σημασίας τους.

(ζ) Την ίδια εποχή με το Θεόδωρο Στουδίτη μαρτυρείται ένα ακόμη Εγκώμιον εις την Κοίμησιν της υπεραγίας Θεοτόκου, με συγγραφέα το μοναχό Θεόγνωστο(191). Σε αντίθεση με το Θεόδωρο, ο Θεόγνωστος εξιστορεί λεπτομερώς τα γεγονότα της Κοιμήσεως και ενδιαφέρεται περισσότερο για την κατάδειξη της συνάφειάς τους με τα γεγονότα της ζωής της Θεοτόκου, παρά για τη βαθύτερη θεολογική ανάλυσή τους.

Η σχετική διήγηση αρχίζει με την αποστολή του αγγέλου να μηνύσει τη αγία Θεοτόκω, την αυτής κοίμησιν ου μόνον μηνύων αλλά και διδούς βραβεΐον(192). Στο σημείο αυτό, ο Θεόγνωστος εισάγει συσχετισμό του γεγονότος με τον Ευαγγελισμό της Γεννήσεως του Χριστού. Όπως κατά τον Ευαγγελισμό, έτσι και κατά την αναγγελία της Κοιμήσεώς της η Θεοτόκος δεν ταράχθηκε, αλλά δέχθηκε με χαρά το άγγελμα(193). Η χαρά της αυτή εκφράζεται με το άναμμα των λύχνων και τη φωταγώγηση της οικίας της, για να διαδηλώσει ότι ανέμενε ένα μεγάλο και σημαντικό γεγονός. Ταυτοχρόνως, όμως, συνειδητοποιεί την απουσία των Μαθητών του Κυρίου και προσεύχεται ώστε να παρίστανται κατά την ώρα της κοιμήσεως της(194). Η προσευχή της Θεοτόκου εισακούεται και οι απόστολοι, ευρισκόμενοι «εις τα πέρατα της οικουμένης», εν μιά ημέρας ροπή εις τον οίκον της Θεοτόκου συνήχθησαν δια την της κηδείας επιμέλειαν(195).

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθούν δύο στοιχεία: πρώτον ότι αναφέρεται η μεταφορά των αποστόλων στα Ιεροσόλυμα «δια ροπής μιας ημέρας». Η έννοια της «ροπής» δεν είναι άγνωστη στην εκκλησιαστική γραμματεία, ο δε Θεόγνωστος την επεξηγεί ακολούθως όταν σημειώνει ότι ο των μαθητών χορός νεφελασία αρπαγείς, και τη αεροδρόμω ταχύτητι συν ήχω βροντής προς την κατοικίαν της Θεοτόκου καταχυθείς…(196). Το γεγονός των «νεφελών», επομένως, μνημονεύεται και από το Θεόγνωστο, ο οποίος είναι ο μόνος που αναφέρεται στη χρονική διάρκεια της μεταφοράς των αποστόλων στα Ιεροσόλυμα (μία ημέρα), αλλά και στα δεδομένα της ταχύτητας (με «αεροδρόμο ταχύτητα») και του τρόπου αφίξεως στην οικία της Θεοτόκου (με «ηχηρή βροντή»). Το δεύτερο στοιχείο αποτελεί μία, ακόμα, καινοτομία σε σχέση προς παράλληλες διηγήσεις της εκκλησιαστικής γραμματείας: οι απόστολοι συνάζονται στα Ιεροσόλυμα για την «επιμέλεια της κηδείας», δηλαδή για να φροντίσουν τα της κηδεύσεως. Επομένως, σύμφωνα με τη διήγηση του Θεογνώστου, οι απόστολοι δεν προέφθασαν ζωντανή τη Θεοτόκο, ούτε προφανώς μετεφέρθησαν για το σκοπό αυτό στα Ιεροσόλυμα. Η όλη αποστολή τους εξηντλείτο στην μέριμνα των της κηδεύσεως, ίσως δε μόνο στην απλή παρουσία κατά την κήδευση, εφόσον ο Θεόγνωστος επισημαίνει οτι έφθασαν στην οικία της Θεοτόκου «την ώρα της κηδείας» [II, σ. 458 (40)].

Η εφεξής σειρά των γεγονότων είναι παρόμοια με την μαρτυρούμενη σε προηγούμενες διηγήσεις: ο Κύριος κατέρχεται εξ ουρανού για να παραλάβει τη Μητέρα του(197), οι Μαθητές κηδεύουν το σώμα μαζύ με τους αγγέλους, ψάλλοντες, υμνολογούντες και δοξολογούντες τη Θεοτόκο(198), μνημονεύεται δε και το γεγονός της απόπειρας βεβηλώσεως του σκηνώματος της Θεοτόκου από ένα Εβραίο, ο οποίος τιμωρείται για τη διαπραχθείσα απόπειρα και μετανοεί(199). Το ενδιαφέρον εστιάζεται εκ νέου στο θέμα της μεταστάσεως. Σύμφωνα με τη διήγηση του Θεογνώστου, οι Μαθητές αφού εκήδευσαν το σώμα της Θεοτόκου, παρέμειναν πλησίον φυλάσσοντες τον τάφο(200). Η πληροφορία αυτή ανακαλεί στη μνήμη μας τα γεγονότα της ταφής του Κυρίου και, ειδικότερον, της φυλάξεως του τάφου από την «κουστωδία». Κυρίως, όμως, το γεγονός της υπό των Μαθητών φυλάξεως του τάφου της Θεοτόκου αποσκοπεί να προετοιμάσει την εξαγγελία της μεταστάσεως. Ο Θεόγνωστος αναφέρει ότι ο Κύριος «εισάγει τη μητέρα του στον παράδεισο»(201), αφήνοντας αδιευκρίνιστο το εάν οι Μαθητές πιστοποίησαν τη μετάσταση του σώματος της Θεοτόκου, αλλά και το όλο θέμα της μεταστάσεως, εφόσον η μαρτυρία περί «εισόδου της Παρθένου στον παράδεισο» καταγράφεται αμέσως μετά τα περί παραλαβής της ψυχής της Θεοτόκου από το Κύριο.

