Αρχική

Ο Κυβερνήτης

1 σχόλιο


Από Αντίβαρο

του Απόστολου Σαραντίδη*

Άλλη μια θλιβερή επέτειος αυτές τις ημέρες από εκείνες που θα ευχόταν ο γνώστης της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, να μην υπήρχε ποτέ. Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια (9 Οκτωβρίου/27 Σεπτεμβρίου 1831). Του μεγαλύτερου, μοναδικού, πρώτου και τελευταίου ορθόδοξου πολιτικού της σύγχρονης Ελλάδας. Η πολιτική δολοφονία και μάλιστα τη στιγμή της κυριακάτικης εισόδου του στον ναό, από τις χειρότερες στιγμές στη σύγχρονη ελληνική ιστορία και που αν δεν συνέβαινε, όλη η μετέπειτα ιστορική πορεία του ελληνικού κράτους θα ήταν απαλλαγμένη από πολλά δεινά.

Έκτοτε, στο μεταπρατικό μετεπαναστατικό ελληνικό παρακμιακό κρατίδιο οι ξένες δυνάμεις φρόντιζαν ώστε όλοι οι πολιτικοί να είναι συμβατοί με τα συμφέροντά τους και η ελληνική κοινωνία αποκομμένη από τη ζωηφόρο βιωματική της παράδοση. Ο σκοπός και ο στόχος σήμερα τουλάχιστον, προφανέστατος.

Ο κυβερνήτης που δεν πήρε ακόμη τη θέση που δικαιωματικά του ανήκει και που πολλά θα είχαμε να διδαχθούμε αν στρέφαμε σε αυτόν τη σκέψη και όχι σε «φίλους» που μας παρουσιάζονται «λόγω μεν εν ονόματι του δικαίου, έργω δε εν ονόματι του συμφέροντος».

Πόσοι είναι εκείνοι σήμερα που μπορούν να συλλάβουν και να εκτιμήσουν την αξία του Καποδίστρια; Το επίτευγμά του στο Λάϋμπαχ ώστε ο Τσάρος  και οι υπόλοιποι σύνεδροι να μην καταδικάσουν τους επαναστάτες και το  τελεσίγραφο του Τσάρου της 6ης Ιουλίου 1821 προς την Υψηλή Πύλη να μη στείλει τις στρατιές της από τα Βαλκάνια; Τον καταιγισμό με διπλωματικά έγγραφα και πολιτικά επιχειρήματα προς τις ευρωπαϊκές Αυλές; Την ανιδιοτέλεια και σεβασμό προς το δημόσιο χρήμα;

Περισσότερα…

Advertisements

Η δολοφονία του Καποδίστρια

Σχολιάστε


Από ovigreek.wordpress.com

Στις 9 Οκτωβρίου του 1831, οι Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης δολοφονούν τον πρώτο μετά την Επανάσταση κυβερνήτη του ελεύθερου ελληνικού κράτους, Ιωάννη Καποδίστρια, έξω από τον ιερό ναό του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, όπου συνήθιζε να παρακολουθεί την κυριακάτικη λειτουργία.

Το προηγούμενο έτος (1830) είχε ξεκινήσει αρκετά αισιόδοξο για την Ελλάδα. Η Πύλη είχε αναγνωρίσει στον Καποδίστρια την πολιτική της ανεξαρτησία και ο κυβερνήτης ήταν αποφασισμένος να πετύχει τη βελτίωση των εδαφικών ορίων, που αρχικά προσδιόριζαν την ελληνική επικράτεια. Από την άλλη, είχε εξασφαλίσει πλήρη έλεγχο του κρατικού μηχανισμού και των διοικητικών οργάνων, με ένα όμως σύννεφο να σκιάζει τους στόχους του: την άρνηση των σημαντικότερων ανδρών της αντιπολίτευσης να συνεργασθούν με το καθεστώς του. Στο γενικότερο κλίμα ηρεμίας που φάνηκε να επικρατεί προσωρινά, η παραίτηση από τη Γερουσία μεγάλων ονομάτων που είχαν υποστηρίξει την Επανάσταση (μεταξύ αυτών των Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, Ανδρέα Ζαΐμη, Εμμανουήλ Τομπάζη, Ανδρέα Μιαούλη, Γεώργιου Κουντουριώτη) είχε στείλει στον κυβερνήτη το δυσοίωνο μήνυμα, ότι δεν θα είχε τη συναίνεσή τους να ασκήσει την πολιτική του όπως επιθυμούσε, δίνοντας δηλαδή προτεραιότητα στην εξωτερική πολιτική και στις διπλωματικές σχέσεις του νεοσύστατου κράτους με τις μεγάλες Δυνάμεις.

Λίγο αργότερα, η παραίτηση του Λεοπόλδου από τον θρόνο χρεώθηκε από την αντιπολίτευση στον Καποδίστρια, συνοδευόμενη από τη φήμη ότι ο κυβερνήτης επεδίωκε να αναλάβει στη θέση του την απόλυτη εξουσία του κράτους. Από την άλλη ο ίδιος, στηριζόμενος από νωρίς στις αρχές της αυστηρής αστυνομικής επιτήρησης , τον έλεγχο του Τύπου και τις διώξεις των αντιφρονούντων, προέβαινε διαρκώς σε όλο και πιο αυστηρά μέτρα, οδηγώντας την αντιπολίτευση σε μια συστράτευση, που σύντομα απέκτησε εθνικό χαρακτήρα. Όλη αυτή η κατάσταση, σε μια εποχή που τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, ταλαιπωρημένα από τα χρόνια που είχαν προηγηθεί, περίμεναν με αγωνία έναν «σωτήρα» που θα έδινε λύσεις στα προβλήματα της καθημερινής τους ζωής, επέφερε νέους κραδασμούς.

Περισσότερα…

Αρέσει σε %d bloggers: