Η «έξοδος» του Barbaros ήρθε να υπενθυμίσει ότι η Τουρκία επιμένει στις πάγιες αμφισβητήσεις της.

Η πρόσφατη ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο με την προσπάθεια της Τουρκίας να κάνει έρευνες σε περιοχή που ανήκει στην ελληνική υφαλοκρηπίδα και την αποστολή της ελληνικής φρεγάτας Νικηφόρος Φωκάς δεν ήρθαν ως κεραυνός εν αιθρία.

Η διαμάχη για την υφαλοκρηπίδα αποτελεί μία από τις βασικές διαφορές ανάμεσα στην Ελλάδα και την Κύπρο από τη μια πλευρά και την Τουρκία από την άλλη. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, η «αναθεωρητική» στροφή της Τουρκίας ως προς τα όσα είχαν αποτυπωθεί στις συμφωνίες της δεκαετίας του 1920 και του 1930 που έκτοτε είχαν ορίσει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, κατεξοχήν αποτυπώθηκε στο ερώτημα της υφαλοκρηπίδας.

Ας μην ξεχνάμε ότι τότε έχουμε και το πρώτο μεγάλο κύμα στροφής προς τις ενεργειακές έρευνες στο θαλάσσιο χώρο, όπως και τις σαφείς ενδείξεις ότι το Αιγαίο όπως και συνολικά η ανατολική Μεσόγειος κρύβουν σημαντικά αποθέματα υδρογονανθράκων.

Το πρόβλημα της υφαλοκρηπίδας

Το πρόβλημα που είχε προκύψει ήταν συγκεκριμένο: η Ελλάδα, λόγω της γεωγραφικής θέσης και του νησιωτικού χαρακτήρα της και δεδομένου ότι το διεθνές δίκαιο και ειδικά η Διεθνής Σύμβαση για τη Θάλασσα αναγνωρίζουν στα νησιά και τις κατοικημένες και με οικονομική δραστηριότητα βραχονησίδες δικιά τους υφαλοκρηπίδα διαθέτει μια εντυπωσιακή υφαλοκρηπίδα, όπως και ΑΟΖ εάν την κηρύξει.

Λόγω της συγκεκριμένης γεωγραφικής θέσης και επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. όπως προβλέπει το διεθνές δίκαιο να έκανε η Ελλάδα στο Αιγαίο (όπως ανακοίνωσε ότι θα κάνει στο Ιόνιο), πάλι το Αιγαίο θα «έκλεινε» ως «ελληνική θάλασσα», κάτι που οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν αποφύγει να κάνουν μέχρι τώρα.
Η Τουρκία σταθερά και πάγια υποστηρίζει έναν τρόπο οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας (και κατ’ επέκταση της ΑΟΖ, εφόσον η μεθοδολογία είναι κοινή) που δεν αναγνωρίζεται από το διεθνές δίκαιο αφού θεωρεί ότι το κύριο κριτήριο είναι η «μέση γραμμή» ανάμεσα στις ηπειρωτικές περιοχές, μην αποδεχόμενη την αυτοτελή υφαλοκρηπίδα των νησιών. Παράλληλα, έχει διακηρύξει, με ψήφισμα της Εθνοσυνέλευσης το 1995 ότι τυχόν ελληνική επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. στο Αιγαίο θα αποτελούσε αιτία πολέμου (casus belli).

Στο βαθμό που η Τουρκία έχει αρνηθεί να υπογράψει το αναγκαίο συνυποσχετικό που θα επέτρεπε η διαφορά να πάει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, όπως έχει προτείνει εδώ και δεκαετίες η ελληνική πλευρά, το ζήτημα παραμένει ανοιχτό.

Το ζήτημα με την κυπριακή ΑΟΖ

Τα πράγματα έγιναν πιο σύνθετα όταν στο κάδρο μπήκε και η Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία ασκώντας τα κυριαρχικά δικαιώματα που της παρείχε το διεθνές δίκαιο ανακήρυξε την ΑΟΖ της τον Απρίλιο του 2004. Όμως, στο βαθμό που δεν προωθήθηκε κάποιο σχέδιο επίλυσης του Κυπριακού, η Τουρκία άρχισε να αμφισβητεί όλο και περισσότερο την προοπτική η Κυπριακή Δημοκρατία να εκμεταλλευτεί την ΑΟΖ της.

Όταν η Κυπριακή Δημοκρατία άρχισε να μοιράζει τα «οικόπεδα» της ΑΟΖ και να παραχωρεί δικαιώματα υπεράκτιων ερευνών και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων, η Τουρκία κλιμάκωσε τις αντιδράσεις της. Η τουρκική αμφισβήτηση πάντοτε κινείται σε δύο επίπεδα, ανάλογα και με την περιοχή.

Από τη μια αμφισβητεί το εάν ούτως ή άλλως η Κύπρος δικαιούνται τη συγκεκριμένη ΑΟΖ εφόσον για την Τουρκία τα νησιά όπως η Κύπρος δεν μπορούν να έχουν πλήρη δικαιώματα στην ΑΟΖ (δηλαδή 200 ν.μ. ή τη «μέση γραμμή» όταν οι αποστάσεις ήταν μικρότερες).

Από την άλλη, υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να κάνει έρευνες η Κυπριακή Δημοκρατία «ερήμην» των Τουρκοκυπρίων. Μάλιστα η Τουρκία το 2011 προχώρησε σε συμφωνία οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας με την «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου», που όμως δεν έχει καμία διεθνή αναγνώριση.

Παράλληλα, η Τουρκία αμφισβητεί και το σύνορο ανάμεσα στην ελληνική και την κυπριακή υφαλοκρηπίδα (και ΑΟΖ). Με βάση το διαφορετικό τρόπο που θεωρεί ότι πρέπει να οριοθετηθεί η υφαλοκρηπίδα και το γεγονός ότι αμφισβητεί το δικαίωμα αυτό για τα νησιά, συμπεριλαμβανομένου και του Καστελόριζου, αμφισβητεί την ύπαρξη ελληνικής υφαλοκρηπίδας σε μια κρίσιμη περιοχή δυτικά της Κύπρου.

Για την ακρίβεια με έναν αυθαίρετο τρόπο υποστηρίζει ότι ξ περιοχή δυτικά του γεωγραφικού μήκους 32°16’18″E αποτελεί μέρος της υφαλοκρηπίδας της, επικαλύπτοντας έτσι μέρος της ΑΟΖ / υφαλοκρηπίδας της Κύπρου (συμπεριλαμβανομένου του τεμαχίου 6 της ΑΟΖ της Κύπρου) και βέβαια την περιοχή της ελληνικής υφαλοκρηπίδας.

Ο σχεδιασμός πίσω από την αποστολή του Barbaros

Δεσμεύοντας έτσι η Τουρκία με Navtex τη συγκεκριμένη περιοχή για έρευνες από το Barbaros, υποστηρίζοντας ότι αποτελεί τμήμα της δικής της υφαλοκρηπίδας, με τον τρόπο που την ορίζει αυτή, στην πραγματικότητα θέλει να διαμορφώσει την εικόνα ότι είναι μια περιοχή αμφισβητούμενη και διαφιλονικούμενη, μια ιδιότυπη «γκρίζα ζώνη» ως προς τη δυνατότητα εκμετάλλευσής της. Ο σκοπός της είναι να αποτρέψει την εκμετάλλευση αυτών των περιοχών και προοπτικά να καταφέρει μια διαπραγμάτευση.

Αυτό θα αντιστοιχούσε σε δύο πάγιες θέσεις της: να πιέσει την ελληνική πλευρά δε ένα είδος μοιρασιάς ή συνεκμετάλλευσης και να αντίστοιχα να επιβάλλει ντε φάκτο στην Κυπριακή Δημοκρατία ένα καθεστώς μειωμένης κυριαρχίας εάν μπορούσε να της ακυρώσει ένα νόμιμο κυριαρχικό δικαίωμα.

