ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Ο​​ τόπος αυτός έχει πληρώσει αφόρητους φόρους σε αίμα και μίσος, και την ώρα που άλλοι λαοί βρίσκονται στη δίνη εμφυλίων συρράξεων και πολέμων, οι σημερινές πολιτικές διενέξεις των Ελλήνων μοιάζουν με θέατρο σκιών. Θέατρο, όμως, σε κόκκινο φόντο. Οι ατέρμονοι καβγάδες ανατρέχουν συνεχώς στο λεξιλόγιο της βίας, του πολέμου, της προδοσίας, στα λόγια ενός παρελθόντος που επιμένουμε να περιφέρουμε, που δεν το αφήνουμε και δεν μας αφήνει σε ησυχία. Αυτός είναι σοβαρός λόγος να ανησυχούμε: Οταν δεν υπάρχουν σοβαροί λόγοι διχόνοιας, αλλά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε απαιτούν συναίνεση και συνεργασία, το μίσος που εκφράζεται στον δημόσιο βίο και μεταξύ πολιτών δείχνει πόσο επικίνδυνο είναι το ενδεχόμενο η κρίση να ενταθεί.

Στη Βουλή, όχι μόνο δεν βλέπουμε αναζήτηση κοινού εδάφους μεταξύ κομμάτων που, στο κάτω κάτω, πιστεύουν στην ανάγκη η Ελλάδα να παραμείνει σε πορεία σύγκλισης με την υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά είμαστε θεατές συγκρούσεων όπου οι πρωταγωνιστές, σαν φύλαρχοι, φαίνεται να βασίζουν τη δική τους επιβίωση στην ήττα των άλλων. Στην οικονομία και στην κοινωνία, η στέρηση και η αγωνία ωθούν κάποιους να υπερβούν εαυτούς και να προσφέρουν όσα μπορούν στους συνανθρώπους τους, αλλά γενικώς η κρίση δεν μας έκανε όλους καλύτερους. Πολλοί αισθάνθηκαν θύματα μιας αδικίας για την οποία άλλοι ευθύνονται και έτσι ενέδωσαν σε μια, κατ’ αυτούς, δικαιολογημένη οργή. Αυτή φανερώνεται συνεχώς και με διαφορετικές μορφές. Από αυτάρεσκους και ανεξέλεγκτους ακτιβιστές έως τους ανώνυμους και επώνυμους χρήστες Twitter και Facebook. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αντί να ενώσουν τους Ελληνες με τη δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας που παρέχουν, μας δίχασαν περισσότερο.

Προσφέρουν γόνιμο έδαφος για τη διασπορά κάθε είδους ψέματος και συκοφαντίας, οδηγώντας σε νέα επίπεδα μισαλλοδοξίας και φανατισμού. Αυτό δεν ισχύει μόνο στην Ελλάδα· βλέπουμε τις οδυνηρές συνέπειες του ψεύδους και του φανατισμού σε όλον τον κόσμο – πώς βοηθούν τους πιο ακατάλληλους να κερδίζουν εκλογικές αναμετρήσεις, πώς εντείνουν διαφορές, πώς υπονομεύουν προσπάθειες συναίνεσης.

Θα χρειαστούν πολλές μελέτες για να καταλάβουμε σε βάθος τι συνέβη στον δημόσιο βίο της Ελλάδας όταν ξέσπασε η κρίση, αλλά όσοι παρατηρούσαν τα γεγονότα από την αρχή θα διαπίστωσαν μια έκρηξη θυμού και αγωνίας, όπου η αίσθηση αδικίας «απενοχοποίησε» την έκφραση μίσους και πυροδότησε την ανάγκη για την εξεύρεση ενόχων. Η αναζήτηση «καθαρμάτων» για να φορτωθούν την ευθύνη της εθνικής αποτυχίας ένωσε τις πιο ετερόκλητες ομάδες, από την άκρα αριστερά έως την άκρα δεξιά, σε μια ευκαιριακή συμμαχία που εκφράστηκε με τις μαζικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας του 2011. Από τη στιγμή που ένα επίμονο πλήθος είχε αποφανθεί πως κάποιοι άλλοι έφταιγαν για ό,τι συνέβη στην Ελλάδα, ήταν θέμα χρόνου διάφοροι καιροσκόποι να εκμεταλλευτούν τα έντονα συναισθήματα για να διαμορφώσουν την κατάσταση όπως ήθελαν, διασπείροντας τον διχασμό. Και η διχόνοια, για να καρποφορήσει, απαιτεί συνεχή ροή οργής, η οποία τροφοδοτείται από αισθήματα αδικίας και φθόνου. Το μοιραίο λάθος των πολιτικών του Κέντρου ήταν ότι αντί να συνεννοηθούν και να δείξουν αποφασιστικότητα σε μια κοινή προσπάθεια να σωθεί η χώρα, από φόβο ή καιροσκοπισμό, δεν ανέλαβαν τις ευθύνες που θα έθεταν τέρμα στη διχόνοια. Αυτό ενίσχυσε τα άκρα, κατακερμάτισε το Κέντρο και έριξε λάδι στη φωτιά της μισαλλοδοξίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Το κεντρικό «αφήγημα» της κρίσης δεν ήταν «Τι έγινε; Τι έφταιξε; Πώς θα το φτιάξουμε;»· κόλλησε στο «Να ποιοι φταίνε». Δεν υπήρξε συναίνεση. Αυτοί που σήμερα κυβερνούν βρίσκονται αντιμέτωποι με τα επιχειρήματα και τις τακτικές που χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι εναντίον προηγούμενων κυβερνήσεων. Βάλλονται από δεξιά και αριστερά, για να συσπειρωθούν, παραμένουν παγιδευμένοι στον χορό του διχασμού.

Πολλά Χριστούγεννα έχουν περάσει από την αρχή της κρίσης. Εάν άνθρωποι με σοβαρότητα και ευθύνη απ’ όλο τον πολιτικό κόσμο και την κοινωνία δεν ενώσουν τις δυνάμεις τους, επιτέλους, η δυστυχία δεν θα έχει τέλος.

http://www.kathimerini.gr.

 

 

 

Advertisements