Επομένως, τίποτε δεν αποδεικνύει ότι η μετάσταση επισυμβαίνει μετά τον ενταφιασμό. Μόνο το γεγονός της φυλάξεως του μνήματος από τους Μαθητές υποδηλώνει τη μετάσταση, υπό την έννοια ότι η φύλαξη αυτή εγγυάται την παραμονή του σώματος στον τάφο και την αποφυγή πιθανής κλοπής του. Η παραμονή των Μαθητών πλησίον του τάφου της Θεοτόκου δεν έχει έννοια, παρά μόνο εάν σε κάποια χρονική στιγμή διαπιστώνεται ότι το σώμα της Θεοτόκου δεν ευρίσκεται πλέον στον τάφο. Ο Θεόγνωστος δεν παρέχει την τελική πληροφορία περί μεταστάσεως, φαίνεται όμως ότι τη θεωρεί ευνόητη εφόσον παραθέτει τα περί παραμονής των Μαθητών στο χώρο του ενταφιασμού.
(η) Ο Ισίδωρος Θεσσαλονίκης (+ l200) είναι ένας ακόμα εκκλησιαστικός συγγραφέας, ο οποίος εκθέτει αναλυτικώς τα γεγονότα τη Κοιμήσεως σε Λόγο του εις την πάνσεπτον κοίμησιν της παναχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας(202). Ο Ισίδωρος θεωρεί ότι, η εξιστόρηση των περί της Κοιμήσεως γεγονότων αποτελεί εξύμνηση της Θεοτόκου και κατάδειξη της ουσίας της πανηγύρεως(203). Γι’ αυτό και προβαίνει σε λεπτομερή παράθεση των στοιχείων, τα οποία συνθέτουν το εορτολογικό περιεχόμενο της Κοιμήσεως.

Η προαναγγελία της Κοιμήσεως επιτελείται από τον αρχάγγελο Γαβριήλ, ο οποίος δια μεγάλης προσλαλιάς εξαγγέλει στη Θεοτόκο την επικείμενη Κοίμηση της(204). Ο Ισίδωρος παραθέτει τα λόγια, με τα οποία πραγματοποιείται η εξαγγελία αυτή(205). Τα εγκωμιαστικά «χαίρε» του αγγέλου αποτελούν, βεβαίως, πόνημα του Ισιδώρου, εφόσον ουδεμία παράδοση πιστοποιεί παρόμοιους χαιρετισμούς. Στο σημείο αυτό διαφαίνεται η υπό του Ισιδώρου προσπάθεια να προβάλει κάποια συσχέτιση της εξαγγελίας κατά τον Ευαγγελισμό με την εξαγγελία της Κοιμήσεως. Δεν πρόκειται περί απλού συσχετισμού των δύο εορτών, αλλά περί της θεωρήσεως των δύο θεομητορικών γεγονότων ως αλληλοδιαδόχων και άμεσα συνδεδεμένων.

Η Θεοτόκος «πληρούται χαράς» στο άκουσμα της αγγελίας και σπεύδει στο όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί, όπως προσηύχετο εκεί και ο Υιός της(206). Στο σημείο αυτό ο Ισίδωρος αναφέρεται στο γεγονός του πένθους της φύσεως (μαρτυρείται από ολίγους σχετικώς συγγραφείς). Εκεί, στο όρος των Ελαιών, η φύση «σκυθρωπάζει» καθώς βλέπει τη Θεοτόκο, συμμετέχοντας στο θρήνο για την επικείμενη Κοίμηση(207). Ο εισαγωγικός αυτός θρήνος της φύσεως στο όρος των Ελαιών συνεγείρει και την υπόλοιπη φύση σε θρήνο, καθώς η Θεοτόκος επιστρέφει στην οικία της(208). Το γεγονός φωταγωγήσεως της οικίας και ευπρεπισμού της κλίνης από τη Θεοτόκο μαρτυρείται και από άλλους συγγραφείς. Η λεπτομέρεια, την οποία προσθέτει ο Ισίδωρος αφορά στις δύο χήρες, γειτόνισσες της Θεοτόκου, τις όποιες προσκαλεί η Παναγία για να τους ανακοινώσει την επικείμενη Κοίμησή της και να τους διανείμει τους δύο χιτώνες της(209). Ο θρήνος των δύο χηρών στο άκουσμα των λόγων της Θεοτόκου είναι έντονος, αλλά εξίσου έντονη είναι και η παρηγοριά της Θεοτόκου προς αυτές(210).

Κατά τη διάρκεια των παρηγοριτικών λόγων της Θεοτόκου προς τις χήρες, ο ουρανός αρχίζει να βροντά και τα σύννεφα να κατεβαίνουν χαμηλά, ως να ήθελαν «να υποδεχθούν την Παρθένο»(211). Ταυτοχρόνως, οι απόστολοι μεταφέρονται πάνω σε σύννεφα στον τόπο της Κοιμήσεως, ενώ δια του ιδίου τρόπου μεταφέρονται οι Διονύσιος Αρεοπαγίτης, Ιερόθεος, Τιμόθεος(212)και Ιάκωβος («ο πρόεδρος» της Εκκλησίας), καθώς και οι εβδομήκοντα μαθητές του Κυρίου(213). Στο σημείο αυτό η διήγηση του Ισιδώρου εισάγει νέα στοιχεία ως προς την παρουσία του Ιακώβου και των εβδομήκοντα μαθητών. Όχι μόνο προέφθασαν ζωντανή τη Θεοτόκο οι απόστολοι (σε αντίθεση με τη μαρτυρία άλλων διηγήσεων), αλλά συγκεντρώθηκε περί την επιθανάτιο κλίνη ένας ευρύτατος πυρήνας μαθητών του Κυρίου ή και μαθητών των αποστόλων. Η συγκέντρωση αυτή προσδίδει στο γεγονός της Κοιμήσεως το χαρακτήρα μιας διαδηλώσεως της ενότητος της Εκκλησίας υπό τη Μητέρα του Κυρίου. Η νεκρική κλίνη της Θεοτόκου αποβαίνει κέντρο εκκλησιαστικής συνάξεως, επιβεβαιώνοντας τοιουτοτρόπως την κορυφαία θέση της Θεοτόκου στο σώμα της Εκκλησίας.

Όταν πλέον ολοκληρώνεται η συγκέντρωση, αρχίζει η προς τη Θεοτόκο τιμή των αγγέλων. Η μαρτυρία του Ισιδώρου επί του σημείου αυτού είναι άκρως ενδιαφέρουσα, εφόσον αναφέρεται σε μία «λειτουργία» προς τιμή της Θεοτόκου, την οποία επιτελούν μεν οι άγγελοι, αλλά συμμετέχουν και οι απόστολοι(214). Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην προς το Θεό δοξολογία των αποστόλων διότι προέφθασαν ζωντανή τη μητέρα του Κυρίου(215). Η δοξολογία αυτή εισάγει στο εγκώμιο των αποστόλων επί τη Κοιμήσει της Θεοτόκου, στο οποίο διαφαίνεται ο ποιητικός και θεολογικός κάλαμος του Ισιδώρου(216). Όλα τα παραπάνω τελούνται ενόσω η Θεοτόκος ευρίσκεται μεν στην επιθανάτιο κλίνη, αλλά διατηρεί ακμαίες τις πνευματικές της δυνάμεις. Τούτο διαφαίνεται από το γεγονός ότι, μετά το τέλος του εγκωμίου των αποστόλων, η Θεοτόκος διδάσκει τους παρευρισκομένους, παρηγορούσα και νουθετούσα αυτούς(217). Ο λόγος είναι εκτενής και μεστός, αποτέλεσμα δε αυτού είναι η επικράτηση μιας «ειρήνης» και «παρηγοριάς» στις ψυχές των παρισταμένων. Η Θεοτόκος, επομένως,εμφανίζεται ως το κέντρο της εκκλησιαστικής συνάξεως όχι μόνο δια του γεγονότος της Κοιμήσεώς της, αλλά και δια του γεγονότος της διδασκαλίας της. Το τελευταίο στοιχείο επισφραγίζει την παράδοση περί διδαχών της Θεοτόκου, οι οποίες διεσώζοντο ακόμη και κατά τον 4ο αι.

Η Κοίμηση επισυμβαίνει ακριβώς μετά το τέλος της διδαχής της Θεοτόκου, οι δε απόστολοι μεταφέρουν το σώμα στη Γεθσημανή με στεναγμούς και θρηνώδεις ύμνους(218). Στο σημείο αυτό παρατηρείται μια αξιοσημείωτη πρωτοτυπία του Ισιδώρου: παρεμβάλεται ένα τμήμα σχετικό με τις προτυπώσεις της Θεοτόκου στην Παλαιά Διαθήκη(219). Θεωρούμε ότι η «παρεμβολή» αυτή δεν είναι τυχαία, διότι ο Λόγος του Ισιδώρου αποπνέει μια παράδοση τονισμού του προσώπου της Θεοτόκου στο σχέδιο της Θείας Οικονομίας. Η παράδοση αυτή δεν θα ήταν πλήρης εάν δεν εγίνετο μνεία των παλαιοδιαθηκικών περί της Θεοτόκου προτυπώσεων. Το γεγονός της Κοιμήσεως εμφαίνεται ως μία λαμπρή στιγμή στην ιστορία της σωτηρίας: η Παλαιά Διαθήκη συνδέεται με την Καινή στο πρόσωπο της Θεοτόκου, στο ίδιο δε πρόσωπο η αποστολική Εκκλησία ανακεφαλαιώνει την ενότητά της και υμνολογεί τον Ιδρυτή της.

