Αρχική

Η δολοφονία του Καποδίστρια

Σχολιάστε


Από ovigreek.wordpress.com

Στις 9 Οκτωβρίου του 1831, οι Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης δολοφονούν τον πρώτο μετά την Επανάσταση κυβερνήτη του ελεύθερου ελληνικού κράτους, Ιωάννη Καποδίστρια, έξω από τον ιερό ναό του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, όπου συνήθιζε να παρακολουθεί την κυριακάτικη λειτουργία.

Το προηγούμενο έτος (1830) είχε ξεκινήσει αρκετά αισιόδοξο για την Ελλάδα. Η Πύλη είχε αναγνωρίσει στον Καποδίστρια την πολιτική της ανεξαρτησία και ο κυβερνήτης ήταν αποφασισμένος να πετύχει τη βελτίωση των εδαφικών ορίων, που αρχικά προσδιόριζαν την ελληνική επικράτεια. Από την άλλη, είχε εξασφαλίσει πλήρη έλεγχο του κρατικού μηχανισμού και των διοικητικών οργάνων, με ένα όμως σύννεφο να σκιάζει τους στόχους του: την άρνηση των σημαντικότερων ανδρών της αντιπολίτευσης να συνεργασθούν με το καθεστώς του. Στο γενικότερο κλίμα ηρεμίας που φάνηκε να επικρατεί προσωρινά, η παραίτηση από τη Γερουσία μεγάλων ονομάτων που είχαν υποστηρίξει την Επανάσταση (μεταξύ αυτών των Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, Ανδρέα Ζαΐμη, Εμμανουήλ Τομπάζη, Ανδρέα Μιαούλη, Γεώργιου Κουντουριώτη) είχε στείλει στον κυβερνήτη το δυσοίωνο μήνυμα, ότι δεν θα είχε τη συναίνεσή τους να ασκήσει την πολιτική του όπως επιθυμούσε, δίνοντας δηλαδή προτεραιότητα στην εξωτερική πολιτική και στις διπλωματικές σχέσεις του νεοσύστατου κράτους με τις μεγάλες Δυνάμεις.

Λίγο αργότερα, η παραίτηση του Λεοπόλδου από τον θρόνο χρεώθηκε από την αντιπολίτευση στον Καποδίστρια, συνοδευόμενη από τη φήμη ότι ο κυβερνήτης επεδίωκε να αναλάβει στη θέση του την απόλυτη εξουσία του κράτους. Από την άλλη ο ίδιος, στηριζόμενος από νωρίς στις αρχές της αυστηρής αστυνομικής επιτήρησης , τον έλεγχο του Τύπου και τις διώξεις των αντιφρονούντων, προέβαινε διαρκώς σε όλο και πιο αυστηρά μέτρα, οδηγώντας την αντιπολίτευση σε μια συστράτευση, που σύντομα απέκτησε εθνικό χαρακτήρα. Όλη αυτή η κατάσταση, σε μια εποχή που τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, ταλαιπωρημένα από τα χρόνια που είχαν προηγηθεί, περίμεναν με αγωνία έναν «σωτήρα» που θα έδινε λύσεις στα προβλήματα της καθημερινής τους ζωής, επέφερε νέους κραδασμούς.

Περισσότερα…

Advertisements

13 Δεκεμβρίου 1803: Το ολοκαύτωμα στο Κούγκι

Σχολιάστε


kougi-Brelis

Στη νοτιοανατολική πλευρά της Παραμυθιάς, επάνω σε βραχότοπο, ήταν χτισμένα τα Σουλιοτοχώρια (το Σούλι, η Κιάφα, η Σαμονίβα και ο Αβαρίκος). Στα δυτικά της Σαμονίβας, υψώνεται ο βράχος του Κουγκίου.

Πολύ έμοιαζαν οι άνθρωποι αυτοί με τους Σπαρτιάτες, σε δύναμη, αντοχή και πολεμική αρετή. Εδώ έγινε η ανατίναξη -το ολοκαύτωμα- από τον κοσμοκαλόγερο Σαμουήλ, το Δεκέμβρη του 1803. Πολλές φορές νίκησαν τον Αλη-πασά. Τούτη όμως, ήταν η τελευταία, γιατί δε μπόρεσαν να αντισταθούν άλλο στην πείνα, τη δίψα και τις κακουχίες. Μετά από συνθηκολόγηση, αφού οι Τουρκαλβανοί είχαν βαρύτατες απώλειες και οι Σουλιώτες είχαν αρχίσει να εξασθενούν, χωρίζονται σε τρία τμήματα και φεύγουν απ’ το Κούγκι απείραχτοι, όπως είχε συμφωνηθεί. Ο πανούργος Αλη-πασάς, δεν κράτησε το λόγο του. Στέλνει στρατό να εξολοθρέψει και τα τρία τμήματα των Σουλιωτών.

Το πρώτο, με επιτυχημένη άμυνα, έφτασε στην Πάργα. Το δεύτερο, περικυκλώθηκε στο Ζάλογγο, νοτιοανατολικά του Σουλίου. Για να μη γίνουν σκλάβες, 60 περίπου Σουλιώτισσες έριξαν πρώτα τα παιδιά τους στο γκρεμό και μετά έπεσαν κι αυτές. Τελικά, σώθηκαν γύρω στους 250, που ‘φτασαν στην Πάργα. Το τρίτο τμήμα, αποκλείστηκε στο Μοναστήρι του Σέλτσου, στην όχθη του Αχελώου, στο νομό Άρτας. Τρεις περίπου μήνες άντεξαν και αναγκάστηκαν, τελικά, στις 20 Απρίλη του 1804, να επιχειρήσουν να διαφύγουν. Λίγες γυναίκες και παιδιά (ανάμεσά τους και ο Μάρκος Μπότσαρης, 13 χρονών τότε) γλίτωσαν.

Πίσω στο Σούλι, είχε μείνει ο καλόγερος Σαμουήλ και πέντε ακόμη Σουλιώτες (γέροι και βαριά τραυματίες), για να παραδώσουν τη μπαρουταποθήκη, που ήταν μέσα στην Εκκλησιά της Αγίας Παρασκευής. Μετά θα φεύγανε για Πάργα. Όπως αναφέρει ο Περραιβός, κατά το τέλος της παράδοσης, ένας Τουρκαλβανός είπε στον Σαμουήλ: «πόσα κολαστήρια στοχάζεσαι καλόγερε, θα σε κάμη ο Βεζύρης οπόταν σε βάλει εις το χέρι, από το οποίο και δε γλιτώνεις;». Και ο Σαμουήλ του απάντησε: «Δεν είναι άξιος ο Βεζύρης, να πιάση άνθρωπον, όστις εκτός οπού δε φοβάται, γνωρίζει και άλλον δρόμον: του θανάτου…». Τότε άπλωσε το χέρι με τα λιανοκέρια αναμμένα, έβαλε φωτιά στο χυμένο από τα βαρέλια μπαρούτι και ανατινάχτηκαν όλοι στον αέρα.

Περισσότερα…

Αρέσει σε %d bloggers: