Από Ερανιστής

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Οι γνώσεις μας για το Διόδοτο είναι σχεδόν μηδαμινές. Ο Γεωργοπαπαδάκος παραθέτει σε υποσημείωση: «Δεν ξέρουμε τίποτε περισσότερο για το συνετό αυτόν άντρα». Το σίγουρο είναι ότι παίρνει το λόγο όταν συγκεντρώνεται η εκκλησία του Δήμου για να συζητήσει την αναθεώρηση της εξοντωτικής απόφασης εναντίον των Μυτιληναίων για την αποστασία τους. Ο Θουκυδίδης παρουσιάζει το λόγο του αμέσως μετά τον εμπρηστικό λόγο του Κλέωνα (που δικαίωνε την ολοκληρωτική καταστροφή των Μυτιληναίων) ως αντίβαρο επιείκειας και λογικής απέναντι στην τυφλή, ισοπεδωτική ορμή της προηγούμενης εκδικητικής απόφασης.

Όμως ο λόγος του Διόδοτου είναι πολιτικός. Είναι δηλαδή προορισμένος να καταδείξει το συμφέρον της πόλης. Υπό αυτούς τους όρους κάθε συναισθηματισμός ή ανθρωπιστική διάθεση δεν μπορούν να έχουν καμία ισχύ, αφού εδώ μιλάμε για τον ξερό ωφελιμισμό της πόλης, που οφείλει να βγει κερδισμένη από τις περιστάσεις. Εξάλλου, η ίδια η έννοια της αθηναϊκής ηγεμονίας, που ούτε απαρνείται ούτε καταδικάζει ο Διόδοτος, είναι η πιστοποίηση της αδικίας, που όμως θεωρείται αυτονόητη – κι ως εκ τούτου δίκαιη – αφού δεν υπάρχει κανένας πιο αυτονόητος νόμος από το δίκιο του ισχυρού. Οι Αθηναίοι δεν χρειάζεται να έχουν καμία ενοχή για τη συμπεριφορά τους προς τους συμμάχους, αφού είναι βέβαιο ότι αν είχαν το πάνω χέρι εκείνοι θα έκαναν τα ίδια, για να μην πούμε χειρότερα.

Ο Διόδοτος, αν θέλει να γίνει πιστευτός, οφείλει να αποδείξει τα χειροπιαστά οφέλη του ανθρωπισμού ή αλλιώς τη συμφεροντολογική οπτική της ανθρωπιάς, τοποθετώντας το ανθρωπιστικό ιδεώδες στο σκληρό, πολλές φορές κυνικό, πλαίσιο της πολιτικής. Οφείλει δηλαδή να καταδείξει τα πολιτικά οφέλη του ουμανισμού ή, ακόμα καλύτερα, τα οικονομικά οφέλη, αφού, επί της ουσίας, τα πολιτικά οφέλη μιας πόλης (κράτους) μόνο ως οικονομική υπεροχή μπορούν να νοηματοδοτηθούν (ή στρατιωτική, που σε τελική ανάλυση είναι το ίδιο): «Το κύριο επιχείρημα του Κλέωνα είναι ότι σας συμφέρει, για να αποστατούν στο μέλλον λιγότερο συχνά οι σύμμαχοί σας, να ορίσετε προκαταβολικά ως ποινή το θάνατο. Αλλά εγώ, που νοιάζομαι το ίδιο για το μελλοντικό συμφέρον της πόλης, έχω την αντίθετη γνώμη. Κι έχω την απαίτηση να μην απορρίψετε τη χρησιμότητα του δικού μου λόγου παρασυρμένοι από τη δική του εντυπωσιακή επιχειρηματολογία». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 44).

Η ανάκληση της παράλογης τιμωρίας των Μυτιληναίων, όχι μόνο δεν θα βλάψει την ηγεμονία, αλλά θα την τονώσει λειτουργώντας καθησυχαστικά στα υπόλοιπα μέλη, που σε κάθε περίπτωση πρέπει να τρέφουν την ψευδαίσθηση της εμπιστοσύνης και της ελευθερίας. Google Earth

Η ανάκληση της παράλογης τιμωρίας των Μυτιληναίων, όχι μόνο δεν θα βλάψει την ηγεμονία, αλλά θα την τονώσει λειτουργώντας καθησυχαστικά στα υπόλοιπα μέλη, που σε κάθε περίπτωση πρέπει να τρέφουν την ψευδαίσθηση της εμπιστοσύνης και της ελευθερίας. Google Earth

Το εξ’ αρχής ξεκαθάρισμα του Διόδοτου ότι ενδιαφέρεται αποκλειστικά για το συμφέρον της πόλης, δεν είναι τίποτε άλλο από την τοποθέτηση του λόγου του στην ορθή πολιτική βάση. Γιατί δεν πρέπει να υπάρξει καμία υπόνοια για το αντίθετο. Γιατί οποιαδήποτε τέτοια υπόνοια θα διέλυε, από θέση αρχής, κάθε αξιοπιστία: «Σκεφτείτε πως σήμερα, αν κάποια πόλη αποστατήσει κι ύστερα καταλάβει ότι δε θα υπερισχύσει, μπορεί να συνθηκολογήσει, ενώ ακόμη είναι σε θέση να δώσει πολεμική αποζημίωση και να πληρώνει μελλοντικά το φόρο υποτέλειας. Αν όμως αλλάξτε πολιτική, ποια πόλη νομίζετε πως θα βρεθεί που δε θα ετοιμαστεί καλύτερα από ό,τι ως σήμερα για να αποστατήσει και σε μια πολιορκία δε θα παρατείνει την αντίστασή της ως τα έσχατα, αν ξέρει ότι μια αργότερη ή νωρίτερη συνθηκολόγηση θα έχει τις ίδιες συνέπειες; Αλλά και για μας δε θα ‘ταν ζημιά να ξοδευτούμε σε μια μακροχρόνια πολιορκία της – αφού θα ήταν αδύνατη η συνθηκολόγηση – κι αν την κυριέψουμε, να πάρουμε μια πόλη κατεστραμμένη και χωρίς τη δυνατότητα να ‘χουμε στο μέλλον έσοδα απ’ αυτή; Κι ήμαστε ισχυροί απέναντι στους εχθρούς μας ακριβώς χάρη στα έσοδα αυτά». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 46).

Περισσότερα…

Advertisements