r0

Ένα επιβλητικό μνημείο, Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, που διατηρείται σχεδόν ακέραιο επί δεκαεπτά αιώνες στη Θεσσαλονίκη, βρίσκεται τον τελευταίο καιρό στο επίκεντρο έντονης αντιπαράθεσης σχετικά με το ζήτημα της χρήσης του και της τοποθέτησης σταυρού στην κορυφή του

Από την Μαρίνα Καρπόζηλου

Για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες η Ροτόντα ήταν δέσμια των εργοταξιακών σκαλωσιών που είχαν στηθεί στο εσωτερικό της, ως συνέπεια των σεισμών που έπληξαν τη Θεσσαλονίκη το 1978. Από τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους το περίκεντρο μνημείο επέστρεψε στην πολιτιστική ζωή της πόλης και αμέσως βρέθηκε στο επίκεντρο των συζητήσεων, καθώς για μία μερίδα του κόσμου η ολοκλήρωση των εργασιών συνεπάγεται και την τοποθέτηση ενός σταυρού στην κορυφή του, καθώς όπως επισημαίνουν μία τέτοια ενέργεια έρχεται σε πλήρη εναρμόνιση με την ιστορία του.

Σύμφωνα με όσους αντιτίθενται στην τοποθέτηση του χριστιανικού συμβόλου, μία τέτοια κίνηση ενέχει τον κίνδυνο η Ροτόντα να μετατραπεί σταδιακά από διαθρησκευτικό μνημείο της πόλης σε εκκλησιαστικό ναό και ως αποτέλεσμα να απολέσει το διαπολιτισμικό και μουσειακό χαρακτήρα της.

21_06_20160118_kt_1004_copy_sooc1453113164

2431499

Από την πλευρά του ο Υπουργός Πολιτισμού, Αριστείδης Μπαλτάς, σε πρόσφατες δηλώσεις του (16/1) κατά την επίσκεψη στο μνημείο, ξεκαθάρισε πως δεν έχει υπογράψει καμία απόφαση για την τοποθέτηση σταυρού, ενώ απαντώντας σε σχετική ερώτηση σχολίασε πως ο ίδιος προσωπικά δεν θα είχε αντίρρηση να λειτουργήσει το μνημείο και ως τζαμί. Ο Οσμάν Ισμαήλογλου, πρόεδρος του Συλλόγου Μουσουλμάνων Θεσσαλονίκη, μας διευκρίνισε με τη σειρά του ότι «Δεν είμαστε αντίθετοι με την τοποθέτηση, γιατί να μην τοποθετεί σταυρός; Η δική μας άποψη είναι πως πρέπει να διατηρηθεί ως μνημείο ώστε να διατηρηθεί η πολυπολιτισμική ταυτότητα της πόλης μας και να αξιοποιηθεί με τέτοιον τρόπο που θα προσελκύει τον κόσμο να την επισκέπτεται. Αλλά αυτό είναι θέμα της πολιτείας. Εμείς ως Μουσουλμανική Κοινότητα δεν διεκδικούμε σε καμία περίπτωση να χρησιμοποιηθεί ως τζαμί η Ροτόντα. Το μόνο που ζητάμε είναι να μας παραχωρηθεί μέσα στη Θεσσαλονίκη ένας δικός μας χώρος προσευχής και ταφής».

Ο μητροπολίτης Άνθιμος στο κυριακάτικο κήρυγμα του την προηγούμενη εβδομάδα (17/1) έκανε λόγο για πισωγυρίσματα «στην αθεΐα, στην απρέπεια και στο χάος» ενώ αναφέρθηκε και στο δήμαρχο Θεσσαλονίκης Γιάννη Μπουτάρη λέγοντας πως «μου είπε να μπει ο σταυρός. Έχει γίνει συμφωνία και αυτό θα ισχύσει».

Ζητώντας την επίσημη άποψη του Δήμου μιλήσαμε με την αντιδήμαρχο πολιτισμού Έλλη Χρυσίδου, η οποία σχολίασε πως η τοποθέτηση ή όχι του σταυρού δεν είναι το σημαντικότερο που θα έπρεπε να μας απασχολεί, καθώς θεωρεί ότι «η Ροτόντα είναι ένα σημαντικό μνημείο για τη Θεσσαλονίκη, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές λειτουργίες που ήδη πραγματοποιούνται σε αυτό. Πέρα όμως των λειτουργιών, όλες τις υπόλοιπες μέρες το μνημείο θα είναι στη διάθεση της πόλης για πολιτιστικές δράσεις και προγράμματα πλήρως εναρμονισμένα και σεβόμενα την αισθητική και τη λογική του χώρου. Το αν θα τοποθετηθεί ή όχι ο σταυρός δεν αναιρεί τη σημασία ενός τόσο σημαντικού μνημείου και την απόδοση του στην πόλη απαλλαγμένο από τις σκαλωσιές».

Ιστορία 1700 ετών

2431696

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τον διαθρησκευτικό και πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της Ροτόντας αρκεί μία σύντομη αναδρομή στην ιστορία της, καθώς στα περισσότερα από 1700 χρόνια της ζωής της κατάφερε να εναρμονιστεί με τις διαφορετικές απαιτήσεις που υπαγόρευαν οι λατρευτικές συνθήκες της κάθε εποχής. Το επιβλητικό μνημείο της Ροτόντας, με τα σχεδόν 30μ. ύψους, την περίμετρο των 24,50μ. και τους τοίχους πάχους 6,30μ., χτίστηκε στις αρχές του 4ου αιώνα, στο μεταίχμιο δηλαδή του ειδωλολατρικού με τον χριστιανικό κόσμο, πιθανότατα ως ναός του Δία ή του Κάβειρου ή κατ΄ άλλους ως Μαυσωλείο του καίσαρα Γαλερίου. Αρχιτεκτονικά μπορεί να συγκριθεί μόνο με το Πάνθεον στη Ρώμη. Λίγο μετά την ανέγερσή της και μέσα στα πρώτα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στα τέλη του 4ου αιώνα, η Ροτόντα μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό, αφιερωμένο πιθανότατα στους Ασωμάτους ή Αρχαγγέλους. Την ίδια περίοδο έγιναν διάφορες μετασκευές στο μνημείο προκειμένου να προσαρμοστεί στον νέο του ρόλο.

Από το 1524 έως το 1591 λειτούργησε ως Μητρόπολη της Θεσσαλονίκης, ενώ το 1591 μετατράπηκε σε τζαμί, χρήση που διατήρησε μέχρι την απελευθέρωση της πόλης το 1912 όταν και ξεκίνησαν οι εργασίες για την επαναφορά και απόδοση του μνημείου στην χριστιανική λατρεία. Κατά την τελευταία ανακαίνιση του τζαμιού το 1889 έγινε ζωγραφική συμπλήρωση των ψηφιδωτών του μνημείου, από τον Ιταλό S. Rosi, μέρος της οποίας διασώζεται στο ανατολικό τμήμα του θόλου. Ο μιναρές, που προστέθηκε την περίοδο λειτουργίας της Ροτόντας ως τζαμί, είναι και ο μοναδικός της πόλης που έχει διασωθεί μέχρι σήμερα καθώς οι υπόλοιποι έχουν καταστραφεί από σεισμούς, πυρκαγιές αλλά και από τον εκσυγχρονισμό της πόλης με τη διάνοιξη μεγάλων δρόμων μετά την πυρκαγιά του 1917. Το 1917 είχαν ξεκινήσει και εργασίες για την μετατροπή του ναού σε “Μακεδονικό Μουσείο” ένα σχέδιο που τελικά όμως δεν υλοποιήθηκε.

Τους σεισμούς του 1978 ακολούθησαν οι εργασίες αποκατάστασης και συντήρησης και μόλις τον περασμένο Δεκέμβριο το μνημείο απαλλάχθηκε από τις σκαλωσιές που είχαν “εγκατασταθεί” στο εσωτερικό του. Παρά τις αναστηλωτικές εργασίες που απαίτησαν μεγάλες επεμβάσεις στο κτήριο και τον διάκοσμό του η Ροτόντα παρέμεινε επισκέψιμη. Το 1988 χαρακτηρίστηκε ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της Unesco ενώ από το 1999, με απόφαση του τότε υπουργού Πολιτισμού Ευάγγελου Βενιζέλου, μία φορά τον μήνα λειτουργεί ως εκκλησία. Το 2015 έγιναν οι τελικές εργασίες συντήρησης στη στέγη και τα ψηφιδωτά, αποκαταστάθηκε το Ιερό, εγκαταστάθηκε φωτισμός και σήμανση και διαμορφώθηκε η νότια πλευρά του περιβόλου και των παλαιοχριστιανικών προκτισμάτων.

2446432

2446433

2446436

Σε ανακοίνωση του ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων (15/1) εκφράζει την ικανοποίησή του που η Ροτόντα, αποδίδεται στο κοινό «για κάθε χρήση που συνάδει με τον μουσειακό του χαρακτήρα» και επισημαίνει πως «διαφωνεί με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία μπορεί να επισκιάσει την διαχρονική αξία του μνημείου». Την έντονη ανησυχία τους μας μετέφεραν και μέλη της τοπικής αρχαιολογικής κοινότητας, επισημαίνοντας, ωστόσο, και τον τεχνικό παράγοντα της υπόθεσης, καθώς όπως μας είπαν προκειμένου να τοποθετηθεί ο σταυρός θα πρέπει να έχει διαφυλαχθεί η ασφάλεια του μνημείου σε περίπτωση κεραυνού.

Στο Facebook δημιουργήθηκε σελίδα «Φίλοι της Ροτόντας» και 653 πολίτες υπέγραψαν την επιστολή που δημοσίευσαν και παρέδωσαν τα μέλη της στον κύριο Μπαλτά, σύμφωνα με την οποία  «Η τροποποίηση της εξωτερικής και της εσωτερικής όψης του μνημείου με προσθήκη συμβόλων και νεότευκτων αντικειμένων που προορίζονται για λατρευτική χρήση, συνιστά αλλοίωση της αυθεντικής υλικής υπόστασης και συνεπακόλουθα της ιστορικής μνήμης που το μνημείο – όπως σώζεται – διατηρεί». Τη δική του θέση δημοσιοποίησε και το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών του ΑΠΘ καθώς σε ανακοίνωση του στις 22/1 αναφέρει ότι η Ροτόντα «είναι ταυτόχρονα ναός και πολιτιστικό – αρχαιολογικό μνημείο, στο οποίο μπορεί να συνδυαστεί η εκκλησιαστική λειτουργία με την τουριστική επίσκεψη και τη φιλοξενία πολιτιστικών εκδηλώσεων, που συνάδουν με το χαρακτήρα και την ιστορία του μνημείου».

Σε κάθε περίπτωση, μπροστά σε ένα μνημείο της ύστερης αρχαιότητας που διατηρείται σχεδόν ακέραιο, παρά την ταραγμένη ιστορία του, επί δεκαεπτά αιώνες, οι σημερινές αντιθέσεις και διαφωνίες που έχουν δημιουργηθεί γύρω από την χρήση του φαντάζουν πρόσκαιρες και ασήμαντες μπροστά στη διαχρονική του πορεία. Ταυτόχρονα όμως είναι σημαντικές για το πώς φανταζόμαστε τη Θεσσαλονίκη του 21ου αιώνα.

http://news247.gr/

Advertisements