Η διήγηση του Ισιδώρου περιέχει το γνωστό επεισόδιο της απόπειρας βεβηλώσεως του σώματος της Θεοτόκου από κάποιον Εβραίο καθώς και τα περί του ενταφιασμού(220). Αλλά και ως προς το θέμα της μεταστάσεως του σώματος της Θεοτόκου, ο Ισίδωρος ακολουθεί την παράδοση περί απουσίας του αποστόλου Θωμά κατά την κήδευση και αφίξεώς του στα Ιεροσόλυμα τρεις ημέρες μετά. Σύμφωνα με τη διήγηση αυτή, ο Θωμάς εκφράζει τη θλίψη του διότι δεν προέφθασε ζωντανή την Μητέρα του Κυρίου, απαιτεί και επιτυγχάνει τη συγκατάθεση των αποστόλων να ανοιγεί ο τάφος, τότε δε διαπιστώνεται ότι το σώμα δεν ευρίσκετο εντός αυτού(221). Περί το τέλος του Λόγου του ο Ισίδωρος αναφέρει ότι τα «οθόνια» εκ της ταφής της Θεοτόκου ετέθησαν «υπό την εμπιστοσύνην» του ηγεμόνος της Εδέσσης Αυγάρου(222). Η πληροφορία αύτη συμπληρώνει, τρόπον τινα, τη διήγηση περί της Κοιμήσεως, πιστοποιώντας ότι στον κενό τάφο ευρέθησαν μόνο τα εντάφια υφάσματα, τα οποία θα διετηρήθησαν υπό της Εκκλησίας ως ιερά κειμήλια.

Δεν θα ήταν υπερβολή εάν υποστηρίζαμε ότι η περί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου διήγηση του Ισιδώρου Θεσσαλονίκης είναι η πληρέστερη, σε σχέση με τις αντίστοιχες άλλων εκκλησιαστικών συγγραφέων. Ο Ισίδωρος ανακεφαλαιώνει τόσο την απόκρυφη παράδοση των περί την Κοίμηση γεγονότων, όσο και την προ αυτού διατυπωθείσα Μαριολογία της Εκκλησίας, αναδεικνύεται δε σε βασικό συντελεστή της θεομητορικής εορτολογικής παραδόσεως. Είναι η εποχή, κατά την οποία η περί Θεοτόκου θεολογία της Εκκλησίας αποτελεί προσφιλές θέμα των εκκλησιαστικών συγγραφέων, δεδομένης και της εορτολογικής αποκρυσταλλώσεως της Κοιμήσεως.

(θ) Το γεγονός αυτό της εορτολογικής αποκρυσταλλώσεως μαρτυρείται από τον ολίγο μεταγενέστερο του Ισιδώρου, το Νικηφόρο Χούμνο (+1270), στο έργο του Θέσπισμα επί τη μεγάλη και τελευταία εορτή τον κατά Χριστόν παντός μυστηρίου(223) Αν και ο τίτλος δεν προϊδεάζει καταλλήλως, το εν λόγω έργο του Νικηφόρου Χούμνου αναφέρεται στην εορτή της Κοιμήσεως, την οποία αποκαλεί ως «μεγάλη» και «τελευταία» στην εξέλιξη του εκκλησιαστικού έτους, του αρχομένου το Σεπτέμβριο και λήγοντος τον Αύγουστο.

Όπως τονίζει ο Χούμνος, η εορτή της Κοιμήσεως επεκράτησε σύμφωνα με παλαιά παράδοση, τονίζει δε ότι η εορτή τελείται «στο μέσο του μηνός» (επομένως στις 15 Αυγούστου), ότι προηγείται της εορτής η νηστεία και ότι ο εορτασμός επιτελείται από την αρχή του μηνός, κορυφούμενος την τελευταία αυτή ημέρα(224). Η μαρτυρία περί εορτής της Κοιμήσεως κατά τη 15η Αυγούστου, περί της προηγουμένης νηστείας και περί του δεκαπενθήμερου εορτασμού, ο οποίος κορυφώνεται τη 15η, μαρτυρούνται για πρώτη φορά εντός εγκωμιαστικού Λόγου επί τη εορτή της Κοιμήσεως. Ο Νικηφόρος Χούμνος, βεβαίως, επικυρώνει την υφισταμένη παράδοση περί της 15ης Αυγούστου, η οποία σαφώς καταγράφεται στις αρχές του 11ου αι. όχι σε κάποιο εγκωμιαστικό προς την Κοίμηση της Θεοτόκου κείμενο, αλλά στο Ελληνικό Μηνολόγιο Βασιλείου του Πορφυρογέννητου(225).

(ι) Φαίνεται ότι μετά το 13ο αι. ατονεί, πλέον, το ενδιαφέρον των εγκωμιαστών της Θεοτόκου για την εξιστόρηση των γεγονότων της Κοιμήσεως. Μόλις το 15ο αι., ο Μανουήλ Παλαιολόγος (+1425) αναφέρεται στην Παρθένο ως θεωρούσα «αφόρητο» το γεγονός της απουσίας του Υιού της και, δια τούτο, επειγομένης να τον συναντήσει(226), ο δε Γεώργιος Σχολάριος αναφέρει περιληπτικώς τα βασικά σημεία των προγενεστέρων διηγήσεων(227). Ο κατά το μήνα Αύγουστο εορτασμός έχει πλέον παγιωθεί και το εορτολογικό περιεχόμενο της Κοιμήσεως είναι ευρύτατα γνωστό. Δεν απομένει στους εγκωμιαστές της εορτής παρά να θεωρήσουν τις δύο θεομητορικές εορτές -την του Γενεσίου και την της Κοιμήσεως- ως την έναρξη και τον επίλογο του εκκλησιαστικού έτους αντιστοίχως. Με το πνεύμα αυτό ο Γεώργιος Σχολάριος γράφει τα ακόλουθα: Η μεν του έτους αρχή την γέννησιν ημίν ανήκε της μακαρίας παρθένου, αρχήν γεγονυΐαν πάσιν ανθρώποις της αληθούς και κατά πνεύμα γεννήσεως• ο δε του ετους τελευταίος μην ούτος την εκ γης μεταγωγήν αυτής ανιείς, ώσπερ τινά σφραγίδα καλλίστην ταις τε δεσποτικαίς εορταίς και τοις οι αυτών τιμωμένης του Θεού δώροις τίθησι ταύτην, ως αν ώσπερ εν κύκλω διηνεκεί η του Θεού Λόγου μήτηρ ημίν και της σωματικής ταύτης η(228).



