Αρχική

Άγνωστες πτυχές της Ελληνικής Επανάστασης. Η επίκληση της αγγλικής προστασίας το καλοκαίρι του 1825

Σχολιάστε


Στις αρχές του καλοκαιριού του 1825 τα στρατεύματα του Ιμπραήμ επιτυγχάνουν αλλεπάλληλες νίκες έναντι των ελληνικών άτακτων σωμάτων. Πανικός και απελπισία έχει κυριεύσει την ελληνική πλευρά. Οι Ζαϊμης, Κολοκοτρώνης, Πλαπούτας, Κανέλλος Δεληγιάννης κ.α. αρχηγοί, ακολουθώντας διαφορετικά μονοπάτια τράβηξαν για τα Λαγκάδια, όπου έφτασαν κυνηγημένοι και απελπισμένοι.

Στα Λαγκάδια ακολούθησε τους αρχηγούς των Πελοποννησίων και ο Χρίστος ή Χριστόφορος Ζαχαριάδης, που είχε έλθει από τη Ζάκυνθο κατά τη διάρκεια της μάχης της Αλωνίσταινας φέρνοντας μαζί του γράμματα της Επιτροπής της και ένα σχέδιο πράξης (συνταγμένο στην αρχή στα γαλλικά με τη συνεργασία του μεγάλου αρμοστή των Ιονίων Νήσων Frederic Adam και του Ρώμα, όπως ο τελευταίος είχε εκμυστηρευτεί στον Σπηλιάδη), με την οποία οι Έλληνες θέσπιζαν «την παρακαταθήκην της ελευθερίας, εθνικής ανεξαρτησίας και της πολιτικής υπάρξεως» του έθνους, «εις την απόλυτον υπεράσπισιν της Μεγάλης Βρετανίας», σχέδιο που το είχαν συζητήσει οι Πελοποννήσιοι, χωρίς όμως τελικά να το υπογράψουν. Τώρα, ύστερα από το κυνηγητό, στις στιγμές της απελπισίας και του πανικού, οι αρχηγοί ξανασυζητούν το έγγραφο, το υπογράφουν στις 24 Ιουλίου –  πρώτος ο Κολκοτρώνης – και το παραδίδουν στο Ζαχαριάδη για να μεταφέρει στην Επιτροπή της Ζακύνθου. Μολονότι το έγγραφο εκείνο στην πρώτη του διατύπωση καθόριζε αρχηγό των δυνάμεων της ξηράς τον Θ. Κολοκοτρώνη και της θάλασσας τον Α. Μιούλη, ο Ζαΐμης δε δίστασε να το υπογράψει παραμερίζοντας τα έντονα αισθήματα φιλοπρωτίας εμπρός στον κίνδυνο της πατρίδας, και μάλιστα παρακίνησε τους άλλους να υπογράψουν και για λογαριασμό γνωστών τους που απουσίαζαν.

Περισσότερα

Advertisements

Για την Ενωση των Επτανήσων και τους Ριζοσπάστες

Σχολιάστε


thireoi-eptanison

 

Γράφει ο Γιώργος Κ. Καββαδίας, Εκπαιδευτικός – ερευνητής

Η επίσημη Ιστορία χαρακτηρίζεται από ουκ ολίγες διαστρεβλώσεις και αποσιωπήσεις. Εξαίρεση δεν αποτελεί και η Ενωση της Επτανήσου με την Ελλάδα που πραγματοποιήθηκε στις 21 Μαΐου 1864. Σύμφωνα με την επίσημη Ιστορία, η Ενωση ήταν η «προίκα» της Αγγλίας προς τον βασιλέα Γουλιέλμο-Γεώργιο Γλίξμπουργκ (Γεώργιο Α’).

Αποσιωπάται, όμως, ότι από την περίοδο της Ενετοκρατίας και στη διάρκεια της τριπλής κατοχής από Γάλλους, Ρώσους, Αγγλους, της Ιονίου Πολιτείας (1800-1864) οι εξεγέρσεις των αγροτών, αφού η ντόπια αριστοκρατία είχε ευθυγραμμιστεί με τον κατακτητή, αποτελούσαν μόνιμο φαινόμενο.

Η ελληνική Επανάσταση (1821) και η δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους αποτέλεσαν το έναυσμα μακρών αγώνων που απέκτησαν και την πολιτική τους έκφραση μέσα από το ριζοσπαστικό κόμμα το 1848. Χρονιά-ορόση-μο στην ιστορία, που εκδόθηκε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο των Κ. Μαρξ – Φρ. Ενγκελς, η χρονιά των επαναστάσεων στη Γερμανία και στη Γαλλία. Σκοπός των Ριζοσπαστών ήταν όχι μόνο η ένωση με την Ελλάδα, αλλά και η οικοδόμηση μιας δίκαιης και ελεύθερης κοινωνίας. Η ηγεσία του ριζοσπαστικού κινήματος συμπεριελάμβανε προοδευτικά στοιχεία της υπό διαμόρφωση τοπικής αστικής τάξης, που σήκωσε το βάρος της ανάπτυξης του κινήματος και της αντίστασης στην αγγλική κατοχή. Οι εξεγέρσεις εντάθηκαν.

Η επέμβαση του αγγλικού στρατού τις περιόρισε για λίγο, αλλά το 1848-49 η εξέγερση στη Σκάλα Κεφαλονιάς εξελίχθηκε σε ένοπλη αντιπαράθεση. Οταν, στις 26 Νοεμβρίου 1850, ο Ριζοσπάστης Ιωάννης Δετοράτος Τυπάλδος προτείνει το ψήφισμα για την ένωση με την Ελλάδα, η Βρετανία απαντά με φυλακίσεις, εξορίες και κλείσιμο των εφημερίδων. Οι ευγενείς συναρτούσαν τα συμφέροντά τους με την αγγλική «προστασία» κρατώντας υποτελή στάση, ενώ οι μεταρρυθμιστές επιδίωκαν μεταρρυθμίσεις μεταθέτοντας την Ενωση στο απώτερο μέλλον.

Οι «Αληθείς Ριζοσπάστες» (Ηλίας Ζερβός – Ιακωβάτος, Ιωσήφ Μομφερράτος), μετά τη διάσπαση των Ριζοσπαστών, θα επιμένουν μέχρι τέλους στο κοινωνικό περιεχόμενο του αγώνα», αρνούμενοι να υπογράψουν την Ενωση στις 23 Σεπτεμβρίου/5 Οκτωβρίου 1864 στο IΓ’ Iόνιο Kοινοβούλιο. Η αλήθεια είναι ότι η Αγγλία αναγκάστηκε, κάτω από την πίεση των εθνικοαπελευθερωτικών και κοινωνικών εξεγέρσεων και της υποχώρησης της θέσης της στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο, να παραχωρήσει τα Επτάνησα στην Ελλάδα. Με διπλή στόχευση την εξάρτηση και για να μη συνεχιστεί ο αγώνας για την απελευθέρωση από τους Τούρκους των άλλων περιοχών (Θεσσαλία, Ηπειρος, Μακεδονία, Θράκη, νησιά του Αιγαίου) με βάση το δόγμα ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

http://www.ethnos.gr/

Οι αφανείς ήρωες του Εικοσιένα.Κύπριοι εθελοντές που αγωνίστηκαν για την απελευθέρωση της Ελλάδας

Σχολιάστε


20-21-1--7-thumb-large

 

ΤΟΥ ΑΝΤΡΟΥ ΠΑΥΛΙΔΗ

Ο πρόξενος της Ελλάδος στην Κύπρο Γ. Σ. Μενάρδος κατήρτισε, το 1866, μητρώο Ελλήνων υπηκόων της Κύπρου, από τους οποίους μερικοί ήσαν παλαιοί εθελοντές αγωνιστές στην Ελληνική Επανάσταση.

ΣΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ
Βρέθηκαν και πολέμησαν
εθελοντές Κύπριοι αγωνιστές

ΠΕΝΗΤΕΣ ρακένδυτοι, δυστυχούντες, έχοντας αρκετοί από αυτούς και πολυμελείς οικογένειες για να συντηρήσουν, περιφερόμενοι σε διάφορα μέρη του νεοϊδρυθέντος μικρού ελληνικού κράτους, με τις πληγές τους παράσημα που είχαν προστεθεί σε αριστεία ανδρείας τα οποία κερδήθηκαν με αίμα, έζησαν το υπόλοιπο της ζωής τους αθόρυβα και ήσυχα πολλοί Κύπριοι εθελοντές που, μετά το τέλος της επανάστασης, παρέμειναν στην Ελλάδα για την απελευθέρωση της οποίας είχαν αγωνιστεί και οι ίδιοι. Όταν πέρασαν αρκετά χρόνια, πολλοί από αυτούς, γέροντες πλέον, έσπευσαν να υποβάλουν στις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους τα πιστοποιητικά των αγώνων τους, υπογραμμένα από διάφορους γνωστούς οπλαρχηγούς, υπό τις διαταγές των οποίων είχαν πολεμήσει, προκειμένου να τους δοθεί κάποια πενιχρή σύνταξη. Χάρη σ’ αυτά τα πιστοποιητικά, που διασώθηκαν στα ελληνικά κρατικά αρχεία, γνωρίζουμε σήμερα τα ονόματα και τη δράση αρκετών Κυπρίων εθελοντών αγωνιστών στην Ελληνική Επανάσταση.
Μερικούς άλλους τους γνωρίζουμε από διάφορες άλλες πηγές και μαρτυρίες. Σ’ αυτούς περιλαμβάνονται και αγωνιστές που, μετά το τέλος της Ελληνικής Επανάστασης, επέστρεψαν στην Κύπρο και πέρασαν τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τους στα χωριά τους, έχοντας όμως αποκτήσει πλέον την ελληνική υπηκοότητα. Ο πρόξενος της Ελλάδος στην Κύπρο Γ. Σ. Μενάρδος κατήρτισε, το 1866, μητρώο Ελλήνων υπηκόων της Κύπρου, από τους οποίους μερικοί ήσαν παλαιοί εθελοντές αγωνιστές στην Ελληνική Επανάσταση. Έτσι, γνωρίζουμε τα ονόματα λίγων ακόμη Κυπρίων αγωνιστών. Ωστόσο πολλοί άλλοι Κύπριοι εθελοντές στον τιτάνιο αγώνα για την ελευθερία της Ελλάδος παραμένουν αφανείς και άγνωστοι ήρωες. Είτε παρέμειναν στην απελευθερωμένη Ελλάδα και τα ονόματά τους δεν διασώθηκαν είτε έζησαν μέχρι τέλους του βίου τους σε άλλες χώρες είτε επέστρεψαν αργότερα στην Κύπρο χωρίς να διαλαλήσουν τη συμμετοχή τους στην επανάσταση, φοβούμενοι τις συνέπειες. Αυτοί παραμένουν άγνωστοι, μαζί με τις χιλιάδες ανώνυμων ηρώων του ελληνικού λαού, στον οποίο πρώτιστα ανήκουν οι δάφνες του ’21.
Είναι, λοιπόν, αδύνατο να υπολογισθεί με ακρίβεια ο αριθμός των Κυπρίων εθελοντών στην Ελληνική Επανάσταση. Οι επώνυμοι ή γνωστοί από τις διάφορες πηγές αγωνιστές από την Κύπρο ξεπερνούν τους 90. Εάν λάβουμε υπόψη ότι οι περισσότεροι από όσους επέστρεψαν στη μη ελεύθερη πατρίδα τους φρόντισαν να κρύψουν την αγωνιστική τους δράση στην Ελλάδα, πολλών δε άλλων τα ονόματα δεν σώθηκαν επειδή παρέμειναν φτωχοί και άσημοι, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι οι Κύπριοι που πήραν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση αριθμούσαν αρκετές εκατοντάδες.
Δεν πήγαν όλοι μαζί από την Κύπρο στην επαναστατημένη Ελλάδα, ούτε και είχαν καταταγεί όλοι την ίδια εποχή. Μερικοί ζούσαν ήδη από πριν στην Ελλάδα (άλλοι ήσαν μεταξύ εκείνων που κατόρθωσαν να διαφύγουν από την Κύπρο και να σωθούν από τις εκτεταμένες σφαγές του Ιουλίου 1821, οπότε πήγαν στην Ελλάδα και κατετάγησαν), άλλοι πήγαν στην Ελλάδα μετά το 1821, στα χρόνια κατά τα οποία η επανάσταση συνεχιζόταν. Οι Κύπριοι αγωνιστές πολέμησαν στη στεριά και στη θάλασσα και ήσαν παρόντες στις κυριότερες και μεγαλύτερες συγκρούσεις, υπηρετώντας υπό τις διαταγές γνωστών οπλαρχηγών όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης, ο Νικηταράς, ο Υψηλάντης, ο Κανάρης, ο Καραϊσκάκης, ο Τζαβέλας και άλλοι. Ακόμη, βρέθηκαν και σε συγκρούσεις όπου εγράφησαν, με αίμα, ολόκληρα έπη, όπως η μακρά αντίσταση του Μεσολογγίου. Κάποιοι από τους Κυπρίους εθελοντές υπήρξαν αξιωματικοί και υπαξιωματικοί και πολλοί τιμήθηκαν με μετάλλια και πιστοποιητικά ανδρείας.
Φαίνεται, ακόμη, ότι κατά τη διάρκεια της επανάστασης είχε δημιουργηθεί για κάποιο διάστημα και ξεχωριστός λόχος Κυπρίων αγωνιστών, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι υπήρχε ξεχωριστή πολεμική σημαία Κυπρίων. Το λάβαρο αυτό σώθηκε και φυλάσσεται σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο στην Αθήνα. Είναι λευκού χρώματος, με μεγάλο γαλάζιο σταυρό στη μέση (στο επάνω εσωτερικό λευκό τετράγωνο (ένα από τα 4 που δημιουργεί ο σταυρός) αναγράφεται με κεφαλαία γράμματα η φράση: ΣΗΜΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΙ ΠΑΤΡΗΣ ΚΗΠΡΟΥ. Το λάβαρο των Κυπρίων ήταν στερεωμένο σε ελαφρύ ξύλινο ιστό που στο επάνω μέρος του έφερε σιδερένιο σταυρό, ο οποίος κατέληγε σε λόγχη (έτσι, ο σημαιοφόρος μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει και ως όπλο).

