Από Αντίφωνο

Χάρης Φεραίος

Α’

skopeythrio_asteriadisΦυσικά και δεν υπάρχει αμφιβολία: Ανάμεσα σε όλους τους πολιτισμούς που παρήγαγε η ανθρώπινη ιστορία, ο ευρωπαϊκός (της μεταρωμαϊκής φραγκοτευτονικής Ευρώπης εννοείται) υπήρξε και μοναδικός κατά το ότι είχε εντυπωσιακά ραγδαία ανέλιξη. Τα βαρβαρικά φύλα που σε αλλεπάλληλα κύματα είχαν εισβάλει στη δυτική Ευρώπη, και εκχριστιανιζόμενα έκαναν τα πρώτα αδέξια βήματά τους στον πολιτισμό, έμελλε να εκπλήξουν την ιστορία: Με μια «ραγδαία» διαδικασία γένεσης και ακμής, μόλις τεσσάρων στην ουσία αιώνων, ανέπτυξαν, ό,τι σήμερα είναι γνωστός ως (νεωτερικός) υπέρλαμπρος ευρωπαϊκός πολιτισμός. Ραγδαία μεν διαδικασία, που όμως ερμηνεύει και τα τραγικά αδιέξοδα στα οποία οδηγήθηκε, για πρώτη δε φορά οδήγησε μαζί του και ολόκληρη την οικουμένη.

Όλα άρχισαν με τον Καρλομάγνο. Η εκπληκτική πολιτική ιδιοφυΐα του οποίου διέβλεψε, ότι για να μπορέσει να δημιουργήσει στη Δύση μιαν άλλη Αυτοκρατορία, ως αντίποδα της Κωνσταντινούπολης, όφειλε να φτιάξει και μιαν άλλη εκδοχή του Χριστιανισμού, ως αντίποδα της ελληνικής Ορθοδοξίας. Και βρήκε άριστη διέξοδο σε ένα Λατίνο θεολόγο του 4ου αιώνα, τον Ιερό Αυγουστίνο. Ο οποίος όμως, μη γνωρίζοντας καθόλου ελληνικά, (γλώσσα δηλ. των Ευαγγελίων) αυτοσχεδιάζοντας προσάρμοσε τη χριστιανική διδασκαλία, στα απλουστευτικά σχήματα της ξηρής νομικής του σκέψης, δημιουργώντας όμως ένα απόμακρο, ιδίως δικαιοκρίτη Θεό, υποταγμένο κι αυτόν στις απαιτήσεις της αμείλικτης «θειας δικαιοσύνης του». Έτσι άρχιζε το ευρωπαϊκό δράμα.

Πρώτη πράξη του ήταν το οριακό έτος 1000, όπου οι ανώριμοι, πρώην βάρβαροι, τώρα Χριστιανοί της Δύσης, τρέκλιζαν συντετριμμένοι, αναμένοντας άπραγοι το επικρεμαμένο «τέλος του κόσμου», που τους ετοίμαζε ο απρόσιτος Θεός τους γι’ αυτό ειδικά το έτος! Ήταν όμως τέτοια η δύναμη για δημιουργία που γέννησε μέσα τους η επόμενη του έτους 1000, (που, αφού δεν ήλθε το τέλος, στην ουσία ήταν σαν να τους χαρίστηκε ξανά η ζωή) ώστε εκείνη η πάμφτωχη εξουθενωμένη αγροτική Ευρώπη, εξέπληξε γεννώντας τον ιδιοφυή, αριστοτεχνικά εκτοξευόμενο στα ύψη, θαυμαστό γοτθικό ναό. Αλλά το ευρωπαϊκό δράμα δεν παρήλθε, παρά επιπλέον έγινε τώρα και όντως τραγικό. Αφού, και παρότι (το, και εκπληκτικό, πλήθος) οι γοτθικοί ναοί της βίαια εκτοξεύονταν στα ύψη, πουθενά εκεί δεν συναντούσαν τον Θεό! Εκείνον εννοείται που τους κληροδότησε η θεολογία του Αυγουστίνου.