Υποσημειώσεις

79. Πρβλ. Σπουρλάκου-Ευτυχιάδου, Παναγία Θεοτόκος, σ. 88.

80. Εν Σπουρλάκου-Ευτυχιάδου, Παναγία Θεοτόκος, σ. 67, σημ. 2, σημειώνεται ότι το Εγκώμιο του Μοδέστου είναι το πρώτο θεολογικό κείμενο περί της Κοιμήσεως. Εν Χρήστου, όμως, Πατρολογία, Ε’, σ .496, σημ. 39 αμφισβητείται η θέση ότι πρόκειται περί του αρχαιοτέρου κειμένου.

81. PG 86,3227B-3312C.

82. Πρβλ. P. Voulet, ό.π., σ. 29.

83. Η’, 3296C-D.

84. Η, 2397Α-3300Α.

85. Θ’, 3300Α-Β.

86. Ι’ 3301B-3305C.

87. ΙΑ’, 3305C-3312A.

88. PG 97,1015C-1072A/1072B-1089B/1089B-1109A.

89. Η παλαιότητα της διηγήσεώς του τεκμαίρεται και από την αξία, την οποία προσέδωσε στις μαρτυρίες του η μετέπειτα παράδοση. Όπως σημειώνει στις αρχές του 11ου αι. ο μοναχός Επιφάνιος, Ανδρέας ο εξ Ιεροσολύμων επίσκοπος Κρήτης, ολίγα τινά ειπών και ορθοτομήσας, εις εγκώμιον τάξιν διήγησιν έστησεν (Περί του βίου της υπεραγίας Θεοτόκου,α’, PG 120,188Α).

90. Πανηγυριστόν ουν το δώρον, αλλά μη συγχωστέον. Μη ότι πρόσφατον έχει την εύρεσιν, αλλ’ ότι, προς την οικείαν επανήλθεν ευπρέπειαν. Ου γαρ επείτοι τισί των προ ημών ου διέγνωστο, ήδη και σιωπάσθαι άξιον,αλλ’ ότι μη πάντη διέφυγε, κηρύττεσθαι όσιον (Λόγος ΙΓ’, PG 97,1072B-C).

91. …ότι μηδέ προσήκον ην, κατ’αυτήν γε του Ευαγγελίου την συγγραφήν, τον της οικονομίας σπαρέντα λόγον αντίκα περί τούτων διαλαβείν άλλης, ως εικός, δεομένων ειδικής, ή κατ’εκείνον τον καιρόν σχολής τε και πραγματείας (Λόγος IB’, 1060B).

92. Ειδικοί μελετητές της εκκλησιαστικής γραμματείας περί της Κοιμήσεως αναφέρονται στο γεγονός ότι στις Ομιλίες του ο Ανδρέας Κρήτης δεν στηρίζεται επί των αποκρύφων διηγήσεων (βλ.P. Voulet, όπ.π., σ.29).

93. Λόγος IB’, 1061Β -C.

94. Είτα γαρ εδόκει, φησί, μετά την θέαν υμνήσαι τους ιεράρχας άπαντας, ως έκαστος ην ικανός, την απειροδύναμον αγαθότητα της θεαρχικής ασθενείας… Θέα φωτοειδής τε και ευπρεπής η τότε τοις θεολήπτοις φανείσα είη αν ο εμός λόγος, η παμφαής του παρθενικού σκήνους θεολαμπία, καθ’ ην το ζωαρχικόν και ολόφωτον ωράτο της Θεοτόκου σώμα, το υπέρ ημάς και ημέτερον (Λόγος IB’, 1068A-B).

95. Πάντων εκράτει (ο Ιερόθεος) μετά τους θεολόγους, ως οίσθα, των άλλων ιερομυστών, όλος εκδημών, όλος εξιστάμενος εαυτού, και την προς τα υμνούμενα κοινωνίαν πάσχων (Περί των θείων ονομάτων, Γ’, PG 3, 681C-D).

96. Λόγος ΙΔ’, 1096-1101 Α.

97. Λόγος ΙΓ, 1072Β.

98. Λόγος ΙΓ, 1085C.

99. Το ίδιο ισχύει για τη θεολογία του αγ. Μαξίμου του Ομολογητού.

100. Έκδ. M. Jugie, «Homélies mariales byzantines», εν Ρ.Graffin, Patrologia Orientalis 19 (2), 1926, σσ. 375-405.

101. Εικότως σπουδήν ου μετρίαν εποιησάμεθα προς διέγερσιν ψυχών και οικοδομήν παραθείναι ταις φιλοθέοις υμών ακοαίς ουχ άπερ ηύραμεν άπαντα εν διαφόροις βιβλίοις περί αυτής διαφόρως εγγεγραμμένα, αλλά μόνα τα ως αληθώς πραχθεντα και γεγενήσθαι μνημονευόμενα και τοις τόποις μέχρι νυν μαρτυρούμενα, μετά φόβου Θεού φιλαλήθως συλλέξαντες, της αυτολογίας ουδένα θέμενοι λόγου, ως εκ κακοφροσύνης των ταύτα νοθευσάντων παρεμβεβλημένης [οπ.π., σσ. 377 (21-378 (5)].

102. 1, σ. 375 (13-22).

