assets_LARGE_t_420_46109549_type11491

Το ναυάγιο του ατμόπλοιου «Όρια» στο Γαϊδουρονήσι, μια τραγωδία στα σκοτεινά χρόνια της Κατοχής το Φεβρουάριο του 1944, η οποία είχε σχεδόν τριπλάσιο αριθμό θυμάτων σε σύγκριση με τον Τιτανικό, έχει μείνει ξεχασμένη στα συρτάρια της Ιστορίας.

Λίγοι γνωρίζουν ότι περισσότεροι από 4.000 Ιταλοί αιχμάλωτοι βρήκαν τραγικό θάνατο στο Σαρωνικό Κόλπο, όταν -σύμφωνα με την πιο αποδεκτή εκδοχή- το επιταγμένο από τους Γερμανούς ατμόπλοιο προσέκρουσε λόγω ναυτικού σφάλματος και κακοκαιρίας στη βραχονησίδα Γαϊδουρονήσι, γνωστή και ως νήσος Πάτροκλος, κοντά στο Σούνιο, ανατράπηκε και στη συνέχεια βυθίστηκε, αν και όχι πριν περάσουν σχεδόν δύο μερόνυχτα, παρασέρνοντας στον υγρό τάφο και την ιστορική λήθη μέχρι πριν από λίγα χρόνια, τους χιλιάδες άτυχους Ιταλούς στρατιώτες που βρίσκονταν στα αμπάρια του πλοίου.

«Από το 1996 είχα πληροφορίες για κάποιους ψαράδες που έπιαναν στα δίχτυα τους καραβάνες και άλλο πολεμικό υλικό από ένα άγνωστο ναυάγιο νοτιοανατολικά του Πάτροκλου και σε συνδυασμό με τις αναφορές ενός παλιού δύτη που είχε περιγράψει ένα τόπο συντριμμιών στην ίδια περιοχή, ξεκινήσαμε έρευνες το 1999», αναφέρει στον «Ε.Τ.» ο κ. Αριστοτέλης Ζερβούδης, επαγγελματίας αυτοδύτης και ιστορικός, ο οποίος εδώ και 10 περίπου χρόνια ακολουθεί το νήμα της τραγικής αυτής καταστροφής και συμπληρώνει: «Ακόμα και σήμερα μετά από μια δεκαετία ενασχόλησης με το ναυάγιο, την ταυτοποίησή του και δεκάδες καταδύσεις σε αυτό, είναι αδύνατον να συνειδητοποιήσω το μέγεθος της τραγωδίας, απλά ο αριθμός 4.115 νεκροί είναι εξωπραγματικός!»

Ο κ. Ζερβούδης δε μπορεί να μείνει ασυγκίνητος από την ανθρωπιστική διάσταση της καταστροφής και ελπίζει ότι σύντομα θα δικαιωθούν και οι οικογένειες των αδικοχαμένων αιχμαλώτων: «Εκτός από τη λύπη που αισθάνομαι για την ανείπωτη αυτή τραγωδία, θέλω να ικανοποιηθούν επιτέλους οι οικογένειες των αγνοουμένων, τα παιδιά τους, οι γυναίκες τους, οι οποίοι ακόμα περιμένουν τους δικούς τους να γυρίσουν και σε διαβεβαιώνω ότι είναι πολλοί».

Ο κ. Δημήτρης Γκαλών, ιστορικός μουσικολόγος και ερασιτέχνης αυτοδύτης, καταθέτει στον «Ε.Τ.» τα αποτελέσματα των ερευνών του μετά από κοπιώδη αναζήτηση στα αρχεία της εποχής: «Σύμφωνα με τις πρώτες γερμανικές καταγραφές σώθηκαν από το προσαραγμένο πλοίο, το οποίο συνέχισε να προσκρούει στα βράχια, ωθούμενο από τα κύματα και τον άνεμο, ο Νορβηγός καπετάνιος και 14 Γερμανοί στρατιώτες. Σύμφωνα με τις μετέπειτα ιταλικές πηγές σώθηκαν 21 Ιταλοί αιχμάλωτοι, 6 Γερμανοί στρατιώτες και ένας Έλληνας ναυτικός, μέλος του πληρώματος.

