Από Κατάνυξη

Κρυφό σχολειό

του Νεκτάριου Δαπέργολα
Διδάκτορος Ιστορίας

Λίγες μόλις μέρες μετά την 25η Μαρτίου, είναι ομολογουμένως μία καλή αφορμή για να ξαναθυμηθούμε κάποια πράγματα σχετικά με την επίσημη «γραμμή» που περνά εδώ και αρκετά χρόνια μέσα στα Πανεπιστήμια, στα ΜΜΕ (και σταδιακά βεβαίως και στα σχολεία) σχετικά με τη μεγάλη μας Επανάσταση του 1821. Τη «γραμμή» την οποία διαμορφώνει η ανθελληνική κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία του σύγχρονου ελλαδικού κράτους, σε συνεργασία με τη λεγόμενη αποδομητική σχολή, δηλαδή μια ομάδα δήθεν ιστορικών, που σχετίζονται ενεργά με διάφορα νεοταξίτικα όργανα και που χρησιμοποιώντας κατά το δοκούν τις ιστορικές πηγές, προσπαθούν να απονευρώσουν και να ακυρώσουν το ιστορικό μας παρελθόν. Για μας τους…«άλλους» ιστορικούς, που δεν μάθαμε να συμπεριφερόμαστε στις πηγές με τη γνωστή προκρούστεια μέθοδο, ώστε να «επιβεβαιώνουν» πάση θυσία τις ιδεοληψίες μας, ετούτη η ιστορία είναι γνωστή στην Ελλάδα εδώ και 25 τουλάχιστον χρόνια, αν και βέβαια ο πολύς κόσμος ήταν μάλλον ανυποψίαστος ως τη στιγμή που εμφανίστηκε το εκκωφαντικό εκείνο ανοσιούργημα της Μαρίας Ρεπούση. Για τους κάπως πιο υποψιασμένους βέβαια το πρώτο εμβληματικό ίσως έργο αυτού του αποδομητικού κλίματος υπήρξε το διαβόητο «Τι είν’ η πατρίδα μας» (1997), όπου οι κυρίες Δραγώνα, Φραγκουδάκη, Αβδελά και άλλα ερίτιμα μέλη αυτής της ελληνοφοβικής συνάξεως, εξέμεσαν διάφορα απίστευτα για την ελληνική εθνογένεση.

Χοντρικά και σχηματικά, σύμφωνα με τους εθνοαποδομητές, η εθνογένεση αυτή χρονολογείται μέσα στον 19ο αιώνα – και μάλιστα αρκετά μετά από την Επανάσταση του ’21. Αυτήν δεν την έκαναν συνεπώς εξ αίματος Έλληνες (τέτοιοι άλλωστε δεν υπήρχαν πια), αλλά ένα συνονθύλευμα από απογόνους Σλάβων, Βλάχων και κυρίως Αλβανών, που απλώς χάρη στη Γαλλική Επανάσταση και τον Διαφωτισμό επιζητούσαν ελευθερία, λαμβάνοντας έμπνευση και από ένα τεχνητό ρομαντικό αρχαιοελληνικό παρελθόν. Το λεγόμενο νεοελληνικό έθνος προέκυψε αργότερα, στην προσπάθεια να επιτευχθεί η εσωτερική ομοιογένεια του ελληνικού βασιλείου. Και επρόκειτο ουσιαστικά για μία εθνογένεση τεχνητή.

Και μετά το πόνημα της Ρεπούση (ευκλεούς εξάλλου τέκνου της ίδιας ομάδας), φτάσαμε βεβαίως και σε μία ακόμη μετωπική επίθεση μέσα από εκείνο το απερίγραπτο τηλεοπτικό… έπος του Σκάι «1821-Η γέννηση ενός έθνους» (το β΄ μέρος του τίτλου παραπέμπει ακριβώς στην προαναφερθείσα «εθνογένεση»). Όσα είχαν ακουστεί στο εν λόγω πολύωρο αντι-ιστορικό παραλήρημα, ήταν απολύτως χαρακτηριστικά αφηγήματα των αποδομητών: συνεχείς αναφορές στην ανεξιθρησκεία και τις ευρύτερες φιλελεύθερες συνθήκες ή για την οικονομική ανάκαμψη και άνθηση των πρώτων αιώνων της Τουρκοκρατίας, ενώ ούτε λέξη φυσικά για τους μαζικούς εξισλαμισμούς, τις σφαγές, τα βασανιστήρια, την απόλυτα ντροπιαστική νομικά θέση του «ραγιά» και γενικά για την πιο βάρβαρη σκλαβιά που γνώρισε ποτέ ο τόπος. Συνεχείς προσπάθειες συμψηφισμού μεταξύ των δήθεν αγριοτήτων που διεπράχθησαν «και από τις δύο πλευρές» (η γνωστή καραμέλα της εξίσωσης θυτών και θυμάτων), αλλά και με συνεχή προσβλητικά σχόλια για τους αγωνιστές και τη δράση τους. Και φυσικά συνεχείς και οι υπαινιγμοί για τη μη ελληνική προέλευση των επαναστατών. Με έμφαση εννοείται στην πλήρη ταύτιση των αλβανόφωνων με τους Αλβανούς (δεν συζητάμε δηλαδή καν το να πέρασε έστω και ως απλή…υπόνοια το ενδεχόμενο να επρόκειτο για πληθυσμούς με ελληνική προέλευση και ελληνική εθνική συνείδηση που απλώς έχασαν την επαφή με τη γλώσσα τους μες στο σκοτάδι της δουλείας – κάτι σαν τους τουρκόφωνους Έλληνες της Καππαδοκίας ή τους σλαβόφωνους Έλληνες της Μακεδονίας – και ειδικά σε μια περιοχή, που, όπως δείχνει και η δράση του πατρο-Κοσμά, τόσο υπέφερε η ελληνική γλώσσα και παιδεία).