103. 1, σσ. 375 (2)-376 (2).

104. 3,σσ.378(21)-379(3).

105. Διαπιστώνουμε, δηλαδή, ότι παραμένει -ακόμα και κατά τις συγκεκριμένες δύσκολες στιγμές- η αγωνία της Θεοτόκου για την ενότητα των μαθητών. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει την ιδιότητα της Θεοτόκου ως μητέρας των πιστών.

106. Στο σημείο αυτό η διήγηση ανακαλεί στη μνήμη μας αντίστοιχη του Ευαγγελισμού, σύμφωνα με την οποία η Θεοτόκος αμφισβητώντας τα υπό του αγγέλου εξαγγελόμενα, ζητά να μάθει το όνομά του. Στην περί Κοιμήσεως διήγηση, βεβαίως, το αίτημα της Θεοτόκου να μάθει το όνομα του αγγέλου δεν συνδέεται με κάποια αμφισβήτηση του αγγελικού μηνύματος.

107. 3, σ.379 (4-9).

108. 3, σ.379 (9-15).

109. Ακόμα μία ιδιαιτερότητα της διηγήσεως του Ιωάννη είναι το περί παρουσίας του αγγέλου πλησίον της Θεοτόκου μετά από την αναγγελία της επικείμενης Κοιμήσεως.

110. 3, σ.379 (16-27).

111. 3, σσ. 379 (28)-380 (5).

112. 3, σ. 380 (6-15).

113. 4, σ. 380 (16-20).

114. 4, σσ. 380 (20)-381 (5).

115. 5, σ. 381 (6-21).

116. 5, σσ. 381 (22)-382 (26).

117. 5, σσ. 382 (27-383 (20).

118. 6, σσ. 383 (20)-384 (25).

119. 6, σ. 384 (26)-385 (12).

120. 6, σσ. 385 (12)-386 (3).

121. 7, σ. 386 (4-16).

122. 7, σσ. 386 (16)-387 (24).

123. 8, σσ. 387 (25)-388 (18).

124. 8, σσ.388 (19)-389 (19).

125. 8, σ. 389 (20-33).

126. 9, σσ. 390 (1)-391 (2).

127. 10,11, σσ. 391 (3)-395 (24).

128. Στο σημείο αυτό μαρτυρείται και πάλι ο φόβος της Θεοτόκου μήπως η ψυχή της παραληφθεί από αγγέλους, προφανώς «του σκότους».

129. 12, σσ, 395 (25)-396 (25).

130. 12, σσ. 396 (26)-397 (17).

131. 12, σ. 397 (18-31).

132. 13, σσ. 398 (1)-399 (12).

133. 13, σσ. 399 (13)-401 (26).

134. P.Voulet, S. Jean Damascène, Homèlies sur la Nativité et la Dormition, SC 80,1961, σσ. 80-107.

135. Ο Δαμασκηνός αναφέρεται σε «γεγηρακότα λόγο» (Λόγος Β’, 1, SC 80, σ. 124).

136. P. Voulet, όπ.π., σ. 9.

137. Λόγος Β’ εις την Κοίμησιν, 4, σσ. 134-136.

138. P.Voulet, όπ.π., σ. 30.

139. Βλ. Andronikof, Sens des fêtes, σ. 280.

140. Πβλ. Σπουρλάκου-Ευτυχιάδου, Παναγία Θεοτόκος, σ. 64, σημ. 3/Cabrol, «Assomption», στ. 2996.

141. Πρβλ. P. Voulet, όπ.π., σσ. 168-169, σημ.3.

142. Λόγος Β’, 4, σ. 136.

143. Λόγος Β’, 4, σσ.136-137.

144. Λόγος Β’, 5, σ.138.

145. Λόγος Β’, 6, σ. 138.

146. Λόγος Β’, 6, σ. 140.

147. Λόγος Β’,6, σ.140.

148. Λόγος Β’,7, σ.142.

149. Υμνούν τη Θεοτόκο, η οποία «έλυσε τα επιτίμια της παραβάσεώς τους» (Λόγος Β’, 8, σ. 144).

150. Λόγος Β’, 8, σσ. 144-146.

151. Λόγος Β’, 9, σ. 146.

152. Λόγος Β’ 10, σ.148.

153. Λόγος Β’ 10, σσ. 148-150.

154. Λόγος Β’,11, σ. 150

155. Λόγος Β’,11, σσ. 150-152.

156. Λόγος Β’, 12, σ.152.

157. Λόγος Β’, 12, σσ. 152-154.

158. Λόγος Β’, 13, σσ. 154-156.

159. Λόγος Β’, 14, σ. 156.

160. Βλ. Σιώτη, Λατρεία Θεοτόκου, σ.14.

161. ΤΙ ζητείτε εν τάφω την προς τα ουράνια μετεωρισθείσαν σκηνώματα; … Τας σινδόνας καταλιπόν το σώμα το ιερόν τε και άγιον, και μοι του αγιασμού μεταδεδωκός, και μύρον και ευωδίας ποίησαν ανάπλεων, και θείον απεργασάμενον τέμενος, ανάρπαστον οίχεται, δορυφορούντων αγγέλων και αρχαγγέλων και πασών των ουρανίων δυνάμεων (Λόγος Β, 17, σ. 166).

162. Η γαρ ζώσα πόλις Κυρίου Θεού των δυνάμεων μετάρσιος αίρεται, και βασιλείς από ναού Κυρίου της περιβλέπτου Σιών επί την άνω Ιερουσαλήμ την ελευθέραν την εαυτών μητέρα δώρον προσάγουσι τιμαλφέστατον, οι προς Χριστού πάσης της γης καταστάντες άρχοντες, τους αποστόλους φημί, την του Θεού μητέρα την αειπάρθενον (Λόγος Β’, 3, σ.134).