Οι 4.100 περίπου Ιταλοί αιχμάλωτοι, οι υπόλοιποι Γερμανοί στρατιώτες και το πλήρωμα του «Όρια», χάθηκαν για πάντα στα νερά του Αιγαίου. Για μήνες η θάλασσα ξέβραζε στις γύρω ακτές σώματα πνιγμένων. Ένα μέρος της ιταλικής στρατιάς των Δωδεκανήσων, η οποία παραδόθηκε στον γερμανικό στρατό μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, το φθινόπωρο του 1943, έμελλε να χαθεί τραγικά, αφήνοντας τα τελευταία της υπολείμματα στον ελληνικό βυθό».

 

Τι προκάλεσε το ναυάγιο;

Η καταχώρηση του πλοιάρχου Χάινριχ Ρόλμαν, της γερμανικής Ναυτικής Διοίκησης Αττικής στο Πολεμικό Ημερολόγιο της μονάδας, της 13ης Φεβρουαρίου 1944, την επαύριο δηλαδή του ναυαγίου, αναφέρει ότι «μία νηοπομπή αποτελούμενη από τα πλοία ΤΑ 16, ΤΑ 17, ΤΑ 19, και το ατμόπλοιο Όρια, με 4.000 περίπου Ιταλούς αιχμαλώτους από την Ρόδο, πέρασε το Σούνιο. Ενώ τα συνοδευτικά πλοία πάλευαν ενάντια στην καταιγίδα και στον δυνατό κυματισμό, το Όρια προσάραξε στο Γαϊδουρονήσι. Πολύ υψηλές ανθρώπινες απώλειες. Προς το παρόν δεν μπορεί να σταλεί βοήθεια, λόγω του ασυνήθιστου πολύ μεγάλου κυματισμού».

Ο μεγάλος αριθμός των θυμάτων, αλλά και η φύση του ναυαγίου, ανάγκασαν τη γερμανική στρατιωτική διοίκηση να πραγματοποιήσει ανακρίσεις, ώστε να εξεταστούν τα αίτια της πολύνεκρης καταστροφής. Το πόρισμα κατέληξε ότι υπεύθυνες ήταν οι κακές καιρικές συνθήκες, αλλά και η λανθασμένη εκτίμηση του Μπιάρνε Ρασμούσεν, Νορβηγού καπετάνιου του πλοίου, καθώς και η αδυναμία άμεσης αποστολής ναυαγοσωστικών σκαφών, τα οποία θα μπορούσαν να απεγκλωβίσουν κάποιους από τους επιζώντες που βρίσκονταν στα «σωθικά» του αναποδογυρισμένου «΄Ορια».

Μια άλλη εκδοχή, η οποία όμως δεν επιβεβαιώνεται από ανεξάρτητες πηγές, αναφέρει πως το πλοίο είτε προσέκρουσε σε νάρκη που είχε ξεφύγει από το αγκυροβόλιό της, είτε χτυπήθηκε από τορπίλη υποβρυχίου. «Πιστεύω πως δεν υπήρξε δόλος από την πλευρά του γερμανικού στρατού κατοχής σε σχέση με το γεγονός αυτό, το οποίο αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο, από αριθμό θυμάτων, ναυτικό δράμα των ελληνικών θαλασσών.

Η έντονη έλλειψη πρώτων υλών, και η με το γεγονός αυτό συνδεδεμένη έλλειψη πλοίων, οδήγησε τον γερμανικό στρατό κατοχής να χρησιμοποιήσει, τα μόνα πλοία που διέθετε στο ελληνικό αρχιπέλαγος, λίγα επιταγμένα παλιά φορτηγά ατμόπλοια, τα οποία με λίγες κατασκευαστικές αλλαγές είχε μετατρέψει σε μεταγωγικά στρατού. Πολλά από τα πλοία αυτά βυθίστηκαν, φορτωμένα με Ιταλούς αιχμαλώτους, από αεροπορικές ή υποβρυχιακές επιθέσεις του βρετανικού στρατού, ενώ ήταν εν πλω προς τον Πειραιά.

Στην περίπτωση του «Όρια» η προσομοίωση της καταστροφής, στηριγμένη στα γεγονότα, είναι σχεδόν αδύνατη λόγω της έλλειψης μαρτυριών και ανεξάρτητων πηγών. Τα μόνα που έχουμε στην διάθεση μας, για μια ελάχιστη ανασύσταση του τραγικού αυτού γεγονότος, είναι τα στοιχεία των γερμανικών αρχείων, λίγα στοιχεία των ιταλικών αρχείων, και όσων έχουν αναφερθεί κατά διαστήματα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης για την βύθισή του. Αυτό που κυρίως όμως λείπει, είναι οι τόσο πολύτιμες μαρτυρίες των ελάχιστων αυτοπτών μαρτύρων που γλίτωσαν από την καταστροφή», εξηγεί ο κ. Γκαλών.

Την τραγικότητα της καταστροφής επιτείνει το γεγονός ότι το αναποδογυρισμένο πλοίο δε βούλιαξε αμέσως, παρατείνοντας έτσι την αγωνία όσων βρίσκονταν σε αυτό, καθώς κάθε λεπτό που περνούσε μαρτυρικά, μειωνόταν ο αέρας στα αμπάρια που κατακλύζονταν από τα νερά της θάλασσας. Κάποια από τα προσωπικά είδη των στρατιωτών που εντοπίστηκαν στα δίχτυα ψαράδων τα επόμενα χρόνια, βρέθηκαν να έχουν πάνω τους χαραγμένα τα ονόματά τους, αλλά και τα τελευταία μηνύματα προς τις οικογένειές τους, καθώς έβλεπαν το τέλος τους να πλησιάζει.

 

Μετά τον πόλεμο

Στη βασανισμένη από την Κατοχή και τον Εμφύλιο Πόλεμο Ελλάδα, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1950 έβρισκε κανείς σχεδόν παντού συντρίμμια και πολεμικό υλικό, τα οποία μπορούσαν να πουληθούν ως παλιοσίδερα στα χαλυβουργεία. Αυτή δυστυχώς ήταν και η μοίρα του «Όρια», παρά το ότι με τα σημερινά δεδομένα θεωρείται υγρός τάφος και μνημείο 4.000 ανθρώπων και οφείλει να μείνει ανέγγιχτος, ως ελάχιστος φόρος τιμής στη μνήμη τους.

Ο κ. Ζερβούδης σημειώνει χαρακτηριστικά ότι «σύμφωνα με τα στοιχεία που διαθέτω, το διάστημα από το 1951 έως το 1953 δύτες ελληνικού συνεργείου ναυαγιαιρέσεων «έκοψαν» το καράβι για σκραπ, δηλαδή παλιοσίδερα και βρήκαν πάρα πολλά αντικείμενα και οστά, τα οποία όσα μπόρεσαν τα παρέδωσαν σε Ιταλούς αξιωματούχους οι οποίοι άλλα τα έθαψαν στην παραλία και άλλα τα έστειλαν στην Ιταλία.

Ακόμα και σήμερα, στην έδρα των συνεργείων, θυμούνται τις ιστορίες για το πλοίο με τους χιλιάδες πνιγμένους στα αμπάρια του και μάλιστα υπήρχαν και φωτογραφίες από τα σίδερα που έβγαλαν στην επιφάνεια, οι οποίες δυστυχώς χάθηκαν με το πέρασμα του χρόνου».

 

Σήμερα

Πολλοί ερασιτέχνες αυτοδύτες επισκέπτονται σήμερα τα υπολείμματα του ναυαγίου, αν και δε θα δουν τίποτα περισσότερο από κάποια στραβωμένα δοκάρια, βαρέλια από το φορτίο του πλοίου και κόκαλα σπαρμένα εδώ κι εκεί, βουβοί μάρτυρες της τραγωδίας που χτύπησε τόσες χιλιάδες ανθρώπων. Αν και οι περισσότεροι καταδύονται με σεβασμό και έχοντας επίγνωση της τραγωδίας, υπάρχουν δυστυχώς και κάποιοι επιτήδειοι, οι οποίοι αφαιρούν καραβάνες, παγούρια και άλλα είδη που βρίσκονται διασπαρμένα στο βυθό για να στολίσουν τις βιβλιοθήκες τους, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι η πράξη τους είναι παράνομη, αλλά και ηθικά κατακριτέα.

Πηγή: ΑΤΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ

Advertisements