Το πόσο όμως επιστημονική είναι αυτή η παρεούλα των δήθεν ιστορικών, το βλέπουμε συνεχώς στην πράξη. Και το βλέπουμε και όποτε ξαναρχίζει η συζήτηση γύρω από ένα ζήτημα (εκείνο του λεγόμενου Κρυφού Σχολειού), που αποτελεί μόνιμο καρφί στα μάτια των εθνοαλλεργικών και του οποίου την ύπαρξη αποκηρύσσουν μετά βδελυγμίας. Το επιχείρημά τους είναι ότι η οθωμανική κυβέρνηση δεν απαγόρευε την ελληνική παιδεία, επειδή δεν την ενδιέφερε τίποτε άλλο πλην της συλλογής των φόρων. Και όχι φυσικά ότι αυτό το επιχείρημα είναι παντελώς εσφαλμένο, αλλά αποτελεί απλώς τη μισή αλήθεια – κι όπως ξέρουμε καλά, η μισή αλήθεια είναι απλώς ο καλύτερος τρόπος για να πεις ψέματα. Το αντεπιχείρημα των (κανονικών) ιστορικών είναι πως μέσα σε μια περίοδο 5 αιώνων, υπήρξαν όντως και εποχές που η παιδεία ήταν γενικά ελεύθερη, από την άλλη όμως υπήρξαν κατά τόπους και κατά επιμέρους εποχές φαινόμενα σκλήρυνσης της στάσης των κατακτητών απέναντι στους ραγιάδες – και μάλιστα όχι κατ’ ανάγκη και ούτε πάντοτε με ευθύνη της κεντρικής εξουσίας (βλ. π.χ. την περίπτωση των φανατικών γαιοκτημόνων Ντερεμπέηδων του Πόντου, που ήταν υπεύθυνοι για τους βίαιους μαζικούς εξισλαμισμούς του 17ου και 18ου αιώνα). Τότε ήταν λοιπόν που υπήρξαν και τα αντίστοιχα φαινόμενα αυτού που σχηματικά αποκαλούμε Κρυφό Σχολειό, της απόπειρας δηλαδή μέσα σε καιρούς κρίσης και διωγμών (που δεν ήταν και λίγοι) να διασωθεί η ελληνική λαλιά – με την ευθύνη βεβαίως όσων μπορούσαν να το κάνουν, ήτοι όσων γνώριζαν λίγα γράμματα και που ως επί το πλείστον ήταν παπάδες και καλόγεροι. Αυτό έλεγαν απλώς οι ιστορικοί της…παλιάς σχολής – και όχι φυσικά ότι επρόκειτο για μόνιμη και γενικευμένη κατάσταση, πόσω δε μάλλον και…θεσμοθετημένη από τη διοικούσα Εκκλησία της Τουρκοκρατίας. Και αυτό είναι και η αλήθεια, την οποία βεβαίως οι αποδομητές έχουν επιλέξει να την αγνοούν. Αλλά ακόμη και στις περιπτώσεις όπου το Σχολείο δεν ήταν Κρυφό, αλλά τυπικά φανερό και ελεύθερο, πάλι παπάδες και καλόγεροι (ως οι μόνοι συνήθως εγγράμματοι) ήταν οι φορείς της στοιχειώδους έστω παιδείας που γνώριζαν τα σκλαβωμένα Ελληνόπουλα. Και αυτό φυσικά είναι κάτι που απολύτως εσκεμμένα παραγνωρίζεται από τους αποδομητές.

Ο δρόμος του ψεύδους όμως δεν είναι πάντα εύκολος και οι θιασώτες του κάποιες φορές δυσκολεύονται να τον ακολουθήσουν. Θυμάμαι π.χ. ενδεικτικά προ καιρού τον περιβόητο Θάνο Βερέμη σε κάποια τηλεοπτική εκπομπή να καλείται επίμονα να απαντήσει ευθέως αν υπήρχε τελικά ή όχι Κρυφό Σχολειό. Και τότε (ω του θαύματος) τι αποκρίθηκε; Ότι πράγματι υπήρξε «στην εποχή του Κοσμά Αιτωλού, αλλά και σε διάφορες άλλες περιόδους, όπου πραγματοποιήθηκαν μεγάλοι και συστηματικοί εξισλαμισμοί» (!!!) Αυτό δηλαδή ακριβώς που λέμε και όσοι εγκαλούμαστε από την παρέα του Βερέμη ως… εθνικιστές! Άρα λοιπόν δεν είναι απλός «εθνικός μύθος», ως κατώμνυε έως τότε (και ακόμη κατομνύει, όπου και όποτε μπορεί) η ψευδοεπιστημονική παρέα του. Και επιπλέον όμως δεν ήταν μύθος ούτε κι οι μαζικοί εξισλαμισμοί, αφού (ευτυχώς) το μάθαμε πλέον κι αυτό δια στόματος Βερέμη, οπότε μάλλον μας τελείωσαν κάπου εκεί και τα υπόλοιπα άκρως ειδυλιακά που ο ίδιος κι οι ομόφρονές του ισχυρίζονται για το κλίμα ανεξιθρησκείας, συνύπαρξης και ανάπτυξης που υπήρχε στην Τουρκοκρατία!

Αν τώρα κάποιος αναρωτιέται τι είχε συμβεί ή τι είχε αλλάξει προσωρινά μέσα στον (ούτως ή άλλως ευφάνταστο) εγκέφαλο του συγκεκριμένου κυρίου, η απάντηση είναι εξαιρετικά απλή: απολύτως τίποτε. Ούτε κάποια νέα ιστορική πηγή ανακαλύφθηκε, ούτε ο προρρηθείς έτυχε σε κάποιο κανονικό ιστορικό συνέδριο, όπου επείσθη για το εσφαλμένο των παλαιότερων απόψεών του, αλλά ούτε και εφωτίσθη (εξ όσων τουλάχιστον γνωρίζω) άνωθεν. Είναι απλούστατα χιλιοπαρατηρημένο ότι τα μέλη αυτής της αποδομητικής «σχολής» είναι λαλίστατα, όταν μιλούν από καθέδρας και χωρίς αντίλογο ή όταν γράφουν στις φιλονεοταξίτικες φυλλάδες που τους φιλοξενούν, δεν μπορούν όμως να αντέξουν σε καμμία απολύτως επιστημονική αντιπαράθεση με (κανονικούς) ιστορικούς, για τον πολύ απλό επίσης λόγο ότι οι τελευταίοι βασίζονται στις πηγές. Οι ίδιοι αντίθετα βασίζονται μόνο σε επιλεγμένες και σκόπιμα παραχαραγμένες πηγές και φυσικά το ξέρουν (άλλωστε οι ίδιοι είναι που τις… παραχάραξαν), όπως ασφαλώς ξέρουν και το ότι όσα ανεκδιήγητα διατείνονται είναι παντελώς ατεκμηρίωτα. Από επιστημονικής άποψης, είναι πασίδηλοι ψεύτες και πλαστογράφοι – και επίσης το ξέρουν. Πώς να μπορέσουν λοιπόν να υπερασπιστούν τά συνειδητά ψεύδη τους, όταν τυχαίνει να βρεθούν μαζί με πραγματικούς επιστήμονες που φυσικά όχι μόνο δεν συμμερίζονται τις κωμικές απόψεις τους, αλλά και μπορούν τεκμηριωμένα να τις αντικρούσουν;

Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που συμβαίνει τέτοια οπισθοχώρηση (όπως η προρρηθείσα τηλεοπτική εκπομπή), ούτε το μόνο ζήτημα στο οποίο υπαναχωρούν (άτακτα ή συντεταγμένα). Λόγω ελλείψεως άλλου χώρου, θα δούμε σε επόμενο κείμενο και άλλα χαρακτηριστικά επεισόδια από τον βίο και την πολιτεία των μελών αυτής της ψευτο-ιστορικής ελληνοφοβικής μάζωξης, που αποδεικνύουν πόσο κωμικά ευάλωτοι είναι, όποτε απέναντί τους συναντούν κανονικούς ιστορικούς (που είναι πάντως δυστυχώς όλο και λιγότεροι πια), αλλά και υπό έτερες… συνθήκες πίεσης. Καιρός να πέσουν επιτέλους οι μάσκες με αυτή τη θλιβερή ομάδα που σφετερίζεται την ιδιότητα του «ιστορικού» και προσβάλλει βάναυσα εδώ και τόσα χρόνια κάθε έννοια πραγματικής επιστημονικής σκέψης…

Advertisements