163. Λόγος Α’, 4, σ. 90.

164. PG 98,340A-348C/348C-357D.

165. «Un nouveau témoin de l’assomption: Une homélie attribuée à Saint Germain de Constantinople», Revue des Etudes Byzantines 16 (1958), σσ. 48-53.

166. PG 98, 360A-372D.

167. Αλλά και ο εκείθεν εις πάσαν την γην, ου εξήλθεν ο φθόγγος των μακαρίων αποστόλων, και εις τα πέρατα της οικουμένης, ου τα ρήματα αυτών ηκούσθησαν, εκδοθείς ημίν τοις χριστιανοίς νόμος, τελείσθαι ταύτα και εορτάζεσθαι εν τω αυτώ μηνί και εν ταις αυταίς ημέραις κατά την αυτήν ακολουθίαν την εκ παραδόσεως, και ουκ εκ γραφικής εξηγήσεως, ταύτα πάντα μαρτυρεί είναι την παράδοσιν αληθή, και αψευδή την διήγησιν, και σαφή και τρανήν την αναγόρευσιν (Λόγος εις την πάνσεπτον κοίμησιν…, 4,7, έκδ. Wenger, σσ. 49-50).

168. Έχεις συ παρ’ εαυτής τον ίδιον ύμνον, ότιπερ Θεοτόκος ανεδείχθης. Ουδέ γαρ, ότι τοις ώσιν ημών παρά γραφικής εξηγήσεως τούτο και μόνον ηκούσθη, ουδέ πάλιν ότιπερ οι πατέρες ημών ανήγγειλαν ημίν τούτο παναληθευούση διηγήσει, την προσηγορίαν εκληρώσω της Θεοτόκου (Εις την αγίαν Κοίμησιν…, λόγος Β’, PG 98, 357C).

169. §9, σ. 50.

170. §13-15, σσ. 51-52.

171. §16, σ. 52.

172. §17, σ. 52.

173. 360B-C.

174. 360C-364B.

175. 364C-D. Ας σημειωθεί ότι, το γεγονός της επιδόσεως «βραβείου» δεν αναφέρεται στην εκτενή περιγραφή της επισκέψεως του αγγέλου, αλλά εκ των υστέρων, κατά τη συγκέντρωση συγγενών και φίλων στην οικία της Θεοτόκου.

176. 365Α-Β.

177. 365B-C.

178. 365C-368B. Το κείμενο δεν διευκρινίζει το γιατί ο απόστολος Παύλος δεν ήλθε μαζύ με τους υπόλοιπους αποστόλους. Τρεις αιώνες αργότερον του Γερμανού, ο μοναχός Επιφάνιος (+1015) επισημαίνει ότι ο Παύλος ευρίσκετο στην Έφεσο όταν «ηρπάγη» για να παρευρεθεί στην κήδευση τη Θεοτόκου (Περί του βίου της υπεραγίας Θεοτόκου, κγ’, PG 120, 212D-213A). Ασχέτως προς την ιστορικότητα, το γεγονός υποκρύπτει προφανώς ένα συμβολισμό: ο απόστολος Παύλος δεν ανήκε στον αρχικό πυρήνα των δώδεκα αποστόλων και, ως εκ τούτου, δεν συγκαταλέγεται στην ομαδική μετακίνηση των αποστόλων προς τα Ιεροσόλυμα. Η ιδιαίτερη έλευσή του, όμως, καθώς και η ιδιαίτερη τιμή την οποία του επεφύλαξαν οι απόστολοι αποσκοπεί να καταδείξει ότι όχι μόνο είχε συγκαταριθμηθεί στη χορεία των αποστόλων, αλλά και ότι στη συνείδηση των περί τη νεκρική κλίνη παρευρισκομένων, το έργο του Παύλου περιεποιείτο ιδιαίτερης τιμής και αναγνωρίσεως.

179. 368B-C.

180. 368D-369B.

181. Ων εκ χειρών (των αποστόλων Πέτρου και Παύλου), πάντων αποσκοπούντων το άχραντον αφηρπάγη της Παρθένου σώμα. Και ο μεν αρπάσας αυτό, πάσιν αβλεπτος• Θεός γαρ ην αθεώρητος• η δε σινδών εν νεφέλη κούφη εν τη σαρκικώς προφητευομένη κoύφη νεφέλη, ταις χερσί τότε των αποστόλων, κούφως ανεμιζομένη κατεφάνη (369C).

182. 369C-372A.

183. PG 99,720Β-729Β.

184. γ’, 724Β.

185. γ’, 724C-725A.

186. δ’, 725Α-728Α.

187. ε’, 728Α.

188. ε’, 728B-C.

189. στ’ 728D.

190. Αλλά τας νεφέλας διασχούσα και εις ουρανόν ανιούσα, και εις τα Άγια των αγίων εισιούσα εν φωνή αγαλλιάσεώς τε και εξομολογήσεως… (στ’,729 Α).

191. Εκδόθηκε από τον M. Jugie, «Homélies mariales byzantines», εν Ρ. Graffin, Patrologia Orientalis 16 (3), 1921, σσ. 457-462 (Oι εφεξής παραπομπές αφορούν στην έκδοση αυτή).

192. Ι, σ. 457 (22-24).