Ο τρόπος που η Τουρκία κλιμακώνει τώρα τις αμφισβητήσεις της έχει να κάνει τόσο με συνολικότερους προσανατολισμούς όσο και με ειδικότερες ανησυχίες.

Ως προς το συνολικό τοπίο, μια κρίσιμη παράμετρος είναι η ανησυχία για την αμερικανική στάση. Από τα προβλήματα με την αμερικανική υποστήριξη στους Κούρδους στη Συρία, στις υποψίες για αμερικανική στήριξη στο πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016 και αποκορύφωμα τις κυρώσεις σε σχέση με την κράτηση του πάστορα Μπράνσον, η τουρκική κυβέρνηση θεωρεί ότι σημαντικό μέρος του αμερικανικού κατεστημένου δεν την θεωρεί πια τόσο αναντικατάστατη σύμμαχος.

Επιπλέον, η αναβάθμιση των αξόνων συνεργασίας ανάμεσα στην Ελλάδα, το Ισραήλ, την Αίγυπτο και την Κύπρο, όπως και την αμερικανική στήριξη σε αυτή την τακτική, είναι πιθανό να διαβάζεται στην Τουρκία ως ανοιχτό ενδεχόμενο μιας ιδιότυπης απομόνωσης με κίνδυνο «τετελεσμένων» ως προς αυτά που η Τουρκία ορίζει ως αναφαίρετα κυριαρχικά δικαιώματα στην ευρύτερη περιοχή.

Ως προς ειδικότερες πλευρές, η Τουρκία από την εποχή της απόρριψης του σχεδίου Ανάν έχει μια πάγια θέση αμφισβήτησης της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ενός κράτους με πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα και δεν χάνει ευκαιρία αυτό να το κάνει σαφές προς όλες τις κατευθύνσεις. Γνωρίζει καλά ότι εάν αρχίσουν κανονικές διαδικασίες εξόρυξης στην κυπριακή ΑΟΖ, με συμμετοχή ξένων πολυεθνικών, αντικειμενικά αναβαθμίζεται και η οικονομική και η γεωπολιτική σημασία της Κυπριακής Δημοκρατίας και γίνεται πιο δύσκολη η αμφισβήτησή της. Για αυτό και θα ήθελε να ανακόψει αυτή την εξέλιξη.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι τα πράγματα είναι τόσο εύκολα για την Τουρκία. Η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων σημαίνει συμμετοχή των μεγάλων πολυεθνικών γιγάντων της ενέργειας και αυτό σημαίνει και εμπλοκή και των αντίστοιχων χωρών. Για να το πούμε πρακτικά, από μια κλίμακα αμφισβήτησης των αδειών εξόρυξης στην περιοχή, κινδυνεύει να έχει απέναντί της όχι μόνο την Κυπριακή Δημοκρατία και την Ελλάδα, αλλά και π.χ. την γαλλική ή την αμερικανική κυβέρνηση που σε γενικές γραμμές έχουν δείξει όλη τη διάθεση υποστήριξης των εταιριών τους που δραστηριοποιούνται στην ενέργεια.

Αυτό, όμως, με τη σειρά του δεν αναιρεί την ανάγκη ψυχραιμίας από την ελληνική πλευρά. Αν η αποστολή πλοίου του Πολεμικού Ναυτικού υπογραμμίζει την επιμονή στη διασφάλιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, υπάρχει πάντα και ο κίνδυνος μιας χωρίς έλεγχο και σχέδιο κλιμάκωσης που θα μπορούσε να οδηγήσει σε «θερμό επεισόδιο».

Αυτό έχει να κάνει όχι μόνο με την Τουρκία αλλά και με όσα τυχόν κέντρα θα έβλεπαν μια τέτοια εξέλιξη ως έναν ακόμη μοχλό πίεσης προς την Τουρκία.
Μόνο που η εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες «κλιμακώσεις» συνήθως οδηγούν σε «διαλόγους» με χειρότερη αφετηρία και τελικά σε επιπλέον «γκρίζες ζώνες».

https://www.in.gr

Advertisements