20-21-1--7-thumb-large

 

ΤΟΥ ΑΝΤΡΟΥ ΠΑΥΛΙΔΗ

Ο πρόξενος της Ελλάδος στην Κύπρο Γ. Σ. Μενάρδος κατήρτισε, το 1866, μητρώο Ελλήνων υπηκόων της Κύπρου, από τους οποίους μερικοί ήσαν παλαιοί εθελοντές αγωνιστές στην Ελληνική Επανάσταση.

ΣΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ
Βρέθηκαν και πολέμησαν
εθελοντές Κύπριοι αγωνιστές

ΠΕΝΗΤΕΣ ρακένδυτοι, δυστυχούντες, έχοντας αρκετοί από αυτούς και πολυμελείς οικογένειες για να συντηρήσουν, περιφερόμενοι σε διάφορα μέρη του νεοϊδρυθέντος μικρού ελληνικού κράτους, με τις πληγές τους παράσημα που είχαν προστεθεί σε αριστεία ανδρείας τα οποία κερδήθηκαν με αίμα, έζησαν το υπόλοιπο της ζωής τους αθόρυβα και ήσυχα πολλοί Κύπριοι εθελοντές που, μετά το τέλος της επανάστασης, παρέμειναν στην Ελλάδα για την απελευθέρωση της οποίας είχαν αγωνιστεί και οι ίδιοι. Όταν πέρασαν αρκετά χρόνια, πολλοί από αυτούς, γέροντες πλέον, έσπευσαν να υποβάλουν στις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους τα πιστοποιητικά των αγώνων τους, υπογραμμένα από διάφορους γνωστούς οπλαρχηγούς, υπό τις διαταγές των οποίων είχαν πολεμήσει, προκειμένου να τους δοθεί κάποια πενιχρή σύνταξη. Χάρη σ’ αυτά τα πιστοποιητικά, που διασώθηκαν στα ελληνικά κρατικά αρχεία, γνωρίζουμε σήμερα τα ονόματα και τη δράση αρκετών Κυπρίων εθελοντών αγωνιστών στην Ελληνική Επανάσταση.
Μερικούς άλλους τους γνωρίζουμε από διάφορες άλλες πηγές και μαρτυρίες. Σ’ αυτούς περιλαμβάνονται και αγωνιστές που, μετά το τέλος της Ελληνικής Επανάστασης, επέστρεψαν στην Κύπρο και πέρασαν τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τους στα χωριά τους, έχοντας όμως αποκτήσει πλέον την ελληνική υπηκοότητα. Ο πρόξενος της Ελλάδος στην Κύπρο Γ. Σ. Μενάρδος κατήρτισε, το 1866, μητρώο Ελλήνων υπηκόων της Κύπρου, από τους οποίους μερικοί ήσαν παλαιοί εθελοντές αγωνιστές στην Ελληνική Επανάσταση. Έτσι, γνωρίζουμε τα ονόματα λίγων ακόμη Κυπρίων αγωνιστών. Ωστόσο πολλοί άλλοι Κύπριοι εθελοντές στον τιτάνιο αγώνα για την ελευθερία της Ελλάδος παραμένουν αφανείς και άγνωστοι ήρωες. Είτε παρέμειναν στην απελευθερωμένη Ελλάδα και τα ονόματά τους δεν διασώθηκαν είτε έζησαν μέχρι τέλους του βίου τους σε άλλες χώρες είτε επέστρεψαν αργότερα στην Κύπρο χωρίς να διαλαλήσουν τη συμμετοχή τους στην επανάσταση, φοβούμενοι τις συνέπειες. Αυτοί παραμένουν άγνωστοι, μαζί με τις χιλιάδες ανώνυμων ηρώων του ελληνικού λαού, στον οποίο πρώτιστα ανήκουν οι δάφνες του ’21.
Είναι, λοιπόν, αδύνατο να υπολογισθεί με ακρίβεια ο αριθμός των Κυπρίων εθελοντών στην Ελληνική Επανάσταση. Οι επώνυμοι ή γνωστοί από τις διάφορες πηγές αγωνιστές από την Κύπρο ξεπερνούν τους 90. Εάν λάβουμε υπόψη ότι οι περισσότεροι από όσους επέστρεψαν στη μη ελεύθερη πατρίδα τους φρόντισαν να κρύψουν την αγωνιστική τους δράση στην Ελλάδα, πολλών δε άλλων τα ονόματα δεν σώθηκαν επειδή παρέμειναν φτωχοί και άσημοι, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι οι Κύπριοι που πήραν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση αριθμούσαν αρκετές εκατοντάδες.
Δεν πήγαν όλοι μαζί από την Κύπρο στην επαναστατημένη Ελλάδα, ούτε και είχαν καταταγεί όλοι την ίδια εποχή. Μερικοί ζούσαν ήδη από πριν στην Ελλάδα (άλλοι ήσαν μεταξύ εκείνων που κατόρθωσαν να διαφύγουν από την Κύπρο και να σωθούν από τις εκτεταμένες σφαγές του Ιουλίου 1821, οπότε πήγαν στην Ελλάδα και κατετάγησαν), άλλοι πήγαν στην Ελλάδα μετά το 1821, στα χρόνια κατά τα οποία η επανάσταση συνεχιζόταν. Οι Κύπριοι αγωνιστές πολέμησαν στη στεριά και στη θάλασσα και ήσαν παρόντες στις κυριότερες και μεγαλύτερες συγκρούσεις, υπηρετώντας υπό τις διαταγές γνωστών οπλαρχηγών όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης, ο Νικηταράς, ο Υψηλάντης, ο Κανάρης, ο Καραϊσκάκης, ο Τζαβέλας και άλλοι. Ακόμη, βρέθηκαν και σε συγκρούσεις όπου εγράφησαν, με αίμα, ολόκληρα έπη, όπως η μακρά αντίσταση του Μεσολογγίου. Κάποιοι από τους Κυπρίους εθελοντές υπήρξαν αξιωματικοί και υπαξιωματικοί και πολλοί τιμήθηκαν με μετάλλια και πιστοποιητικά ανδρείας.
Φαίνεται, ακόμη, ότι κατά τη διάρκεια της επανάστασης είχε δημιουργηθεί για κάποιο διάστημα και ξεχωριστός λόχος Κυπρίων αγωνιστών, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι υπήρχε ξεχωριστή πολεμική σημαία Κυπρίων. Το λάβαρο αυτό σώθηκε και φυλάσσεται σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο στην Αθήνα. Είναι λευκού χρώματος, με μεγάλο γαλάζιο σταυρό στη μέση (στο επάνω εσωτερικό λευκό τετράγωνο (ένα από τα 4 που δημιουργεί ο σταυρός) αναγράφεται με κεφαλαία γράμματα η φράση: ΣΗΜΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΙ ΠΑΤΡΗΣ ΚΗΠΡΟΥ. Το λάβαρο των Κυπρίων ήταν στερεωμένο σε ελαφρύ ξύλινο ιστό που στο επάνω μέρος του έφερε σιδερένιο σταυρό, ο οποίος κατέληγε σε λόγχη (έτσι, ο σημαιοφόρος μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει και ως όπλο).

Έξι Κύπριοι σε καταλόγους Υδραίων αγωνιστών
ΣΤΟ ΑΡΧΕΙΟΝ Κοινότητος Ύδρας απαντώνται στους καταλόγους αγωνιστών του νησιού αυτού και 6 Κύπριοι, μεταξύ των Υδραίων που πολέμησαν υπό τον Μακρυγιάνη, τον Δημήτριον Καλλέργη και τους Αθανάσιον και Νικόλαον Εμ. Παπάν. Ήσαν οι ακόλουθοι: Κυριάκος Κυπραίος, τζαούσης (=υπαξιωματικός), Σάββας Κυπραίος, Νικόλαος Βελάς Κυπραίος, Σίμων Κυπριώτης, Ιωάννης Κυπριώτης και Ιωάννης Κυπραίος τζαούσης.
Φαίνεται ότι μάλλον οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μέλη κυπριακών οικογενειών (κυρίως εμπόρων και ναυτικών) μόνιμα εγκατεστημένων στην ‘Υδρα, που συμμετείχαν σε σώματα Υδραίων. Παρόμοια, και άλλοι Κύπριοι εγκατεστημένοι σε διάφορα άλλα μέρη της Ελλάδος είχαν καταταγεί σε μονάδες που συγκροτήθηκαν στα μέρη στα οποία κατοικούσαν. Όπως για παράδειγμα ο αγωνιστής Κωνσταντίνος Κυπριώτης που μαρτυρείται από τα σχετικά πιστοποιητικά του ότι κατοικούσε, πριν από την επανάσταση, στα Ψαρά, πατρίδα του θρυλικού πυρπολητή Κωνσταντίνου Κανάρη. Ο αγωνιστής αυτός υπηρέτησε σε καράβια Ψαριανών που πήραν μέρος σε διάφορες συγκρούσεις, περιλαμβανομένου και του πυρπολικού του ιδίου του Κωνσταντίνου Κανάρη, πνίγηκε δε στη θάλασσα κατά τη διάρκεια μιας ναυτικής επιχείρησης. Στο πυρπολικό του Κανάρη υπηρέτησε και ο γιος του Κυπρίου αυτού αγωνιστή, ο Γεώργιος Κωνσταντίνου Κυπριώτης, ο οποίος πνίγηκε επίσης κατά τη διάρκεια άλλης ναυτικής επιχείρησης. Σώζονται, και για τους δύο, σχετικά πιστοποιητικά υπογραμμένα από τον ίδιο τον Κωνσταντίνο Κανάρη, εκδομένα το 1865 προς την οικογένειά τους.