Ως «αντίδραση» ήλθε η θεολογία του Θωμά του Ακινάτη (13ος αιώνας). Αυτός «ανακάλυψε» ξαφνικά, από αραβικές μεταφράσεις όμως, τον Αριστοτέλη! Φυσικά λοιπόν, όχι μόνο ουδέν από τον Σταγειρίτη φιλόσοφο κατανόησε, αλλά με τα νοησιαρχικά του μηχανεύματα, ανέστρεψε όλο νόημα της φιλοσοφίας του. Με την καλούμενη δε «τεχνολογία της αλήθειας» που εισήγαγε αυτός και η «σχολή του», θεμελίωσε όχι μόνο ως θεωρία και πρακτική τον ολοκληρωτισμό, αλλά και ποδηγέτησε την Ευρώπη στην άκρατη χρησιμοθηρία (πλήρης δηλ. αναστροφή του αριστοτελικού, «ου χρήσεως ένεκα» της γνώσης!), η οποία και δημιούργησε μεν την εκρηκτική της πολιτισμική ανάπτυξη, αλλά συνάμα και την οικουμενική οδύνη που η χρησιμοθηρία της προκάλεσε! Έτσι όμως, ο απρόσιτος Θεός του Αυγουστίνου, έγινε τώρα και ολοκληρωτισμός με την Ιερά Εξέταση, το «υπέρλαμπρο» δηλ. προϊόν της. Το τραγικό στο ευρωπαϊκό δράμα συνεχιζόταν: Η Ευρώπη ήδη πάλευε με τον εαυτό της κατά στάδια, με κάθε όμως στάδιο να «αναθεματίζει» το προηγηθέν!

Πρώτο στάδιο υπήρξε η Αναγέννηση: Όταν μετά την Άλωση, εκδιωγμένοι οι Έλληνες λόγιοι έφεραν μαζί τους στην Ευρώπη, και για πρώτη φορά, τον Αριστοτέλη, αλλά και όλη την αρχαία γραμματεία, στα ελληνικά. (Ναι φίλε αναγνώστη: Εκείνοι, οι «θρησκόληπτοι» και «σκοταδιστές» κατά τον μετέπειτα διαλάμψαντα Διαφωτισμό!) Και τότε η Ευρώπη διαπίστωσε την πλάνη που την έτρεφε, και συγχυσμένη επεχείρησε να την εγκαταλείψει, μεταστρεφόμενη προς τα αρχαιοελληνικά πρότυπα. Αλλά επειδή και πάλι όλα έγιναν με εντυπωσιακή ταχύτητα, βία θα έλεγα, χωρίς «εσωτερική» διάσταση, χωρίς δηλ. να της δοθεί αναγκαίος χρόνος ωρίμανσής της στα «νέα» πολιτισμικά δεδομένα, και πάλι της διέφυγε ό,τι ελληνότροπο έτρεφε, όχι μόνο τον αρχαίο, αλλά και τον μέσο (βυζαντινό) ελληνικό πολιτισμό. Έτσι έμεινε στον τύπο, (με τον ναό του Αγίου Πέτρου της Ρώμης κλασικό παράδειγμα) μακρυά δηλαδή από το πνεύμα που δημιούργησε και αναδημιούργησε το ελληνικό φαινόμενο πολιτισμού. Γι’ αυτό και πρώτο έργο της, ήταν να καταδικάσει «εις θάνατο» το (ως αισθητική τουλάχιστον έκφραση) μεγάλο γοτθικό παρελθόν της, από τον οποίο «θάνατο» επανήλθε εκείνη στη ζωή, δηλ. αναγεννήθηκε! Και «Αναγέννηση» ονόμασε το γεγονός… Το τραγικό όμως συνέχισε να ταλανίζει την, ήδη εφορμούσα στη ραγδαία ανάπτυξη, Ευρώπη.

Τραγικό βέβαια που το συνέχισε και το επαύξησε, ό,τι ακολούθησε την Αναγέννηση, που θεωρώντας την τώρα εκείνη «σκοτάδι», αυτοονομάστηκε «Διαφωτισμός»!

Β’

Πριν απ’ αυτόν όμως, και προτού προλάβει να συμπληρωθεί το πείραμα της Αναγέννησης, νέα τραγική φάση στο ευρωπαϊκό δράμα ενέσκηψε τον 16ο αιώνα: Το κίνημα τώρα της «Μεταρρύθμισης» πρώτα, και της «Αντιμεταρρύθμισης» που την ακολούθησε μετά. Φάση που στην ευρωπαϊκή ιστορία αποκαλείται εποχή των «θρησκευτικών πολέμων», έκφραση όμως που, ως ερμηνεία του φαινομένου εκείνου, δεν είναι ακριβής.

Στην πραγματικότητα η σύγκρουση των δυο αυτών κινημάτων, ήτανε απλώς συνέχεια της δραματικής αγωνίας, να κατανοήσει η Ευρώπη τη φύση εκείνου του Θεού, που της κληροδότησε η θεολογία του Αυγουστίνου. Διότι το απλουστευτικό μυαλό των φραγκοτευτονικών φύλων που τη συγκρότησαν, το οποίο αναζητούσε τον Θεό σε «έννοιες» ή «ουσίες», ήταν αδύνατο να κατανοήσει αυτό που η ελληνική φιλοσοφία, ως (Ορθόδοξη) Πατερική Θεολογία, το είχε διαγνώσει δεκατρείς σχεδόν αιώνες πριν στην Καππαδοκία, εκείνο δηλ. που κόμισε στον κόσμο ο Χριστός ως ευαγγέλιο: Πως αιτιώδης Αρχή, δεν είναι μια αφοριστικά προκαθορισμένη Ουσία, ή Έννοια, αλλά είναι ένα ελεύθερο από οποιαδήποτε αναγκαιότητα φύσης η ουσίας Πρόσωπο: Ο Θεός! (Άλλωστε το εξηγήσαμε ήδη: Ο Χριστιανισμός που εισήγαγε στην μεταρωμαϊκή Ευρώπη του ο Καρλομάγνος, στηριζόταν στους νομικούς αυτοσχεδιασμούς του Αυγουστίνου, που θεολογούσε μεν, χωρίς όμως να γνωρίζει την – ελληνική – γλώσσα όπου ήταν γραμμένος ο ευαγγελικός λόγος του Χριστού…) Γι’ αυτό, το μόνο που κατόρθωσαν τα δυο αλληλοκτόνα εκείνα κινήματα (Μεταρρύθμισης και Αντιμεταρρύθμισης) ήταν να γεννήσουν ως ιδεολογίες τους, τον Προτεσταντικό ηθικισμό το πρώτο [1] και τον Καθολικό νομικισμό το δεύτερο.

Αντίδραση σ’ αυτή την αγωνία, βίαιη μάλιστα, ήλθε στον 18ο αιώνα. Και βέβαια εν μέρει δικαίως. Διότι όπως είπε ο Χρήστος Γιανναράς «στον Θεό τής νοησιαρχίας (εννοεί τού Άνσελμου [2] και του Ακινάτη) ο άνθρωπος δεν μπορεί να προσευχηθεί, ούτε να τον λατρέψει». Αλλά ο αιώνας εκείνος αντί τη λύση στο ευρωπαϊκό δράμα να την αναζητήσει στο όντως «πρόσωπο» του Θεού, προτίμησε αντίθετα, να αποφασίσει την ολοκληρωτική κατάργησή του, θεωρώντας τον προϊόν πλάνης εκείνου του «σκότους» που προηγήθηκε! Γι’ αυτό και (τι άλλο;) «Διαφωτισμό» βάφτισε τον εαυτό του… Διδασκαλία του δε, ήταν πως η μεταφυσική υπόσταση του ανθρώπου αλλά και της πραγματικότητας, και ό,τι αυτά συνεπάγονταν, δεν ήσαν σοβαρά πράγματα, παρά απλώς προϊόντα (σκοτεινών βέβαια) δεισιδαιμονιών. Κυρίαρχη συνεπώς όφειλε πια να είναι η «καθαρή» διάνοια και απόλυτη γνώση, η οποία ταυτιζόταν με την επιστήμη, ιδιαίτερα τη θετική εκδοχή της. (Ήδη, τον προηγούμενο αιώνα, ο Νεύτων το είχε θεμελιώσει αυτό με τη γνωστή θεωρία του. Γεγονός που και θεωρήθηκε τότε κοσμογονικό [3]). «Sapere Aude» (τόλμησε να χρησιμοποιήσεις τη διάνοιά-σου) είχε σύνθημά του ο Διαφωτισμός.

Η «τόλμη» βέβαια εκείνη οδήγησε τελικά στην, που ακολούθησε, εκρηκτική τεχνολογική ανάπτυξη της Ευρώπης, μοναδική μάλιστα στην ιστορία. Πλην όμως, το αβυσσαλέο κενό (μεταφυσικού βιώματος) που το κίνημα του Διαφωτισμού δημιούργησε, υπήρξε δραματικότερο. Το (μοναδικό επίσης στην ιστορία) πλήθος οι ιδεολογίες που, γι’ αυτό ακριβώς, παρήγαγε ο επόμενος, ο 19ος, αιώνας, δεν ήταν παρά προσπάθεια απεγνωσμένη, να υποκατασταθεί εκείνο που κατάργησε ο Διαφωτισμός. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο, που σταδιοδρόμησαν όλες αυτές οι ιδεολογίες, δοκιμάστηκαν, αλλά ναυάγησαν όλες, αποδεικνύοντας τελικά την ανεπάρκειά τους! Τις τραγικές επιπτώσεις των οποίων όμως τις υπέστη όλες ο επόμενος ο 20ος αιώνας. (Και όχι μόνο των δύο παγκοσμίων πόλεμων…)

Γεγονός που είχε «προφητέψει» πάντως, το μεγαλύτερο (και τραγικότερο) πνεύμα με το οποίο έκλεισε τον κύκλο του ο 19ος αιώνας, ο Φρειδερίκος Νίτσε. Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι ο Νίτσε ουδέποτε είπε πως «Θεός δεν υπήρξε», όπως το διατυμπάνιζε ο Διαφωτισμός. Είπε, αντίθετα, ότι «ο Θεός απέθανε…»! Και ήταν σ’ αυτό αληθής: Διότι ο Θεός εκείνος της Ευρώπης, Θεός της νοησιαρχίας, φυσικά και δεν ήταν δυνατό να επιζήσει! Και γι’ αυτό ο Νίτσε εξάγγειλε τον θάνατό του…

Η εξαγγελία όμως του Νίτσε, ότι «ο Θεός απέθανε», είχε και δεύτερο μέρος: Ότι τον θανόντα Θεό θα τον αντικαταστήσει ο «Υπεράνθρωπος». Αυτό όμως, μόνο αλληγορικά υπήρξε αληθές. Το γέννημα του Διαφωτισμού δεν ήταν βέβαια κανένας «υπερ-άνθρωπος», αλλά ήταν το φάσμα της τεχνικής, [4] που η αλαζονεία του γέννησε, για να διαπιστώσει αμέσως μετά έντρομος, ότι στην ουσία, με την τεχνική, απελευθέρωσε μιαν υπέρ-κόσμια δύναμη, την οποία όμως, ούτε γνώριζε εσωτερικά, ούτε συνεπώς μπορούσε τελικά να ελέγξει! Πράγμα που πανηγυρικά αποδείχθηκε, όταν περιδεής μπροστά στον «βρυχηθμό» του πυρηνικού αντιδραστήρα της Φουκουσίμα, θλιβερός, ως άλλος «άνθρωπος του Νεάντερταλ», ευτελιζόταν, μη γνωρίζοντας τι άλλο να κάνει, παρά με κάνουλες ανά χείρας, αμήχανος τον κατάβρεχε, τάχα να τον «εξορκίσει»!

Γ’

Αυτού του Ευρωπαϊκού «αμαρτήματος» παράξενο θύμα (κατά τη ρήση του Ελύτη: «Όμορφη και παράξενη πατρίδα» που, κατά πώς το λέει ο ποιητής, «Μπαίνει σ’ ένα βαρκάκι – πιάνει ωκεανούς, Ξεσηκωμούς γυρεύει – θέλει τύραννους»…) υπήρξε η Ελλάδα. Διότι δεν πρόλαβε να αρχίσει την επανάστασή του ο λαός το 1821, όταν ως «τσιμπούρια» εμφανίστηκαν «εκ της Εσπερίας» οι Έλληνες «διαφωτιστές», για να «διδάξουν», ότι δεν ξέρει τι του γίνεται ο Μακρυγιάννης όταν λέει πως «για τούτη την Πατρίδα, και για τούτη την θρησκεία» αγωνίστηκε με τα παλληκάρια του, αλλά και «αγράμματος» ελέγχεται ο Κολοκοτρώνης, υποστηρίζοντας πως ούτε «αγγλόφιλος» ούτε «γαλλόφιλος» ήτανε ο ίδιος (όπως απαιτούσε ο τότε «διαφωτιστικός» συρμός), αλλά είναι μόνο «Θεόφιλος», «γιατί σαν το Θεό κανείς δεν αγαπάει την Ελλάδα»!

Οι εκπρόσωποι όμως εκείνοι του «Ελληνικού Διαφωτισμού» κάθισαν, σαν «πολιτικοί ηγέτες», στο σβέρκο των Αγωνιστών, και, ως γραμματιζούμενοι, έσπευσαν αυτοί στην Αγγλία να εξασφαλίσουν, για το αγωνιζόμενο έθνος, δάνειο 2.000.000.000 λιρών! Το οποίο όμως μέχρι να φτάσει στην επαναστατημένη Ελλάδα (λόγω «διαφωτισμένων» προπληρωμένων τόκων, τοκοχρεωλυσίων, εξασφαλίσεων κλπ.) κατέληξε στο εκπληκτικό ποσό των 236.558 («διαφωτισμένων») λιρών! Είναι οι ίδιοι που έψεγαν επίσης τον Κολοκοτρώνη, εξαιτίας της απάντησής του στον Hamilton, που «συμβούλευε» να συνθηκολογήσουν με τον Ιμπραήμ, για να μην καταστραφεί ολόκληρος ο Μοριάς: «Εμάς, καπετάν Άμιλτον, ο βασιλιάς-μας εσκοτώθη στην Πόλη, δεν έκανε καμιά συνθήκη με τους Τούρκους. Και η φρουρά του, έχει παντοτινό πόλεμο με τους Τούρκους. Πώς μου ζητάς τώρα εμένα να συνθηκολογήσω μαζί τους;»

Αλλά ο μεγάλος εκείνος στρατηγός δεν γνώριζε ό,τι ο «Διαφωτισμός» (διά στόματος Νικολάου Σαριπόλου του νομοδιδασκάλου) διδάσκει: «Ημείς οι νέοι Έλληνες είμεθα κατευθείαν απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και αποστρέφομεν τους οφθαλμούς από του αναμέσου χάσματος»! Και βεβαίως «ανάμεσο χάσμα» ήταν το Βυζάντιο… Το οποίο ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, άλλος διαφωτισμένος λόγιος, αποκαλεί «άθλιον γένος»! Φυσικά περιλαμβανομένου και του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου! (Που ο Κολοκοτρώνης θεωρούσε «βασιλιά του»…) Ενός δηλ. «εκ των Γραικορωμαίων αυτοκρατόρων, υπό τον ζυγόν των οποίων ανεστέναζεν ο Ελληνικός λαός» κατά τον Κοραή, τον αρχηγέτη των «διαφωτιστών». Με αυτά τα «θεοπάλαβα» [5] του Ελληνικού Διαφωτισμού, άρχισε τον πολιτικό του βίο ο νέος Ελληνισμός. Γι’ αυτό και οδηγήθηκε να δολοφονήσει τον Καποδίστρια («Επτανησοβενετική ψώρα», κατά τον Κοραή βεβαίως), και, κατά πώς το είπε πιο πάνω ο Ελύτης, «θέλοντας τύραννους», έτρεξε στον «διαφωτισμένο» βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκο, και του ζήτησε τον δευτερότοκο γιο του Otto Wittelsbach, ώστε ως βασιλιάς Όθων, να υποκαταστήσει τον δολοφονημένο Κυβερνήτη…

Και έτσι άρχισε το (διαφωτισμένο) δράμα του νέου Ελληνισμού! Διότι ο Όθων και οι «διαφωτισμένοι» Βαυαροί του, διαλύοντας κάθε τι που θύμιζε ζωντανή βυζαντινή και μεταβυζαντινή παράδοση του λαού, προσπάθησαν να κατασκευάσουν μεν ένα νεωτερικό κράτος «ευρωπαϊκών προδιαγραφών», πλην όμως κράτος εντελώς ξένο και προς τη φύση αυτού του λαού, και ξένο προς την ιστορία του και τον ελληνικό του τρόπο βίου. (Ακριβέστερα, τρόπο κοινωνικής συμβίωσης). Ένα κράτος που τα διδάγματα εκείνου του Διαφωτισμού δεν το έκαμαν βέβαια (κατά τη ρήση του Νίτσε) «υπέρ-άνθρωπο» αλλά «απ-άνθρωπο», για την (ανθρώπινη) φύση βεβαίως του Έλληνα. Καθόλου λοιπόν παράδοξο, που, καθώς δεν το νοιώθει «δικό του» τέτοιο κράτος, ούτε το αγαπά, ούτε και το σέβεται. Εξ ου και δεν διστάζει και να το κλέβει! (Είτε ως υδραυλικός, είτε ως μηχανικός η γιατρός ή δικηγόρος…) Μέχρι που πτωχεύοντάς το, έγινε τώρα και περίγελος εκείνων των «διαφωτισμένων» της Ευρώπης! Έσχατο όριο παρακμής…

Τραγική εκδήλωση της οποίας, υπήρξε το πρόσφατο «δράμα» στην Ακαδημία Αθηνών: Ένας πρώην καταληψίας, πρωθυπουργός πια, εμφανίζεται εκεί, ενώπιων των Ακαδημαϊκών του τόπου, να εκφωνεί πανηγυρικό για την εθνική επέτειο, και (ανασύροντας εκ των νεκρών της παλαιοντολογικής ιδεοληψίας, τον Γιάν(ν)η Κορδάτο) ασύστολα τους εκτοξεύει ότι «η Ελληνική Επανάσταση δεν είναι έργο του Κολοκοτρώνη ή του Μακρυγιάννη, αλλά του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού»! Όντως έσχατη παρακμή… Όταν μάλιστα ο ίδιος φέρελπις, ως άλλος αμήχανος της Φουκουσίμα, (χωρίς βέβαια ανά χείρας κάνουλες αλλά δισκάκι επαιτείας) μπροστά στον «βρυχηθμό» χρησιμοθηρίας της τεχνολογικής Ευρώπης, άπελπις εκλιπαρεί για λίγη ρευστότητα στις τράπεζες…

Σημειώσεις

[1]. Είτε θρησκευτικό, είτε κοινωνικό, είτε ακόμα και οικονομικό. Ο οποίος, ως γερμανική νοοτροπία, κυριαρχεί στη σημερινή Ευρώπη! Κι ας στην πολιτική ανεπάρκεια της παρ’ ημίν κυβερνώσας τον τόπο πολιτικής μετριότητας, προσλαμβάνεται ως «εκβιασμός τοκογλύφων»…

[2]. Βενεδικτίνος θεολόγος, προηγηθείς του Ακινάτη στον σχολαστικισμό. Διέπρεψε μάλιστα στην «οντολογική απόδειξη της ύπαρξης του Θεού»!

[3]. Η ματαιότητα αυτής της δοξασίας, περί «καθαρής» διάνοιας, έμελλε μεγαλοπρεπώς να αποδειχθεί μόλις δυο αιώνες αργότερα: Όταν ο Αϊνστάιν, με τη «θεωρία της Σχετικότητας», στην ουσία καταργούσε, περίπου ως «παιδαριώδη», τα (μεγαλοφυή πάντως) ευρήματα του Νεύτωνα…

[4]. Κατά πώς συγκλονιστικά το περιέγραψε ήδη το 1964 ο Σπύρος Κυριαζόπουλος. (Στο βιβλίο του «Η σημερινή γλώσσα – Γλωσσολογία της τεχνικής»)

[5]. Ζητώ (καθότι και αρχιτέκτων) τη συμπάθεια του αναγνώστη, για το αντιαισθητικό τουλάχιστο αυτής της έκφρασης. Αλλά δεν βρίσκω, που να ταιριάζει, καταλληλότερη. Όταν μάλιστα σκέφτομαι πως το μέγιστο έγκλημα του Ελληνικού Διαφωτισμού είναι ότι επεχείρησε να οδηγήσει το Νέο Ελληνισμό, όπως ήταν ο Ευρωπαίος σε μόνιμη δραματική σύγκρουση με τον απόξενο Θεό (του Αυγουστίνου και της Θωμικής νοησιαρχίας), έτσι κι αυτός να συγκρουστεί με τον δικό του προσωπικό Θεό, με τον οποίο, σε προσωπική σχέση ζούσε για 15 ως τότε αιώνες. Θεό, που υπό τον «κίνδυνο» η Ελλάδα «να δουλωθεί εις Χριστιανούς τουρκίζοντας», (ρήση και αυτή του Κοραή) θέλησαν να τον υποκαταστήσουν με εκείνον της ευρωπαϊκής νοησιαρχίας και του ηθικισμού. Και φοβούμαι ότι έστω και μερικώς αυτό το πέτυχαν, μετατρέποντας, μετά από 15 αιώνες, το ζωντανό εκκλησιαστικό γεγονός, σε αποστεωμένο ηθικό κώδικα…

Και θα μου επιτρέψει ακόμα ο αναγνώστης να του θυμίσω, ότι για σωτηρία από τον Θεό εκείνο της νοησιαρχίας, έδωσε τον 14ο αιώνα τον «υπέρ πάντων» αγώνα ο Γρηγόριος Παλαμάς, όταν κινδύνεψε, (ως καινή νοοτροπία!) ο Ακινάτης και τα μηχανεύματά του να εισχωρήσουν στον βυζαντινό κόσμο, ελέω βεβαίως των φιλοθωμιστών… Αγώνας, ειρήσθω, που έσωσε όχι μόνο την Ορθοδοξία τότε, αλλά και το ίδιο το γένος αργότερα. Κατά το ότι «συντροφευόμενο» από τον προσωπικό Θεό του και μόνο, στους σχεδόν τέσσερις αιώνες σκότους της Οσμανικής λαίλαπας, μπόρεσε να επιζήσει ως ελληνικό. Όντως επίτευγμα που, ας σημειωθεί, δεν το κατόρθωσε ο άλλος ελληνισμός, όσος εγκλωβίστηκε στην Ευρωπαϊκή Δύση. (π.χ. της Κάτω Ιταλίας). Γεγονός που νομίζω ότι δεν στερείται σημειολογίας.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Αγήνορος Αστεριάδη.

Πηγή κειμένου: «Φιλελεύθερος» 2,9,16 /5/15

Advertisements