Περισσότερα

Ενας τραγικός έρωτας στα χρόνια της Επανάστασης – Δημήτριος Υψηλάντης & Μαντώ Μαυρογένους

Σχολιάστε


Μέσα στη φωτιά και το αίμα της Επανάστασης τον 1821 άνθησε ένα ειδύλλιο μεταξύ της Μαντώς Μαυρογένους και τον Δημητρίου Υψηλάντη. Οι δύο νέοι αγαπήθηκαν με πάθος. Ο έρωτάς τους, όμως, μετά από πολλές δραματικές φάσεις, είχε τραγική κατάληξη.

Μαντώ

Μαντώ Μαυρογένους, η γοητευτική αριστοκράτισσα που έκλεψε τις καρδιές των Ευρωπαίων φιλελλήνων, η φλογερή πατριώτισσα και η παθιασμένη ερωμένη του Δημητρίου Υψηλάντη (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Η καταγωγή της Μαντώς

Τον Μάιο του 1827 συνεδρίαζε στην Τροιζήνα η πιο δραματική συνέλευση του Αγώνα, η «Τρίτη Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις».

Μόλις τον προηγούμενο μήνα το έθνος είχε θρηνή­σει τον θάνατο του Καραϊσκάκη. Ακολούθησε η συ­ντριπτική ήττα του ελληνικού επαναστατικού στρατού στον Ανάλατο, η παράδοση της Ακρόπο­λης στον Μεχμέτ Ρεσήτ πασά (Κιουταχή) και η υπο­ταγή σ’ αυτόν της ανατολικής Στερεός Ελλάδας.