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΟΠΛΑΡΧΗΓΩΝ
Αγγελής ο Κύπριος: Παντού καί πάντοτε έδειξεν ανδρείαν

Τα διάφορα πιστοποιητικά που εξεδόθησαν για Κυπρίους αγωνιστές και εδόθησαν στους ιδίους ή στους κληρονόμους τους από διάφορους αρχηγούς της επανάστασης, είναι τα περισσότερα γραμμένα μετά το 1844 και κυρίως μετά το 1864. Διότι με ψήφισμα της ελληνικής Εθνοσυνελεύσεως το 1844 και ιδίως με δεύτερο το 1864, είχαν συσταθεί επιτροπές για μελέτη σχετικών αποδεικτικών ώστε να παραχωρείται σύνταξη σε αγωνιστές ή στις οικογένειές τους. Τότε ήταν που έσπευσαν και πολλοί Κύπριοι ή μέλη των οικογενειών τους να εξασφαλίσουν και υποβάλουν πιστοποιητικά περί της συμμετοχής τους στον αγώνα. Αλλά ώς τότε ασφαλώς αρκετοί αγωνιστές θα είχαν ήδη πεθάνει ή φύγει από την Ελλάδα ή άλλοι δεν ενδιαφέρθηκαν ή και δεν μπόρεσαν να βρουν τους παλαιούς οπλαρχηγούς τους για να εξασφαλίσουν την υπογραφή τους. Συνεπώς, αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για να υποστηρίξουμε ότι οι Κύπριοι εθελοντές στην Ελληνική Επανάσταση ήσαν πολύ περισσότεροι από όσους μαρτυρούνται στις πηγές.
Ένας από τους Κύπριους αγωνιστές που εξασφάλισαν πιστοποιητικό για την προσφορά τους στην Ελληνική Επανάσταση ήταν ο Αγγελής ο Κύπριος. Στο σχετικό πιστοποιητικό αναφέρονται τα ακόλουθα:

Πιστοποιητικόν 574
Οι υποφαινόμενοι, τιμίως καί ευσυνειδήτως, διά τού παρόντος πιστοποιητικού πιστοποιούμεν ότι ο φέρων αυτό Αγγελής Κύπριος ονομαζόμενος απ’ αρχής τού υπέρ ανεξαρτησίας ιερού ημών αγώνος εις χείρας λαβών τά όπλα καί στρατιώτης τού ιερού λόχου καταταχθείς διέμεινεν εν αυτώ καί υπό τόν Υψηλάντην μέχρι τής καταστροφής του καί υπ’ άλλου από τό έτος 1821 μέχρι τού 1823. Από δέ τό έτος 1823 μέχρι τού 1825 υπηρέτησεν εις τά τότε πεζικά τάγματα καί έκτοτε διαρκώς εις αυτά εξηκολούθει νά υπηρετεί μέχρι τού έτους 1833, κατά τό οποίον καταχθείς εις τό πυροβολικόν υπηρέτησεν εις τό Σώμα τούτο ως επιλοχίας μέχρι τού έτους 1858, κατά τό οποίον μέ βαθμόν ανθυπασπιστού ετέθη υπό σύνταξιν εις ήν καί μένει ως τοιούτος. Ότι εις διαφόρους καί σχεδόν τάς πλείστας επιστημοτέρας και κινδυνεστέρας κατά τών εχθρών παρευρέθη μάχας, ως εκτός τής τού ιερού λόχου ως τήν εκστρατείαν τού Πέτα, εις τό Ναύπλιον, Νεόκαστρον και Ναυαρίνον, Αθηνών, Χαϊδάρι, εις τήν Κρήτην, εις τήν Χίον μέ τόν Φαβιέ εις Κάρυστον καί αλλαχού. Παντού καί πάντοτε έδειξεν ανδρείαν, καρτερίαν καί υπακοήν εις τούς ανωτέρους του καί ότι καί πληγήν εν τώ σώματί του φέρει, η ουλή τής οποίας αναφαίνεται. ‘Οθεν καί ταύτα γνωστά διά τών Μητρώων απεδεικνύοντο καί παρ’ ημίν επιβεβαιούμενα καί κατ’ αίτησίν του αφιέμεθα αυτώ τό παρόν διά νά τού χρησιμεύση όθεν δεί καί διά τά περαιτέρω καί εις ένδειξιν υπογράφωμεν.
‘Εν Αθήναις τήν 11ην Αυγούστου 1861.
Οι πιστοποιούντες Σ. Γ. Σονιέρος υποστράτηγος/Τ. Λαζαρέττου/Δ. Κουτσογιαννόπουλος/Ζ. Χαρμόλαος.

Γενάρχης οικογένειας αγωνιστών
Ο Αντώνιος Ιακώβου Λοΐζου πήγε στην Ελλάδα από την Κύπρο σε ηλικία 20 χρόνων και υπηρέτησε υπό τον Φαβιέρο (πληγώθηκε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Ακροπόλεως – Αθήνα), ήταν πατέρας του Σώζου Αντωνίου, που πολέμησε ως εθελοντής στην Κρήτη κατά την κρητική εξέγερση του 1866 και παππούς του δημάρχου Λεμεσού Χριστοδούλου Σώζου που αγωνίστηκε στους Βαλκανικούς Πολέμους και σκοτώθηκε στο Μπιζάνι στις 6 Οκτωβρίου 1912. Ο Χρίστος Παπανικολάου Λειβαδίτης πήγε στην Ελλάδα από το 1819, από δε την αρχή της επανάστασης, το 1821, και για 10 χρόνια υπηρέτησε στον αγώνα στη θάλασσα, ως ναυτικός. Ο Θεοχάρης Τρίψιμος υπηρέτησε σε ομάδα ευζώνων. Ο Κυριάκος Χρήστου πήγε από την Κύπρο στην Ελλάδα το 1825 και υπηρέτησε για 11 χρόνια στον τακτικό στρατό. Ο Μάρκος Ιερώνυμος πήγε στην Ελλάδα το 1824 και πήρε μέρος στον αγώνα στη θάλασσα, ως ναυτικός, υπηρετώντας μέχρι τέλους του αγώνα.

Ο μαρτυρικός θάνατος του επισκόπου Φιλοθέου

Μαρτυρικό θάνατο βρήκε ο Κύπριος ιεράρχης, ο επίσκοπος (στην Αρκαδία της Πελοποννήσου) Φιλόθεος. Ο Φιλόθεος Χατζής, όπως ονομαζόταν, γεννήθηκε στην Κύπρο σε άγνωστο χρόνο και σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη. Στο θρόνο Δημητσάνης ανήλθε το 1795. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην εκπαίδευση, ιδρύοντας ή ενισχύοντας σχολεία στην επισκοπική περιφέρειά του. Από τη στιγμή που μυήθηκε ο ίδιος στη Φιλική Εταιρεία, δόθηκε ολοκληρωτικά στον αγώνα. Ο ίδιος μύησε στη συνέχεια στη Φιλική Εταιρεία ομαδικά ολόκληρο τον πληθυσμό της Δημητσάνης, πράγμα που αποτελεί μοναδικό φαινόμενο του αγώνα των Ελλήνων. Αλλά και πράγμα που εξυπηρέτησε ιδιαίτερα τον ετοιμαζόμενο αγώνα, γιατί στη Δημητσάνα έγινε κατορθωτό να λειτουργήσουν οι περίφημοι «μπαρουτόμυλοι» των αδελφών Νικολάου και Σπυρίδωνος Σπηλιωτοπούλου. Παράγονταν, δηλαδή, μεγάλες ποσότητες πυρίτιδας, η οποία αποθηκευόταν σε διάφορα μέρη για να χρησιμοποιηθεί με την έναρξη του αγώνα. Η όλη επιχείρηση κατασκευής και αποθήκευσης πυρίτιδας ήταν επικίνδυνη και γινόταν, βέβαια, με κάθε μυστικότητα και υπό την επίβλεψη του επισκόπου Φιλοθέου. Ωστόσο, κατά τις αρχές του 1821 ο Φιλόθεος προσεκλήθη από τους Τούρκους στην Τρίπολη (διοικητική πρωτεύουσα της Πελοποννήσου τότε, κοντά στη Δημητσάνα), μαζί με άλλους ιεράρχες της Πελοποννήσου, τους επισκόπους Μονεμβασίας, Χριστιανουπόλεως, Ωλένης, Ναυπλίου και Άργους και Ανδρούσης. Όλοι αυτοί, καθώς και άλλοι ακόμη πρόκριτοι, συνολικά 18 άτομα, συνελήφθησαν στην Τρίπολη και φυλακίστηκαν, με ογκώδεις αλυσίδες στο λαιμό. Ο Κύπριος ιεράρχης, μη αντέχοντας τη σκληρότατη διαβίωση στη φυλακή, πέθανε μέσα εκεί από τις κακουχίες, στις 10 Σεπτεμβρίου 1821. Λίγο ακόμη αν άντεχε, θα προλάβαινε την απελευθέρωση της Τρίπολης (Τριπολιτσάς) από τους Έλληνες (23 Σεπτεμβρίου 1821).

Από την Τριέστη στην επαναστατημένη Ελλάδα
Ο Κωνσταντίνος Ν. Κυπριώτης ήταν δάσκαλος στην Τριέστη, απ’ όπου πήγε στην επαναστατημένη Ελλάδα το 1826 και πολέμησε υπό διάφορους οπλαρχηγούς. Ο Χριστόδουλος Βασιλειάδης πήρε μέρος στον αγώνα από την έναρξή του υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και άλλους οπλαρχηγούς (αργότερα ακολούθησε το επάγγελμα του δασκάλου στην απελευθερωμένη Ελλάδα). Ως μπουλουκσής (= ομαδάρχης) υπηρέτησε από την αρχή του αγώνα ο Νικόλαος Παπαϊωάννου. Ο Αντώνιος Παυλή Κύπριος υπηρέτησε, από το 1825, στον τακτικό στρατό ως λοχίας. Αξιωματικός έγινε ο Μιχαήλ Μάρκου, που πήγε στην Ελλάδα από την Κύπρο ευθύς μετά την έναρξη του αγώνα και υπηρέτησε καθ’ όλην τη διάρκειά του υπό τον Νικηταρά και άλλους οπλαρχηγούς, ενώ πήρε μέρος σε πολλές όσο και σημαντικές μάχες. Υπό τον Μακρυγιάννη και άλλους οπλαρχηγούς υπηρέτησε και ο Πέτρος Γεωργίου Μαλλιαρός (πολέμησε στους Μύλους και σε άλλες μάχες στην Πελοπόννησο, επίσης στην Κρήτη και αλλού).

Πολεμώντας με τους Μεσολογγίτες

ΑΞΙΟΛΟΓΗ πολεμική δράση είχε και άλλος Κύπριος αξιωματικός στην Ελληνική Επανάσταση, ο καπετάν Ιωάννης Κύπριος (ή και καπετάν Γιάννης Κυπριώτης), που είχε προβιβαστεί σε λοχαγό. Πριν από την έναρξη της επανάστασης εργαζόταν σε τουρκο-αιγυπτιακό καράβι (στην Τήνο, όπου βρέθηκε, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία στις παραμονές της κήρυξης του αγώνα), κατέλαβε το καράβι στο οποίο εργαζόταν και το οδήγησε στην Ύδρα. Αφού το εξόπλισε, το έθεσε στην υπηρεσία της επανάστασης και μ’ αυτό πήρε μέρος σε πολλές ναυτικές επιχειρήσεις. Βρισκόταν, επίσης, στο Μεσολόγγι όπου πολέμησε και κατά την πρώτη και κατά τη δεύτερη πολιορκία του, όπως και στην Πελοπόννησο, στις κρίσιμες μάχες κατά του Δράμαλη υπό την αρχιστρατηγία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Κυβέρνησε επίσης διάφορα άλλα πολεμικά καράβια, όπως το καράβι «Ποσειδών» και το δίκροτο «Αθηνά». Στη μάχη του Άργους πληγώθηκε σοβαρά στο κεφάλι. Μετά το τέλος του αγώνα παρέμεινε στην Ελλάδα, τιμήθηκε με το βαθμό του λοχαγού της Φάλαγγος και ονομάστηκε «αξιωματικός εις τήν ξηράν καί τήν θάλασσαν».
Στην επική αντίσταση του Μεσολογγίου, κατά τη διάρκεια της μεγάλης πολιορκίας του, βρέθηκαν και πολέμησαν και άλλοι εθελοντές Κύπριοι αγωνιστές: Ο Παντελής Γεωργίου Ορφανός, αξιωματικός, που πολέμησε επίσης στα Δερβενάκια, στην Κρήτη και αλλού, ο Γιάννης Πασαπόρτης, που πήρε μέρος και στη θρυλική Έξοδο του Μεσολογγίου και επέζησε, όπως εξάλλου και ο Χατζη-Χριστόδουλος Κοκκινόφτας και άλλοι.

Ιωάννης Σταυριανός και Γιώργης ο Κύπριος

ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ συνεισφορά στον υπέρ ελευθερίας αγώνα των Ελλήνων είχαν Κύπριοι που υπηρέτησαν ως αξιωματικοί, όπως ο Ιωάννης Σταυρινός (ή Σταυριανός) και ο καπετάν Γιώργης ο Κύπριος. Ο τελευταίος πήγε ως εθελοντής στην Ελλάδα, από την αρχή της επανάστασης και πολέμησε καθ’ όλην τη διάρκεια του αγώνα (διακρίθηκε ως αγωνιστής και ως αξιωματικός και προήχθη μέχρι το βαθμό του χιλιάρχου, πήρε μέρος στις πιο σημαντικές μάχες και εκστρατείες και μετά το τέλος του αγώνα παρέμεινε στην απελευθερωμένη Ελλάδα). Ο Ιωάννης Σταυρινός είχε γεννηθεί το 1804 στο χωριό Λόφου της επαρχίας Λεμεσού και πέθανε στην Ελλάδα το 1887. Ο πατέρας του ήταν εμπορευόμενος και ο Ιωάννης συχνά τον συνόδευε στα ταξίδια του (σε ένα ταξίδι στην Αλεξάνδρεια, το 1820, πατέρας και γιος μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία). Το 1822 ο πατέρας πέθανε, ο δε νεαρός Ιωάννης έφυγε ξανά για την Αλεξάνδρεια· εκεί, με τα χρήματα της πατρικής κληρονομιάς, συγκέντρωσε και εξόπλισε ομάδα από 7 άνδρες (4 Κυπρίους και 3 Κρητικούς), με την οποία πήγε στην Ελλάδα. Το 1823 εντάχθηκε στο σώμα του συμπατριώτη του καπετάν Γιώργη Κυπρίου ως μπουλουκσής (= ομαδάρχης) ενώ το 1825 μετεπήδησε στον τακτικό στρατό που στο μεταξύ είχε δημιουργηθεί. Πήρε μέρος σε πολλές μάχες, περιλαμβανομένης της υπό τον Καραϊσκάκη επιχειρήσεως στην περιοχή Αθήνας – Φαλήρου, όπου συνελήφθη αιχμάλωτος. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η μαρτυρία του Σταυριανού ότι ο Καραϊσκάκης είχε σκοτωθεί από ελληνικό βόλι, πράγμα που ξεκαθαρίζει το όλο ζήτημα της δολοφονίας του μεγάλου εκείνου ήρωα. Αργότερα ο Σταυριανός κατόρθωσε να απελευθερωθεί και να επιστρέψει στη στρατιωτική του υπηρεσία. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας παρέμεινε εκεί και δημιούργησε οικογένεια. Ανήκε στη φιλελεύθερη παράταξη των αγωνιστών, που ετάχθησαν εναντίον του ξενόφερτου βασιλιά της Ελλάδος Όθωνος, γι’ αυτό και υπέστη διώξεις.
Πήρε, μάλιστα, μέρος στη ναυπλιακή επανάσταση του 1862. Το 1863 αποστρατεύθηκε με το βαθμό του ταγματάρχη. Έγραψε απομνημονεύματα (που σώθηκαν) με τον τίτλο «Πραγματεία τών περιπετειών τού βίου μου καί συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τή ελληνική ιστορία».

To λάβαρο των Κυπρίων

ΕΙΝΑΙ πιθανόν η πολεμική σημαία των Κυπρίων να ανήκε στους εθελοντές αγωνιστές που, τον Ιούνιο 1826, συμμετείχαν ομαδικά στη σύσταση ειδικού στρατιωτικού σώματος της Ιωνίου Φάλαγγος, η οποία πήρε στη συνέχεια μέρος σε πολλές και σημαντικές πολεμικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο και στη Στερεά, μέχρι τη διάλυσή της το 1827. Η Ιώνιος Φάλαγξ συνεστήθη κατόπιν «γενικής τών Ιώνων συνελεύσεως» και ονομάστηκε έτσι επειδή απετελείτο κυρίως από Έλληνες αγωνιστές της Ιωνίας – δυτική Μικρά Ασία (συμμετείχαν επίσης σ’ αυτήν και Έλληνες από νησιά του ανατολικού Αιγαίου και από την Κύπρο, αλλά και από άλλα ελληνικά μέρη – Μακεδονία, ‘Ηπειρος, Θράκη κ.τ.λ.). Από το σωζόμενο κατάλογο των 359 αγωνιστών της Ιωνίου Φάλαγγος, προκύπτει ότι οι 19 τουλάχιστον ήσαν Κύπριοι, διότι σαφώς μνημνονεύονται, αντί επιθέτου, με το εθνικό: Κυπραίος. Τα 19 μέλη της Ιωνίου Φάλαγγος ήσαν τα ακόλουθα (σε παρένθεση ο αριθμός τους στον κατάλογο των μελών της Φάλαγγος): Μιχάλης Κυπραίος (αρ. 142), Κωνσταντής Κυπραίος (αρ. 143), Γεώργιος Κυπραίος (αρ. 144), Κυριάκος Κυπραίος (αρ. 154), Σταύρος Κυπραίος (αρ. 155), Γαβριήλ Κυπραίος (αρ. 156), Ελευθέριος Κυπραίος (αρ. 160), Αβράμης Κυπραίος (αρ. 197), Κυριάκος Κυπραίος (αρ. 216), Σάββας Κυπραίος (αρ. 223), Χατζη-Αυγουστής Κυπραίος (αρ. 224), Δημήτριος Κυπραίος (αρ. 229), Φίλιππας Κυπραίος (αρ. 289), Κυριάκος Κυπραίος (αρ. 306), Χατζη-Πέτρος Κυπραίος (αρ. 331), Βασίλειος Κυπραίος (αρ. 343), Γιακουμής Κυπραίος (αρ. 344), Παρασκευάς Κυπραίος (αρ. 354) και Χριστοφής Κυπραίος (αρ. 355).

* Το κείμενο αυτό είναι ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο «Ιστορία της νήσου Κύπρου».

Advertisements