193. Αλλ’ ώσπερ τον ευαγγελισμόν της συλλήψεως συνετώς ησπάσατο, ούτως και τον της κοιμήσεως ασμένως κατεδέξατο [ΙΙ, σ. 458 (14-19)].

194. II, σ. 458 (20-26).

195. II, σ. 458 (27-30).

196. II, σ. 458 (36-39).

197. II,σσ. 458(40)-459 (7).

198. IV, σ. 460 (34-39).

199. IV,σσ. 460 (39)-461 (30).

200. V, σ. 461 (31-39).

201. V, σ. 462 (4-6).

202. PG 139,117B-164D. Οι επί των μαρτυριών του Ισιδώρου παραπομπές θα αφορούν, εφεξής, στην έκδοση αυτή.

203. Ει δε ουρανού κάλλος και αυγήν ηλίου φαιδράν ούτ’ εσίγησεν εωρακώς, και θαυμάσας ουχ ικανόν απέδωκε τη μεγαλουργία τον κρότον, και διά τούτο, έως αν ορά και άκων εκφέρει το θαύμα, πώς αν τη πολυυμνήτω μητρί του Θεού ουχ εκάστοτε πλέκειν δίκαιον είη τον ύμνον, ει και τις πολλάκις του τοιούδε χρέους εκτινύς έφθασε κέρματα; (A’,117B).

204. ΣΤ’, 125Β-128Α.

205. Χαίρε, λοιπόν, αγνείας ήλιε διαυγέστατε• χαίρε, αλάβαστρον ευωδίας αλήκτου πληρέστατον χαίρε ζωοπάροχε κήπε, της αθανασίας φύων καρπούς. Χαίρε, ότι και ασωμάτους φαιδρότερον εκστίλβεις τοιαύτά σοι κομίζοντας ευαγγέλια, ου μοι σαφής η πείρα διδάσκαλος (ΣΤ’, 125C-D).

206. Ζ’, 128Α-Β.

207. Η’, 128B-D.

208. Θ’, 128D-129A.

209. Ι’, 129B-C. Το κείμενο αφήνει να εννοηθεί ότι η Θεοτόκος ελεούσε τις δύο αυτές χήρες κατά τη διάρκεια της ζωής της.

210. ΙΑ’, 129D-131C/IB’, 131C-133A.

211. ΙΓ’, ΙΔ’, 133A-C.

212. Όπως προαναφέρθηκε, τα πρόσωπα των Διονυσίου, Ιεροθέου και Τιμοθέου αποτελούν το κέντρο μιας «αρεοπαγιτικής παραδόσεως» περί της Κοιμήσεως, συμφώνως προς την οποία τα τρία αυτά πρόσωπα εξαίρονται ως εκλεκτοί διδάσκαλοι της Εκκλησίας, χωρίς βεβαίως να αναφέρεται κάποιο στοιχείο περί ισοτιμίας τους με τους αποστόλους.

213. IE’,133D-136A.

214. ΙΣΤ’, 136Β-137Β.

215. ΙΖ’, 137B-C.

216. ΙΗ’-ΙΘ’, 137C-141D. Το εγκώμιο αυτό είναι εξαιρετικού περιεχομένου. Θα άξιζε κάποτε να διερευνηθεί το εάν παρόμοια κείμενα αποτελούν πρωτότυπες δημιουργίες των συγγραφέων ή εάν έχουν ένα πλαίσιο προηγούμενης λειτουργικής χρήσεώς τους, εάν δηλαδή απηχούν κάποια παλαιότερη υμνολογική παράδοση.

217. Κ’, 144Α-145Α.

218. ΚΓ’, 148C-149A.

219. ΚΔ’, 149A-C.

220. ΚΣΓ’, 152Β-153Β/ΚΖ’, 153B-D.

221. ΚΗ’, 153B-156D.

222. ΛΑ’, 157Β.

223. PG 140,1498C-1525D.

224. Την της Κοιμήσεως εορτήν, ην κατ’έθος πάλαι κρατήσαν, εν μιά δη τινι των ημερών, μέση του μηνός, πανηγυρίζομεν, νηστεία τας προ αυτής πρότερον αγνισθέντες… Αλλά τοι μίαν είναι την εορτήν, εφ’όλας μεριζομένην τας απ’αρχής του μηνός μέχρι της νυν διαφερόντως γε τιμωμένης, και δη της τελευταίας, τούτο δειν οίμαι, καν τω παρόντι βούλομαι νομοθετήσαι (1571B-C).

225. Μηνί τω αυτώ, ΙΕ’, Η Κοίμησις της υπερενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου (PG 117, 585Α). Ο συγγραφέας του Μηνολογίου στηρίζεται κατά βάσιν στις απόκρυφες πηγές (βλ. Αναστασίου, Εισόδια, σ. 62).

226. Μανουήλ Παλαιολόγου, Λόγος εις την πάνσεπτον κοίμησιν της υπεραγίας Θεοτόκου, 6,έκδ. M. Jugie, «Homélies mariales byzantines», εν P. Graffin, Patrologia Orientalis 16 (3), 1921, σ. 550 (ολόκληρο το κείμενο, σσ. 543-566).

227. Γεωργίου του Σχολαρίου, Ομιλία επί τη μεταστάσει της υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, εκδ. M. Jugie, «Homélies mariales byzantines», εν P. Graffin, Patrologia Orientalis 16 (3),1921, σ. 580 (15-28) [ολόκληρο το κείμενο, σσ. 570-587].

228. Επί τα μετάστασει της υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, όπ.π., σ. 570 (6-15).

Advertisements