Αλλά και στην Πελοπόννησο η κατάσταση δεν δια­γραφόταν καλύτερη, καθώς η περιοχή υφίστατο λεηλασίες από το αιγυπτιακό εκστρατευτικό σώμα του Ιμπραήμ. Μέσα σε εκείνη τη χαώδη κατάσταση το προεδρείο της Γ’ Εθνοσυνέλευσης «βομβαρδι­ζόταν» καθημερινά από αναφορές επιτροπών ή ι­διωτών που ζητούσαν χορήγηση εφοδίων, οικονο­μική ενίσχυση, αποζημιώσεις κ.ά. Κάθε φορά που ένα μέλος του προεδρείου ολοκλήρωνε την ανά­γνωση μιας αναφοράς, μια νεαρή γυναίκα πεταγό­ταν όρθια και με έξαλλες χειρονομίες απαιτούσε από τον πρόεδρο να διαβασθεί η αναφορά της. Η γυναίκα αυτή ήταν η Μαντώ Μαυρογένους η οποία ζητούσε, μέσω της αναφοράς της, από το προε­δρείο να υποχρεώσει τον Δημήτριο Υψηλαντη να τη νυμφευθεί! Αυτό ήταν το ουσιαστικό τέλος της πιο ωραίας ερωτικής ιστορίας των φλογισμένων χρόνων της Επανάστασης.

Η Μαντώ καταγόταν από το γένος των Μαυρογένηδων, μιας από τις πιο σημαντι­κές οικογένειες του νεώτερου ελληνισμού που αντλούσε την καταγωγή της από το Βυζάντιο. Ο πατέρας της, Νικόλαος Μαυρογένης, είχε χρηματίσει σπαθάρης στην Αυλή της Μολδαβίας. Αργότερα εγκαταστάθηκε στην Τεργέστη, όπου ασχολή­θηκε με το εμπόριο. Εκεί πλούτισε και έδειξε τη φιλοπατρία του ενισχύοντας οικο­νομικά τον Λάμπρο Κατσώνη, όταν αυτός αναζητούσε πόρους για να ξεκινήσει τις ναυτικές του επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων.

dimitrios_ypsilantis

Εξιδανικευμένο πορτραίτο του Δημητρίου Υψηλάντη (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Η πρώτη γνωριμία της Μαντώς με τον πρίγκιπα Δημήτριο Υψηλαντη ενδεχομέ­νως πραγματοποιήθηκε στην Τεργέστη, στο σπίτι του πατέρα της, όταν ο πρίγκιπας ετοιμαζόταν να κατέλθει στην Ελλάδα ως πληρεξούσιος του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής της Φιλικής Εταιρείας. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να εξακριβωθεί από καμία υ- πάρχουσα πηγή. Ο Νικόλαος Κασομούλης βεβαιώνει ότι, όταν ο ίδιος και ο υπασπι­στής του Δημητρίου Υψηλαντη, Γρηγόριος Σάλας, μετέβησαν στα νησιά του Αιγαίου αναζητώντας οικονομικούς πόρους για την ενίσχυση του Αγώνα στη βόρεια Ελλάδα, τους φιλοξένησε στη Μύκονο η οικογένεια της Μαντώς, που είχε επιστρέφει από την Τεργέστη στην ιδιαίτερη πατρίδα της, ώστε να προσφέρει ό,τι μπορούσε στην Επανάσταση.

Περισσότερα

24 Απριλίου 1827 : Η Μάχη του Αναλάτου

Σχολιάστε


Από ΕΛΛΑΣ

Καταστροφική πολεμική επιχείρηση των Ελλήνων κατά των Οθωμανών, σε μια δύσκολη περίοδο του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Διεξήχθη στις 24 Απριλίου 1827, την επομένη του θανάτου του Γεώργιου Καραϊσκάκη, στην περιοχή Ανάλατος (σημερινή Νέα Σμύρνη), με σκοπό τη διάσπαση της πολιορκίας της Ακρόπολης από τις δυνάμεις του Κιουταχή.

kastela-stratopedo_karaiskaki

Εξαρχής, ο σχεδιασμός της επιχείρησης προκάλεσε διχογνωμίες. Οι δύο άγγλοι επικεφαλής των ελληνικών δυνάμεων Λόρδος Κόχραν και Τζορτζ (αρχιναύαρχος του ελληνικού στόλου ο πρώτος και αρχηγός των χερσαίων δυνάμεων ο δεύτερος, με απόφαση της Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας) πίστευαν στην άμεσο και κατά μέτωπο αντιμετώπιση του εχθρού, ενώ ο Καραϊσκάκης επέμενε ότι τα ελληνικά στρατεύματα ήταν καταλληλότερα στον πόλεμο των χαρακωμάτων και ότι συνέφερε να προχωρούν κατ’ ολίγον και με νέα χαρακώματα να περιζώνουν τον στρατό του Κιουταχή, ο οποίος είχε αρχίσει να υποφέρει από τις στερήσεις.

Η στρατηγική του είχε επιτυχία στην Αττική και οι ελληνικές χερσαίες δυνάμεις κυριαρχούσαν στον άξονα Κερατσινίου – Φαλήρου. Είχε προτείνει ακόμη την κατάληψη του Ωρωπού και του Μαραθώνα για να κλεισθεί και η τελευταία δίοδος ανεφοδιασμού του Κιουταχή. Αλλά η επιμονή των άγγλων στρατηγών και ιδιαίτερα του Κόχραν να εφαρμόσουν μια τακτική ξένη προς τις ικανότητες των Ελλήνων έκαμψε τον Καραϊσκάκη, που συμφώνησε μαζί τους. Κι ενώ προετοιμαζόταν στο Φάληρο για να καταστήσει την επιχείρηση πιο ασφαλή, τραυματίστηκε σε μια μικροσυμπλοκή στις 22 Απριλίου 1827 και τις πρώτες πρωινές ώρες της επομένης εξέπνευσε.

Ο Κόχραν, χωρίς να υπολογίσει τον ψυχολογικό παράγοντα από τον θάνατο του Καραϊσκάκη και το πεσμένο ηθικό των Ελλήνων, επέμενε στην άμεση πραγματοποίηση της επίθεσης κατά του Κιουταχή, εκβιάζοντας με αποχώρηση στην αντίθετη περίπτωση. Έτσι, η έφοδος κατά του τουρκικού στρατοπέδου στον Ανάλατο πραγματοποιήθηκε το πρωί της 24ης Απριλίου 1827.

Περισσότερα…

13 Δεκεμβρίου 1803: Το ολοκαύτωμα στο Κούγκι

Σχολιάστε


kougi-Brelis

Στη νοτιοανατολική πλευρά της Παραμυθιάς, επάνω σε βραχότοπο, ήταν χτισμένα τα Σουλιοτοχώρια (το Σούλι, η Κιάφα, η Σαμονίβα και ο Αβαρίκος). Στα δυτικά της Σαμονίβας, υψώνεται ο βράχος του Κουγκίου.

Πολύ έμοιαζαν οι άνθρωποι αυτοί με τους Σπαρτιάτες, σε δύναμη, αντοχή και πολεμική αρετή. Εδώ έγινε η ανατίναξη -το ολοκαύτωμα- από τον κοσμοκαλόγερο Σαμουήλ, το Δεκέμβρη του 1803. Πολλές φορές νίκησαν τον Αλη-πασά. Τούτη όμως, ήταν η τελευταία, γιατί δε μπόρεσαν να αντισταθούν άλλο στην πείνα, τη δίψα και τις κακουχίες. Μετά από συνθηκολόγηση, αφού οι Τουρκαλβανοί είχαν βαρύτατες απώλειες και οι Σουλιώτες είχαν αρχίσει να εξασθενούν, χωρίζονται σε τρία τμήματα και φεύγουν απ’ το Κούγκι απείραχτοι, όπως είχε συμφωνηθεί. Ο πανούργος Αλη-πασάς, δεν κράτησε το λόγο του. Στέλνει στρατό να εξολοθρέψει και τα τρία τμήματα των Σουλιωτών.

Το πρώτο, με επιτυχημένη άμυνα, έφτασε στην Πάργα. Το δεύτερο, περικυκλώθηκε στο Ζάλογγο, νοτιοανατολικά του Σουλίου. Για να μη γίνουν σκλάβες, 60 περίπου Σουλιώτισσες έριξαν πρώτα τα παιδιά τους στο γκρεμό και μετά έπεσαν κι αυτές. Τελικά, σώθηκαν γύρω στους 250, που ‘φτασαν στην Πάργα. Το τρίτο τμήμα, αποκλείστηκε στο Μοναστήρι του Σέλτσου, στην όχθη του Αχελώου, στο νομό Άρτας. Τρεις περίπου μήνες άντεξαν και αναγκάστηκαν, τελικά, στις 20 Απρίλη του 1804, να επιχειρήσουν να διαφύγουν. Λίγες γυναίκες και παιδιά (ανάμεσά τους και ο Μάρκος Μπότσαρης, 13 χρονών τότε) γλίτωσαν.

Πίσω στο Σούλι, είχε μείνει ο καλόγερος Σαμουήλ και πέντε ακόμη Σουλιώτες (γέροι και βαριά τραυματίες), για να παραδώσουν τη μπαρουταποθήκη, που ήταν μέσα στην Εκκλησιά της Αγίας Παρασκευής. Μετά θα φεύγανε για Πάργα. Όπως αναφέρει ο Περραιβός, κατά το τέλος της παράδοσης, ένας Τουρκαλβανός είπε στον Σαμουήλ: «πόσα κολαστήρια στοχάζεσαι καλόγερε, θα σε κάμη ο Βεζύρης οπόταν σε βάλει εις το χέρι, από το οποίο και δε γλιτώνεις;». Και ο Σαμουήλ του απάντησε: «Δεν είναι άξιος ο Βεζύρης, να πιάση άνθρωπον, όστις εκτός οπού δε φοβάται, γνωρίζει και άλλον δρόμον: του θανάτου…». Τότε άπλωσε το χέρι με τα λιανοκέρια αναμμένα, έβαλε φωτιά στο χυμένο από τα βαρέλια μπαρούτι και ανατινάχτηκαν όλοι στον αέρα.

Περισσότερα…

Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός – Το Ανολοκλήρωτο ’21

Σχολιάστε


DSCN0707

Τοῦ πρωτοπρ. π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, Ὁμοτ. Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν.

ΑΠΟ χρόνια δουλεύω αὐτό τό θέμα καί ἔχει συγκεντρωθεῖ ἕνα τεράστιο ὑλικό, ἀρχειακό, ἀδημοσίευτο ἤ καί δημοσιευμένο. Σκοπός τοῦ κειμένου αὐτοῦ εἶναι νά λειτουργήσειὡς πρόκληση στούς ἀγαπητούς μας ἀναγνῶστες. Εἶναι βέβαιο, ὅτι θά δημιουργηθοῦν ὄχι μόνο εὔλογες ἀπορίες, ἀλλά καί ἀντιδράσεις, διότι τό κείμενο συμβάλλει στην ὑπέρβαση τῆς «σιδερωμένης» ἱστορίας, πού θά ᾽λεγε καί ὁ ἀείμνηστος Μακρυγιάννης, ἡ ὁποία διδάσκεται καί ἀναπαράγεται στή σχολική μας ἐκπαίδευση. Ἀλλ᾽ αὐτό εἶναι φυσική ἀπόληξη τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀναγνώσεως τῆς ἱστορίας μας.

Χρειάζεται γι᾽ αὐτό καί ἡ ρωμαίικη-ἑλληνορθόδοξη ἀνάγνωσή της, ἐπί τῇ βάσει τῶν πηγῶν, πού ὄχι μόνο ὑπάρχουν, ἀλλά εἶναι καί πλούσιες. Μιά τέτοια ἀνάγνωση εἶχε πραγματοποιήσει ὁ μακαριστός π. Ἰωάννης Ρωμανίδης († 2001), καί ἀντιμετωπίσθηκε ἀπό κάποιους μέ βιαιότητα καί κακία, διότι ἐτάραξε τά λιμνάζοντα ὕδατα τῆς καθιερωμένης ἱστοριογραφίας, ἀλλά καί τῆς πολιτικῆς ἀκαμψίας. Σήμερα ὅμως ἴσως εἶναι εὐνοϊκότερες οἱ ἐθνικοκοινωνικές συνθῆκες, γιά νά ἐπαναληφθεῖ τό ἐγχείρημα ἐκείνου. Διότι ἡ Εὐρώπη, στήν ὁποία εἴχαμε ἐναποθέσει «τήν πᾶσαν ἐλπίδα» μας, ἀπεκάλυψε (καί στήν ἐποχή μας) τό ἀληθινό πρόσωπό της.

Περισσότερα

Older Entries

Αρέσει σε %d bloggers: