kalanta

Τὰ Κάλαντα εἶναι ἔθιμο ποὺ διατηρεῖται ἀμείωτο ἀκόμα καὶ σήμερα μὲ τὰ παιδιὰ νὰ γυρνοῦν ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι σὲ ζεύγη ἢ καὶ περισσότερα καὶ νὰ τραγουδοῦν τὰ κάλαντα συνοδεύοντας τὸ τραγούδι τους μὲ τὸ τρίγωνο ἢ ἀκόμα καὶ κιθάρες, ἀκορντεόν, λύρες, ἢ φυσαρμόνικες. Τὰ παιδιὰ γυρνοῦν ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι, χτυποῦν τὴν πόρτα καὶ ρωτοῦν: «Νὰ τὰ ποῦμε;». Ἂν ἡ ἀπάντηση ἀπὸ τὸν νοικοκύρη ἢ τὴν νοικοκυρὰ εἶναι θετική, τότε τραγουδοῦν τὰ κάλαντα γιὰ μερικὰ λεπτὰ τελειώνοντας μὲ τὴν εὐχὴ «Καὶ τοῦ Χρόνου. Χρόνια Πολλά». Ὁ νοικοκύρης τὰ ἀνταμοίβει μὲ κάποιο χρηματικὸ ποσό, ἐνῶ παλιότερά τους πρόσφερε μελομακάρονα ἢ κουραμπιέδες. Κάλαντα λέγονται τὴν παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων, τῆς Πρωτοχρονιᾶς καὶ τῶν Φώτων καὶ εἶναι διαφορετικὰ γιὰ κάθε γιορτή.

Ἡ λέξη κάλαντα προέρχεται ἀπὸ τὴ λατινικὴ «calenda», ποὺ σημαίνει ἀρχὴ τοῦ μήνα. Πιστεύεται ὅτι ἡ ἱστορία τους προχωρεῖ πολὺ βαθιὰ στὸ παρελθὸν καὶ συνδέεται μὲ τὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα. Βρῆκαν, μάλιστα, ἀρχαία γραπτὰ κομμάτια παρόμοια μὲ τὰ σημερινὰ κάλαντα (Εἰρεσιώνη στὴν ἀρχαιότητα). Τὰ παιδιὰ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κρατοῦσαν ὁμοίωμα καραβιοῦ ποὺ παρίστανε τὸν ἐρχομὸ τοῦ θεοῦ Διόνυσου. Ἄλλοτε κρατοῦσαν κλαδὶ ἐλιᾶς ἢ δάφνης, στὸ ὁποῖο κρεμοῦσαν κόκκινες καὶ ἄσπρες κλωστές. Στὶς κλωστὲς ἔδεναν τὶς προσφορὲς τῶν νοικοκύρηδων.

Τὸ τραγούδι τῆς Εἰρεσιώνης τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὁμήρου, τὸ ἀπαντᾶμε σήμερα μὲ μικρὲς παραλλαγὲς στὰ κάλαντα τῆς Θράκης:

«Στο σπίτι ἐτοῦτο ποὔρθαμε τοῦ πλουσιονοικοκύρη
ν᾿ ἀνοίξουνε οἱ πόρτες του νὰ μπεῖ ὁ πλοῦτος μέσα
νὰ μπεῖ ὁ πλοῦτος κι ἡ χαρὰ κι ἡ ποθητὴ εἰρήνη
καὶ νὰ γεμίσουν τὰ σταμνιὰ μέλι, κρασὶ καὶ λάδι
κι ἡ σκάφη τοῦ ζυμώματος μὲ φουσκωτὸ ζυμάρι».

Κάλαντα Χριστουγέννων Καππαδοκίας.
Ἦχος α´. Ῥυθμὸς τετράσημος.

Καλὴν ἐσπέραν ἄρχοντες κι ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει.

Ἐν τῷ σπηλαίῳ τίκτεται, ἐν φάτνῃ τῶν ἀλόγων,
οἱ οὐρανοί ἀγάλλονται, χαίρει κι ἡ φύσις ὅλη.

Ἐκ τῆς Περσίας ἔρχονται τρεῖς Μάγοι μὲ τὰ δῶρα,
ἄστρον λαμπρὸν τοὺς ὁδηγεῖ, χωρίς νὰ λείψῃ ὥρα.

Γονατιστοὶ τὸν προσκυνοῦν καὶ δῶρα τοῦ χαρίζουν,
σμύρνα, χρυσὸν καὶ λίβανον, Θεὸν τὸν εὐφημίζουν.

Καὶ ἐπληρώθη τὸ ῥηθέν, Προφήτου Ἡσαΐου,
μετὰ τῶν ἄλλων προφητῶν καὶ τοῦ Ἱερεμίου.

Φωνὴ ἠκούσθη ἐν Ραμᾷ, Ραχὴλ τὰ τέκνα κλαίει,
παραμυθήν οὐκ ἤθελεν, ὅτι αὐτὰ οὐκ ἔχει.

Ἰδοὺ ὅπως σᾶς εἴπαμεν ὅλην τὴν ὑμνωδίαν,
τοῦ Ἰησοῦ μας τοῦ Χριστοῦ, Γέννησιν τὴν ἁγίαν.

Χρόνους πολλοὺς νὰ χαίρεσθε, πάντα εὐτυχισμένοι,
σωματικῶς καὶ ψυχικῶς νὰ εἶσθε πλουτισμένοι.

 

Κάλαντα Χριστουγέννων Σμύρνης.
Ἦχος πλ. β´. Ῥυθμὸς τετράσημος.

Καλὴν ἐσπέραν ἄρχοντες κι ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει.
Ἐν τῷ σπηλαίῳ τίκτεται, ἐν φάτνῃ τῶν ἀλόγων.

Κερὰ ψηλή, κερὰ λιγνή, κερὰ καμαροφρύδα.
Κερά μ᾿ ὅταν στολίζεσαι νὰ πᾶς στὴν ἐκκλησία.
Ἔχεις καὶ κόρην ἔμορφη ποὺ δὲν ἔχει ἱστορία.

Μῆδε στὴν πόλη βρίσκεσαι, μῆδε στὴν Καισαρεία.
Ἔχεις καὶ γιὸν στὰ γράμματα, ὑγιὸν εἰς τὸ ψαλτήρι.
Νὰ τὸν ῾ξιώσει καὶ ὁ Θεός, νὰ βάλει πετραχῆλι.

 

Κάλαντα Χριστουγέννων Σάμου
Ἦχος α´. Ῥυθμὸς τετράσημος.

Σένα σοῦ πρέπει ἀφέντη μου καρέκλα καρυδένια
γιὰ ν᾿ ἀκουμπᾶ ἡ μέση σου ἡ μαργαριταρένια.

Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς)

Καὶ πάλι ξαναπρέπει σου στὰ πεύκια νὰ κοιμᾶσαι,
νὰ πίνεις, νὰ δροσίζεσαι καὶ πάλι ἀφέντης νἆσαι.

Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς)

Καὶ πάλι ξαναπρέπει σου καράβι ν᾿ ἀρματώσεις,
καὶ τὰ πανιὰ τοῦ καραβιοῦ νὰ τὰ μαλαματώσεις.

Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς)

Πολλά ῾παμε τ᾿ ἀφέντη μας, ἂς ποῦμε τσῆ κυρᾶς μας·
κυρὰ ψιλή, κυρὰ λιγνή, κυρὰ μαυροματοῦσα,
πὤχεις τὸν ἥλιο πρόσωπο καὶ τὸ φεγγάρι ἀστήθη
καὶ τοῦ κοράκου τὸ φτερὸ τὤχεις καμπανοφρῦδι.

Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς)

Ἂν ἔχεις κόρη ἔμορφη, βάλ᾿την νὰ μᾶς κεράσει,
νὰ τῆς ῾φχηθοῦμε ὅλοι μας, ν᾿ ἀσπρίσει, νὰ γεράσει.

Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς)

Κι ἂν ἔχεις γυιὸ στὰ γράμματα, βάλτονε στὸ ψαλτήρι,
νὰ τ᾿ ἀξιώσει ὁ Θεός, νὰ βάλει πετραχήλι.

Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς)

 

Κάλαντα Χριστουγέννων Δωδεκανήσου.
Ἦχος γ´. Ῥυθμὸς τρίσημος.

Aὕτη εἶναι ἡ ἡμέρα,
ὅπου ἦρθ᾿ ὁ Λυτρωτῆς,
ἀπὸ Μαριὰμ Μητέρα,
ἐκ Παρθένου γεννηθείς. (δίς)

Ἄναρχος ἀρχὴν λαμβάνει,
καὶ σαρκοῦται ὁ Θεός,
ὁ Ἀγέννητος γεννᾶται
εἰς τὴν φάτνην ταπεινός. (δίς)

Ὅσοι ἔχετε στὰ ξένα,
νὰ δεχθῆτε μὲ καλό,
καὶ τοῦ χρόνου μέ ὑγεία
τό Θεό παρακαλῶ. (δίς)

 

Κάλαντα Χριστουγέννων Θράκης

Χριστὸς γεννιέται, χαρὰ στὸν κόσμο,
χαρὰ στὸν κόσμο, στὰ παλληκάρια.

Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες,
ἡ Παναγιά μας κοιλοπονοῦσε.

Κοιλοπονοῦσε, παρακαλοῦσε,
τοὺς ἀρχαγγέλους, τοὺς ἱεράρχες.

Σεῖς ἀρχαγγέλοι καὶ ἱεράρχες,
στὴ Σμύρνη πηγαίν᾿τε, μαμμὲς νὰ φέρ᾿τε.

Ἅγια Μαρίνα, ἅγια Κατερίνα,
στὴ Σμύρνη πᾶνε, μαμμὲς νὰ φέρουν.

Ὅσο νὰ πᾶνε κι ὅσο νὰ ἔρθουν,
ἡ Παναγιά μας ἠληυτηρώθη.

Στὴν κούνια τό ῾βαλαν καὶ τὸ κουνοῦσαν,
καὶ τὸ κουνοῦσαν, τὸ τραγουδοῦσαν.

Σὰν ἥλιος λάμπει, σὰ νιὸ φεγγάρι,
σὰ νιὸ φεγγάρι, τὸ παλληκάρι.

Φέγγει σὲ τοῦτον τὸ νοικοκύρη,μὲ τὰ καλά του,
μὲ τὰ παιδιά του, μὲ τὴν καλὴ τὴ νοικοκυρά του…

 

Κάλαντα Χριστουγέννων Μακεδονίας.
Ἦχος πλ. β´. Ῥυθμὸς τετράσημος.

Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα,
τώρα Χριστός γιννιέτι (δίς)

Γιννιέται κὶ βαφτίζιτι
στοὺς οὐρανοὺς ἀπάνου (δίς)

Ὅλοι οἱ Ἀγγέλοι χαίρουντι
κι ὅλοι δοξολογιοῦντι (δίς)

Καὶ τὰ δαιμόνια σκάζουνε,
καὶ σκάζουν καὶ πλαντάζουν (δίς)

Σὲ τοῦτ᾿ τὸ σπίτι ποὔρθαμε,
μὶ μάρμαρου στρουμένου (δίς)

 

Κάλαντα Χριστουγέννων Αἰγαίου

Κάτω στὰ Ἱεροσόλυμα, στηηῆς Βη- στῆς Βηθλεὲμ τὴν πόολη,
ἐκεῖ δεντρὶ δὲν ἤτανε, δεεεντρί- δεντρὶ ξεφανερώθη.
Κι ἀνάμεσα στοὺς κλώνους του, ἀααγγέ- ἀγγέλοι κι ἀρχαγγέελοι
κι ὁ Μιχαὴλ Ἀρχάγγελος ξεεεφτε- ξεφτερουγᾶ καὶ λέεει:

-Χριστέ, γιὰ δῶσ᾿ μου τὰ κλειδιὰ καιαιαὶ τὰ- καὶ τὰ χρυσὰ κλειδάκια,
ν᾿ ἀνοίξω τὸν παράδεισο, νααα μπῶ- νὰ μπῶ σὲ περιβόολι,
νὰ κόψω μῆλο δροσερό, νααὰ πιῶ- νὰ πιῶ νερὸ δροσᾶατο,
νὰ γείρω ν᾿ ἀποκοιμηθῶ σεεὲ νε- σὲ νεραντζιὰ ῾πὸ κάτω.

Καὶ σᾶς καληνυχτίζουμε, πεεεσέ- πεσέτε κοιμηθῆητε,
ὀλίγον ὕπνον πάρετε κι ἐεευθύς- κι εὐθὺς ὡς σηκωθῆητε,
στὴν ἐκκλησία τρέξετε ὅοολοι- ὅλοι μὲ προθυμίιαν
καὶ τοῦ Χριστοῦ νὰ ἀκούσετε τηηη θεὶ- τὴ θεία λειτουργία.

 

Κάλαντα Χριστουγέννων Κρήτης
Ἦχος πλ. δ´. Ῥυθμὸς τετράσημος.

Καλὴν ἑσπέραν ἄρχοντες κι ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θεία γέννηση νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.
Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει,
οἱ οὐρανοὶ ἀγάλλονται, χαίρετ᾿ ἡ φύσις ὅλη.
Ἐν τῷ σπηλαίῳ τίκτεται, ἐν φάτνῃ τῶν ἀλόγων
ὁ βασιλεὺς τῶν οὐρανῶν καὶ ποιητὴς τῶν ὅλων.

Κερὰ καμαροτράχηλη καὶ φεγγαρομαγούλα
καὶ κρουσταλλίδα τοῦ γιαλοῦ καὶ πάχνη ἀπὸ τὰ δέντρα,
ἀποὺ τὸν ἔχεις τὸν ὑγυιὸ τὸ μοσχοκανακάρη
λούζεις τον καὶ στολίζεις τον καὶ ῾ς τὸ σκολειὸ τὸν πέμπεις.
Κι ὁ δάσκαλος τὸν ἔδειρε μ᾿ ἕνα χρυσὸ βεργάλι
καὶ ἡ κυρὰ δασκάλισσα μὲ τὸ μαργαριτάρι.

Εἴπαμε δὰ γιὰ τὴν κερά, ἂς ποῦμε γιὰ τὴν βάγια:
Ἄψε βαγίτσα τὸ κερί, ἄψε καὶ τὸ διπλέρι
καὶ κάτσε καὶ ντουσούντιζε εἴντα θὰ μᾶς ε-φέρεις,
γι᾿ ἀπάκι, γιὰ λουκάνικο, γιὰ χοιρινὸ κομμάτι,
γι᾿ ἀπάκι, γιὰ λουκάνικο, γιὰ ἀγριμιοῦ κομμάτι,
κι ἀπὸ τὸν πίρο τοῦ βουτσιοῦ νὰ πιοῦμε μία γεμάτη.

Κι ἀπὸ τὴν μαύρη ὄρνιθα κανένα αὐγουλάκι
Κι ἂν τό ῾χει κάμει ἡ γαλανὴ ἂς εἶναι ζευγαράκι.
Κι ἀπὸ τὸ πιθαράκι σου λάδι ῾να κουρουπάκι
κι ἂν εἶναι ἀκροπλιάτερο βαστοῦμε καὶ τ᾿ ἀσκάκι.
Φέρε πανιέρι κάστανα, πανιέρι λεπτοκάρυα,
καὶ φέρε καὶ γλυκὸ κρασὶ νὰ πιοῦν τὰ παλληκάρια.

Κι ἂν εἶναι μὲ τὸ θέλημα ἄσπρη μου περιστέρα,
ἀνοίξατε τὴν πόρτα σας νὰ ποῦμε καλησπέρα.
Δῶστε μας γιὰ τὸν κόπο μας, ὅτι ῾ναι ὁ ὁρισμός σας
καὶ ὁ Χριστός μας πάντοτε νὰ εἶναι βοηθός σας.

Καὶ εἰς ἔτη πολλά!

 

Κάλαντα Χριστουγέννων Κερκύρας

[Κάθε στίχος ἐπαναλμβάνεται ἀπὸ τὴν χορωδία]

Σήμερο οἱ μάγοι ἔρχονται στὴ χώρα τοῦ Ἡρῴδη.

Καὶ ὁ Ἡρῴδης ταραχθεὶς ἔγινε θηριώδης.

Κράζει τοὺς μάγους καὶ ρωτᾷ: -Μάγοι ποῦ θὲ νὰ πᾶτε;

Στῆς Βηθλεὲμ τὸ σπήλαιο, τὴν πόλη τὴν Ἁγία.

Π᾿ ἐκεῖ γεννάει τὸ Χριστὸ ἡ Δέσποινα Μαρία.

 

Κάλαντα Χριστουγέννων Πελοποννήσου.
Ἦχος α´. Ῥυθμὸς τετράσημος.

Χριστούγεννα πρωτούγεννα, πρώτη γιορτὴ τοῦ χρόνου,
γιὰ ἐβγᾶτε, δέστε, μάθετε, πὼς ὁ Χριστὸς γεννιέται,
γεννιέται κι ἀναθρέφεται στὸ μέλι καὶ στὸ γάλα,
τὸ μέλι τρῶν᾿ οἱ ἄρχοντες, τὸ γάλα οἱ ἀφεντάδες
καὶ τὸ μελισσοχόρταρο τὸ λούζουντ᾿ οἱ κυράδες.

Κυρὰ ψιλή, κυρὰ λιγνή, κυρὰ γαϊτανοφρύδα,
κυρὰ μ᾿ ὅταν στολίζεσαι νὰ πᾷς στὴν ἐκκλησιά σου,
βάζεις τὸν ἥλιο πρόσωπο καὶ τὸ φεγγάρι ἀγκάλι
καὶ τὸν καθάριο αὐγερινὸ τὸν βάζεις δαχτυλίδι.

Ἐμεῖς ἐδῶ δὲν ἤρθαμε νὰ φᾶμε καὶ νὰ πιοῦμε,
μόνο σᾶς ἀγαπούσαμε κι ἤρθαμε νὰ σᾶς δοῦμε·
ἐδῶ ποὺ τραγουδήσαμε πέτρα νὰ μὴ ραγίσει
κι ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ πολλοὺς χρόνους νὰ ζήσῃ.

Δῶστε μας καὶ τὸν κόκορα, δῶστε μας καὶ τὴν κότα,
δῶστε μας καὶ πέντ᾿ ἕξ᾿ αὐγά, νὰ πᾶμε σ᾿ ἄλλη πόρτα.

 

Κάλαντα Χριστουγέννων Πανελλήνια

Καλὴν ἑσπέραν ἄρχοντες,
κι ἂν εἶναι ὁρισμός σας
Χριστοῦ τὴν θεία γέννησιν
νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.

Χριστὸς γεννᾶται σήμερον
ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει,
οἱ οὐρανοὶ ἀγάλλονται,
χαίρει ἡ φύσις ὅλη.

Ἐν τῷ σπηλαίῳ τίκτεται,
ἐν φάτνῃ τῶν ἀλόγων,
ὁ βασιλεὺς τῶν οὐρανῶν
καὶ ποιητὴς τῶν ὅλων.

Πλῆθος ἀγγέλων ψάλλουσι
τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις»
καὶ τοῦτον ἄξιόν ἐστι
ἡ τῶν ποιμένων πίστις.

Ἂν εἶστε ἀπὸ τοὺς πλούσιους,
φλωριὰ μὴν τὰ λυπᾶστε,
ἂν εἶστε ἀπὸ τοὺς δεύτερους,
ξηντάρες καὶ ζολότες
κι ἂν εἶστ᾿ ἀπὸ τοὺς πάμφτωχους
ἕνα ζευγάρι κότες.

Καὶ σᾶς καληνυχτίζομε,
πᾶτε νὰ κοιμηθῆτε,
ὀλίγον ὕπνο πάρετε,
πάλι νὰ σηκωθῆτε,

στὴν ἐκκλησιὰν νὰ τρέξετε
μὲ ἄκραν προθυμίαν
καὶ τοῦ Θεοῦ ν᾿ ἀκούσετε
τὴν Θείαν λειτουργίαν.

 

Κάλαντα Χριστουγέννων Κοτυόρων Πόντου
(στίχοι ὡς ἄνω, μὲ τὶς ἑξῆς ἀλλαγές)
Ἦχος α´. Ῥυθμὸς τετράσημος.

Δέξου Βηθλεὲμ τὸν Δεσπότην σου Βασιλέα πάντων καὶ Κύριον.

Φῶς ἐν τῷ σπηλαίῳ ἀνέτειλε καὶ τοῖς ἐν τῷ σκότει ἐπέλαμψε.

Ψάλλοντες ᾠδὴν τὴν ἐπάξιον ὕμνον σοὶ προσφέρομεν Δέσποινα.

 

Κάλαντα Χριστουγέννων Πόντου.
Ἦχος α´. Ῥυθμὸς ἑξάσημος (ἰωνικός τρίμακρος).

Χριστὸς γεννέθεν, χαρὰ στὸν κόσμον,
ἀκαλὴ ὥρα καλή ση μέρα,
ἀκαλὸν παιδίον ὀψὲς γεννέθεν,
ψὲς γεννέθεν, οὐράνεστάθεν.

Τὸν ἐγέννησεν ἡ Παναΐα,
τὸν ἀνέσταισεν Ἀειπαρθένος.
Ἐκαβάλλκεψεν χρυσόν πουλάριν,
ἐκατῆη στὸ σταυροδρόμιν.

Ἔρπαξαν ἀτὸν οἱ σκύλ᾿ Ἑβραῖοι,
σκῦλ᾿ Ἑβραῖοι καὶ μίλ᾿ Ἑβραῖοι.
Ἀς σ᾿ ἀρχοντικὰ κι ἀσ᾿ σὴν καρδίαν,
γαῖμαν ἔσταξεν, φλογὴν κι ἂσ᾿ ἐφάνθεν.

Ὅπου ἔσταξεν κι᾿ ἐμυροστάθεν,
ἐμυρισ᾿ ἀτὸν ὁ κόσμος ὅλος.
Νὰ μυρίσ᾿ ἀτὸν κι ἐσύ ἀφέντα,
ἐκατῆη στό σταυροδρόμιν.

Ἔμπα σὸν νουντὰν κι᾿ ἔλα σὴν πόρτα,
ἔξου στέκουν τά παλληκάρια.
Ἔβγαλ᾿ τον κισὲ καὶ δὸς παράδας
ἔξου στέκουν τά παλληκάρια.

Καί θυμίζουν Στὸν νοικοκύρην,
νοικοκύρην καὶ βασιλέαν.

http://users.uoa.gr/

Advertisements