Από Άρδην-Ρήξη

Merkel_Scheuble1

Tου Βασίλη Στοϊλόπουλου από τη Ρήξη φ. 112

Οι προειδοποιήσεις για μια υπό διαμόρφωση «γερμανική Ευρώπη», που θα ανατρέψει ισορροπίες δεκαετιών στη Γηραιά Ήπειρο, ή ακόμα και ο φόβος για την ανάδυση ενός 4ου Ράιχ, αποτελούν εδώ και μερικά χρόνια αντικείμενο ενδελεχούς διαλόγου σε πανεπιστημιακές αίθουσες και σε δημοσιογραφικά γραφεία, σε λέσχες πολιτικών συζητήσεων, αλλά και σε ευρωπαϊκά κοινοβούλια. Αναμφίβολα, ο τρόπος που η καγκελάριος Μέρκελ αντιμετώπισε τελευταία το ουκρανικό ζήτημα στη συνδιάσκεψη του Μινσκ και την ελληνική κρίση χρέους στις Βρυξέλλες, έδειξε για μια ακόμα φορά ποια δύναμη κατευθύνει πλέον την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αυτό όμως που δεν έγινε ακόμα θέμα ευρύτερης συζήτησης είναι ότι η οικονομική υπερδύναμη, που εδρεύει στο Βερολίνο, τελικά εδραιώνεται στις Βρυξέλλες, όπου τα τελευταία χρόνια, σχεδόν ανεπαισθήτως, έγιναν καθοριστικές αλλαγές, χωρίς να τις αντιληφθεί η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Για τον προσεκτικό παρατηρητή είναι πλέον σαφές ότι, στα ιερατεία των Βρυξελλών, όπου σταδιακά παραδίδεται εθνική κυριαρχία, «σκέπτονται και ενεργούν γερμανικά», σύμφωνα με «γερμανικούς κανόνες και γερμανικά μοντέλα άσκησης εξουσίας». Σχεδόν όλες οι σημαντικές, στρατηγικές θέσεις, είναι πλέον σε γερμανικά χέρια, ή ανθρώπων που βρίσκονται υπό γερμανική επιρροή (π.χ. ο πρόεδρος του Γιούρογκρουπ). Γι’ αυτό και δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο Εκόνομιστ αναφέρεται σε «Τευτονική Ένωση» και η Λιμπερασιόν ειρωνεύεται τη Μέρκελ, ότι μόνη της καθορίζει το βρυξελλιώτικο κάστινγκ. Ακόμη όμως και τα πόστα που δεν κατέχονται από Γερμανούς, είναι συνδεδεμένα μ’ ένα τέτοιο διαχειριστικό πλαίσιο, που αντικειμενικά μετατρέπονται σε «πιόνι του σκακιού», που ενεργούν υπέρ της «γερμανικής Ευρώπης». Οι όποιες αντιδράσεις, όπως αυτή του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Γιουνκέρ, που στην αρχή της θητείας του προσπάθησε να δώσει το δικό του πολιτικό ύφος, τουλάχιστον στα οικονομικά ζητήματα της ευρωζώνης, εξουδετερώνονται συστηματικά και οι αμφισβητίες περιορίζονται, αργά ή γρήγορα.

Το πόσο σοβαρά είναι τα πράγματα φαίνεται από τα παρακάτω παραδείγματα: Κατά γενική ομολογία, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο χωρίς τη Μέρκελ ή ενάντιά της δεν κινείται τίποτα και όλοι πλέον περιμένουν υπομονετικά τι θα πουν οι Γερμανοί, με τον πρόεδρο του Συμβουλίου να κατέχει ρόλο κομπάρσου, όπως ήταν ο Ρομπάι. Ο διάδοχος του, ο Πολωνός Τουσκ –επιλογή της Μέρκελ– παρότι δείχνει να θέλει να παίξει κάποιο ρόλο σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, δεν σκοπεύει να αντιπαρατεθεί μαζί της. Πολύ περισσότερο που γενικός γραμματέας του Συμβουλίου είναι Γερμανός (Γ. Κορσέπιους) –με πολυετή θητεία στη γερμανική καγκελαρία– ο οποίος, όπως φάνηκε στον χειρισμό της επιβολής της λιτότητας στην ευρωζώνη, την περίοδο που υπήρχε μεγάλη αντίδραση γι’ αυτό, δείχνει ότι τα σημαντικά θέματα της ευρωζώνης τα διαχειρίζεται από την οπτική γωνία των γερμανικών συμφερόντων.

Στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η γερμανική παρουσία είναι κυρίαρχη, ιδιαίτερα στα θεσμικά και νομοπαρασκευαστικά όργανα. Η συντριπτική πλειοψηφία των συμβούλων του Γιουνκέρ είναι Γερμανοί, όταν παλιότερα κυριαρχούσαν Γάλλοι. Οι Γερμανοί, εκτός από τον επίτροπο Ότινγκερ, κατέχουν και πέντε θέσεις αναπληρωτών επιτρόπων, μεταξύ των οποίων και στα στρατηγικά χαρτοφυλάκια της οικονομίας και των εξωτερικών υποθέσεων.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρείται «Κοινοβούλιο των Γερμανών», καθώς, εκτός από το –δικαιωματικά- μεγαλύτερο αριθμό βουλευτών, κατέχουν και τα σημαντικότερα πόστα: τον πρόεδρο του κοινοβουλίου (Σουλτς/SPD) και τον γενικό γραμματέα (Βέλλε/CDU). Πρόεδρος της μεγαλύτερης και σημαντικότερης κοινοβουλευτικής ομάδας, αυτής του Λαϊκού Κόμματος, είναι Γερμανός (Βέμπερ/CSU). Ακόμα και στους Σοσιαλδημοκράτες, που τυπικά ηγείται ο Ιταλός Πιτέλα, στην πράξη είναι ο Σουλτς αυτός που με τις συνεχείς παρεμβάσεις του ουσιαστικά εγγυάται και στις Βρυξέλλες τη γερμανική «Μεγάλη Συμμαχία» CDU- CSU- SPD. Επιπλέον, στις πέντε από τις είκοσι νομοπαρασκευαστικές επιτροπές του κοινοβουλίου ηγούνται Γερμανοί.

Και οι τρεις βασικοί θεσμοί που δημιουργήθηκαν για την επίλυση της οικονομικής κρίσης στην ευρωζώνη διοικούνται από Γερμανούς, οι οποίοι ελέγχουν την πολιτική ανάπτυξη που ευαγγελίζεται ο Γιουνκέρ, αλλά και επιβάλλουν την πειθαρχία και την υπακοή σε όσους δυσφορούν για τη λιτότητα. Πρόκειται για την Τράπεζα Ευρωπαϊκών Επενδύσεων, το Μηχανισμό Ευρωπαϊκής Σταθερότητας (ESM) και τον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης (SRM). Εξαίρεση αποτελεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία δημιουργήθηκε στα πρότυπα της ανεξαρτησίας της Μπούντεσμπανκ, γι’ αυτό και είναι δύσκολο να ελεγχτεί. Παρ’ όλα αυτά όμως ο πρόεδρός της Ντράγκι λαμβάνει πάντα υπόψη του τις γερμανικές ευαισθησίες και ιδιαίτερα αυτές της Μπούντεσμπανκ, κάτι που έγινε και πάλι αντιληπτό όταν τελευταία ο Ντράγκι αρνήθηκε να συναινέσει στην εκταμίευση των κερδών από τα ελληνικά ομόλογα, προκειμένου να υπάρξει κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της Ελλάδας, αν προηγουμένως δεν ληφθούν μέτρα και δεν γίνει αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος.

Όλα αυτά ασφαλώς αφήνουν το ανεξίτηλο στίγμα τους στους ευρωπαϊκούς κανονισμούς, στις οδηγίες και τις αποφάσεις, που τα τελευταία χρόνια έχουν σαφέστατα γερμανικό άρωμα. Από τη συνθήκη της Λισσαβώνας μέχρι τις οδηγίες για τη διαχείριση των αποβλήτων, από τη νομισματική και την τραπεζική ένωση έως την προστασία προσωπικών δεδομένων και τη μεταναστευτική πολιτική, όλα βασίζονται σε γερμανικές προδιαγραφές, παρότι –για ευνόητους λόγους– αυτό κρύβεται επιμελώς. Ενδεικτικό παράδειγμα η λεγόμενη «οικονομική διακυβέρνηση» της ευρωζώνης που αποτελεί άλλη μια σημαντική, γερμανική επιτυχία, που όχι μόνο υποχρέωσε παλαιότερα τον πρόεδρο Ολάντ και τώρα τον Έλληνα πρωθυπουργό να αθετήσουν γρήγορα πολλές από τις προεκλογικές τους υποσχέσεις, λόγω των ελλειμμάτων στις χώρες τους, αλλά και η ίδια να παίρνει «απαλλακτικά πιστοποιητικά» για δικές της παρανομίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το δυσθεώρητο –για πέμπτη συνεχή χρονιά– πλεόνασμα της Γερμανίας στο εμπορικό της ισοζύγιο (217 δισεκατομμύρια το 2014), που εν πολλοίς ευθύνεται και για την κρίση στην Ευρώπη. Το συνεχιζόμενο επί μια πενταετία πλεόνασμα συνιστά γερμανική παρανομία, η οποία όμως παραμένει χωρίς επιπτώσεις, σε αντίθεση με χώρες που έχουν ελλείμματα και χρέη και καταδικάζονται είτε στη φτωχοποίηση, όπως η Ελλάδα, είτε σε γερμανική πολιτική ομηρία (Γαλλία, Βέλγιο, Ιταλία).

Η πολύπλοκη γραφειοκρατία των Βρυξελλών, από τους υπηρεσιακούς παράγοντες μέχρι και τον πρόεδρο της Επιτροπής, ακολουθεί τον γερμανικό βηματισμό χωρίς να απαιτούνται πλέον προκλητικές παρεμβάσεις ή μηχανορραφίες της Μέρκελ, η οποία, όπως παραδέχεται και ο Γιουνκέρ, δεν είναι πλέον η «σιδηρά καγκελάριος» του παρελθόντος. Σήμερα, η έννοια του «μερκιαβελλισμού», που εισήγαγε ο Ούρλιχ Μπεκ, έπαψε να ισχύει, καθώς η γερμανική στρατηγική και τα γερμανικά συμφέροντα έχουν ενσωματωθεί πλέον στο ευρωπαϊκό DNA και καθορίζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό το πολιτικό γίγνεσθαι στους θεσμούς, στις δομές, αλλά και στους δαιδαλώδεις διαδρόμους της διαπλοκής των Βρυξελλών.

Πέρα όμως από τα πρόσωπα που στελεχώνουν τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, είναι σαφές ότι η «γερμανική Ευρώπη» στηρίζεται σε κανόνες της νεοφιλελεύθερης αγοράς που τελικά ευνοούν καταφανώς τη γερμανική οικονομία (και ορισμένους από τους δορυφόρους της) και καταδικάζουν σχεδόν την υπόλοιπη Ευρώπη σε παρατεταμένη ύφεση, σε χρέη και σε πολιτική αστάθεια. Αυτή η εμμονή όμως στο γερμανικό, επιθετικό εθνικό συμφέρον, όταν η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη είναι το ζητούμενο, πιθανότατα να αναδειχτεί σε μοιραίο λάθος της γερμανικής ηγεμονίας, που αργά ή γρήγορα θα αμφισβητηθεί εμπράκτως από τους ευρωπαϊκούς λαούς, με πρώτο τον ελληνικό, εφόσον αυτός δεν θα έχει ήδη οδηγηθεί στην καταστροφή. Σύμφωνα με τον Σόιμπλε, «η διακυβέρνηση είναι ένα ραντεβού με την πραγματικότητα», η οποία συχνά δεν έχει καμία ομοιότητα με τις ιδεοληψίες, τις ψευδαισθήσεις και τα όνειρα. Αυτό όμως δεν ισχύει μόνο για την ελληνική κυβέρνηση, αλλά και για τη γερμανική, η οποία μπορεί να αισθάνεται ισχυρή όσο ποτέ άλλοτε στη μεταπολεμική περίοδο, όμως εξακολουθεί να είναι και ευάλωτη, όπως εύθραυστος είναι και ο Μεγάλος Συνασπισμός σε Βερολίνο και Βρυξέλλες, όσο και αν η Γερμανία προσπαθεί, καταλαμβάνοντας θεσμικά τις Βρυξέλλες, να αποφεύγει τα γνωστά λάθη της έλλειψης μέτρου και των αντιφάσεων του παρελθόντος.

Υ. Γ.: Δεν πρέπει να παραβλέπεται και η δράση των γερμανικών λόμπι στις Βρυξέλλες, όπου εκπροσωπούνται συνολικά 876 γερμανικές ομάδες συμφερόντων, από τις συνολικά 7.727 που έχουν καταγραφεί. Από τις είκοσι πέντε μεγαλύτερες επιχειρήσεις που επενδύουν σε εργασίες λόμπι στις Βρυξέλλες οι επτά προέρχονται από τη Γερμανία: Ζίμενς, Μπάγερ, E.ON, RWE, Εβόνικ, Ντέμλερ αλλά και η Ντόιτσε Μπάνκ, η οποία στα σοβαρά ισχυρίζεται ότι «η εκπροσώπηση της Ντόιτσε Μπάνκ στις Βρυξέλλες λειτουργεί σαν σύνδεσμος της τράπεζας με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς για διευκόλυνση του διαλόγου με τους πολιτικούς»! Συνολικά, οι επτά αυτές εταιρείες επένδυσαν πέρυσι πάνω από 20 εκατομμύρια ευρώ για επηρεασμό των ευρωπαϊκών αποφάσεων, συνήθως με αδιαφανείς τρόπους, όπως καταγράφεται σε έκθεση της ΜΚΟ “Alter-EU”, καθώς οι Γερμανοί λομπίστες πολύ συχνά –πέρα από τα δικά τους συμφέροντα– λειτουργούν υποστηρικτικά στις επιδιώξεις της γερμανικής κυβέρνησης, προωθώντας ακόμη και έτοιμα νομοσχέδια ή επηρεάζοντας καθοριστικά τον τρόπο επιλογής των διαφόρων επιτροπών.

Πηγές:

  • Eric Bonse, ”Europa tickt deutsch”, «Blaetter», 3ος/2015.
  • RΤ,“Wirtschaftslobbyismus. Deutschland – Europameister im Wirtschaftslobbyismus”, 14-2-2015.
Advertisements