Η Σοφία Βέμπο, η φωνή της οποίας ταυτίστηκε με το έπος του ’40, έχει μείνει στη νεότερη ιστορία ως η «εθνική μας φωνή» και η «τραγουδίστρια της νίκης».

Ένα όνομα μια ιστορία και συγκεκριμένα απόλυτα ταυτισμένο με τη νεότερη ελληνική ιστορία, είναι το όνομα της Σοφίας Βέμπο, μιας γυναίκας-σύμβολο ενός ολόκληρου λαού.

Ξεχωριστή για τη φωνή αλλά και την ισχυρή της προσωπικότητα, η Σοφία Βέμπο άρρηκτα συνδεδεμένη με το έπος του ’40 τραγούδησε με λεβεντιά, σατίρισε με θάρρος τους κατακτητές και εμψύχωσε τους έλληνες φαντάρους μας στο ελληνοαλβανικό μέτωπο, με τραγούδια που έγιναν πατριωτικοί ύμνοι.

«Εγώ θα σας αφηγηθώ τη ζωή μου με απλότητα. Είναι μια απλή ζωή που αμφιβάλλω αν θα σας ενθουσιάσει, όπως αμφιβάλλω για το συγγραφικό μου τάλαντο. Ισως θα προτιμούσατε αντί να διαβάζετε αυτές τις γραμμές να σας έλεγα ένα τραγούδι…».

 

Η Σοφία Βέμπο, γεννιέται στη Θράκη στις 11 Φεβρουαρίου του 1910 ως Σοφία Μπέμπου, όπως είναι το πραγματικό της όνομα και το 1933, στα 23 της χρόνια ξεκινά από τη Θεσσαλονίκη την καλλιτεχνική της πορεία ως τραγουδίστρια για να βρεθεί πολύ γρήγορα στην Αθήνα όπου θα ανελιχθεί με αλματώδη βήματα της.

Το πρώτο τραγούδι της Βέμπο είναι η «Όμορφη τσιγγάνα», ενώ το πρώτο τραγούδι που γραμμοφώνησε είναι το «Μη ζητάς φιλιά», το 1934 στην εταιρεία Παρλοφόν. Μέσα σε 5 μόλις χρόνια από το πρώτο εκείνο τραγούδι, η Βέμπο έχει ήδη αναγνωριστεί και καταξιωθεί ως η πρώτη τραγουδίστρια του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού.

Ωστόσο, τα σύννεφα του πολέμου ολοένα και πυκνώνουν και το 1940 πολλές χώρες ήδη έχουν καταληφθεί από τις δυνάμεις του Άξονα. Στην Ελλάδα σημειώνονται οι πρώτες παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου από ιταλικά αεροπλάνα και στις 28 Οκτωβρίου του 1940, στις 10 το πρωί, ο εκφωνητής Κώστας Σταυρόπουλος διακόπτει τη ροή του ραδιοφωνικού προγράμματος του Ζαππείου και προβαίνει στην ιστορική εκείνη ανακοίνωση της επίθεσης των ιταλικών δυνάμεων κατά της Ελλάδας και την άμυνα των ημετέρων. Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος μόλις είχε ξεκινήσει…

Η κήρυξη του πολέμου εκτοξεύει αυτόματα την καριέρα της Βέμπο, η οποία ξεκινά να τραγουδά σατιρικά και πολεμικά τραγούδια στην παράσταση «Πολεμική Αθήνα» του θεάτρου Μοντιάλ του Μίμη Τραϊφόρου (συνεργάτης και σύζυγός της μετέπειτα).

Αμέσως με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου όλες οι επιθεωρήσεις προσαρμόζουν το θέμα τους στην πολεμική επικαιρότητα και τα τραγούδια επανεγγράφονται με στίχους πατριωτικούς. Από τη σκηνή του θεάτρου Μοντιάλ η Βέμπο, αγέρωχη, ερμηνεύει για πρώτη φορά τα τραγούδια-ύμνους «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά»-«Κορόιδο Μουσολίνι» και γράφει ιστορία.

Το θέατρο Μοντιάλ καθημερινά είναι ασφυκτικά γεμάτος και έτσι συμβάλλοντας υπέρ του αγώνα ενάντια στον κατακτητή, ξεκινά να παραχωρεί τις μισές από τις εισπράξεις του για την ενίσχυση του μετώπου. Παράλληλα η ίδια η Βέμπο προσφέρει στο Ελληνικό Ναυτικό 2.000 χρυσές λίρες.

Το 1941 η «εθνική μας φωνή» ερμηνεύει το «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του»  και ακολουθούν τα «Στον πόλεμο βγαίνει ο Ιταλός», «Μας χωρίζει ο πόλεμος», κ.ά. Μάλιστα σε μια προσπάθεια να δώσει το Γενικό Επιτελείο Στρατού κουράγιο, θάρρος και να γιγαντώσει το ηθικό των ελλήνων φαντάρων, στέλνει τους δίσκους της Βέμπο σε όλες τις μονάδες στο μέτωπο!

Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου η Σόφια Βέμπο με τα τραγούδια της έχει ανακηρυχτεί στις καρδιές και τις συνειδήσεις όλων ως η «τραγουδίστρια της νίκης», όπως συνηθίζουν να την αποκαλούν. Την εποχή εκείνη λοιπόν, μια ανάσα πριν να πατήσουν οι Γερμανοί το πόδι τους σε ελληνικό χώμα, η Βέμπο φεύγει από το θέατρο Μοντιάλ όπου εμφανίζεται και πηγαίνοντας στο Αλάμπρα όπου παίζει η αδελφή της Αλίκη, συμβαίνει το εξής περιστατικό το οποίο η τραγουδίστρια περιγράφει πολύ γλαφυρά στην αυτοβιογραφία της που δημοσιεύτηκε το 1947, σε 62 συνέχειες στην καθημερινή ελληνόφωνη εφημερίδα της Νέας Υόρκης «Εθνικός Κήρυξ»: «ξαφνικά ένιωσα ένα τρομερό σε δύναμη κρύο χτύπημα στο πρόσωπο. Ήταν σαν σιδερένια γροθιά. Σωριάστηκα αμέσως. Επρόλαβα να φωνάξω: “Με σκότωσες, παλιάνθρωπε”. Τίποτα άλλο, λιποθύμησα». Το πρωί της άλλης ημέρας το τηλέφωνο του σπιτιού της χτυπάει και απαντώντας, ακούει μια βαριά φωνή να της λέει: «Σ’ τα σπάσαμε τα μούτρα για να μην μπορής να βγαίνης στο θέατρο και να λες αυτά που λες. Μην στεναχωριέστε, τους απάντησα, θα τα πω από το ραδιόφωνο. Ήταν φανεροί πλέον οι δολοφόνοι μου: ή φασίσται Ιταλοί ή άνθρωποι της Γκεστάπο».

 

Την ίδια εποχή δυνάμεις κατοχής κυκλοφορούν τη φήμη ότι η Σοφία Βέμπο πέθανε. Αλλά δεν μένουν εκεί. Μόλις η απογευματινή της παράσταση ξεκινά, δύο λοχαγοί της Γκεστάπο της διατάζουν να ντυθεί και την οδηγούν στα ανακριτικά της Γκεστάπο. Ακολουθούν οι φυλακές Αβέρωφ. Την ξαναπηγαίνουν στην Γκεστάπο και την αφήνουν αφού υπογράφει πρώτα χαρτί με το οποίο τους διαβεβαιώνει ότι δεν θα ξανατραγουδήσει πατριωτικά τραγούδια. Το κάνει. Αλλά συνεχίζει να στέλνει τα μηνύματά της μέσα από τα τραγούδια της.

Έρχεται η σειρά των Ιταλών που την καλούν να σταματήσει. Το καταφέρνουν και η Βέμπο δεν μπορεί να ασκήσει το επάγγελμά της, αλλά μόνο για λίγο. Ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου, με τους Ιταλούς και  τους Γερμανούς λογοκριτές δίπλα της, η Βέμπο ανεβαίνει γενναία στη σκηνή και δίνει την παράστασή της ντυμένη στα γαλανόλευκα! «Οι Ιταλοί ελύσσαξαν αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν πια τίποτα», δηλώνει με ενθουσιασμό μικρού παιδιού η ίδια.

Με την είσοδο των ναζιστικών στρατευμάτων στην Αθήνα η Βέμπο φυγαδεύεται μεταμφιεσμένη σε καλόγρια στη Μέση Ανατολή όπου συνεχίζει να τραγουδά για τα ελληνικά και συμμαχικά στρατεύματα της περιοχής. Εκεί είχε ήδη αρχίσει να γεννιέται ο πυρήνας μιας ελεύθερης Ελλάδας. Στη Μέση Ανατολή, παραμένει σχεδόν τρεισήμισι χρόνια (1942-1946) και τραγουδά για να ψυχαγωγήσει τις Ένοπλες Δυνάμεις, ανεβάζει επιθεωρήσεις, δίνει ρεσιτάλ και δεν σταματά να δίνει τα πάντα για τον αγώνα. Μάλιστα, το μεγαλύτερο μέρος από τα έσοδα των εμφανίσεων που πραγματοποιεί, πηγαίνει κατευθείαν για εθνικούς σκοπούς.

Μετά την απόβαση των συμμαχικών δυνάμεων στη Νορμανδία, το Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής της διαθέτει πολεμικό αεροσκάφος για να γυρίσει στην Ελλάδα. Τότε, και ενώ η καριέρα της βρίσκεται στο ζενίθ, παίρνει την απόφαση να πάει στην Αμερική κατόπιν πρόσκλησης του απόδημου ελληνισμού. Στην Αμερική μένει σχεδόν δυόμισι χρόνια (1947-1949) αλλά στο μυαλό της έχει πάντα τη σκέψη να επιστρέψει στην πατρίδα.  «Η Ελλάδα με δημιούργησε και σ’ αυτή θέλω να γυρίσω. Θέλω να τελειώσω την καριέρα μου στον τόπο που μου τα έδωσε όλα και με το παραπάνω», αναφέρει και συγκινεί…

Το 1949 αφήνει πίσω δόξες και συμβόλαια για να επιστρέψει στην Ελλάδα ύστερα από τιμητική πρόσκληση του Γενικού Επιτελείου Στρατού ώστε να περιοδεύσει στις μαχόμενες μονάδες κατά τη μαύρη περίοδο του Εμφυλίου.

Η εξέγερση του Πολυτεχνείου. Η Σοφία Βέμπο στο μπαλκόνι του σπιτιού της

Αρκετά χρόνια αργότερα, μια μεγάλη στιγμή σημαδεύει τα τελευταία χρόνια της ζωής της: η εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973. Καθώς το διαμέρισμά της βρίσκεται εκεί κοντά, η Βέμπο αψηφώντας τη χούντα των συνταγματαρχών, δίνει άσυλο σε κυνηγημένα παιδιά ανοίγοντας την πόρτα της. Όταν η Ασφάλεια έρχεται στο κατώφλι της, η Βέμπο που δεν τη σκιάζει φοβέρα καμιά λέει στον επικεφαλής: «Εγώ δε φοβήθηκα τον Ντούτσε, δε φοβήθηκα τον Χίτλερ. Είναι δυνατόν τώρα να φοβηθώ εσάς; Είναι ποτέ δυνατόν να φοβηθώ τους δικούς μου;».  Και μ’ αυτή τη γενναία πράξη έπεσε η αυλαία των εθνικών της προσφορών.

«Η Τραγουδίστρια της Νίκης» και ατρόμητη γυναίκα Σοφία Βέμπο, «έφυγε» από τη ζωή το πρωί της 11ης Μαρτίου του 1978 σε ηλικία 68 ετών και η κηδεία της μετατράπηκε σε ένα πάνδημο συλλαλητήριο.

Η κηδεία της Σοφίας Βέμπο

*Πληροφορίες και αποσπάσματα που αναφέρονται στο άρθρο προέρχονται από το βιβλίο «Σοφία Βέμπο – Τραγούδαγε την Ελλάδα κι όλη η Ελλάδα τραγουδούσε μαζί της» (εκδόσεις University Studio Press), της Κατερίνας Κ. Πετρίδου η οποία υπήρξε προσωπική φίλη της μεγάλης ερμηνεύτριας-σύμβολο.